Νάσος Αθανασίου, Δύο ποιήματα

247736_1562973950588877_6747510110422558181_n

Εφηβικό Ελεγείο

Το έχουνε πάθει κάποιοι φίλοι και δύο κορίτσια που ήξερα καλά,
ξεπαρθενεύτηκαν γεμίζοντας τα κελιά τους κούτες μ’ αλλονών τα κατορθώματα
για να φανεί η απεραντοσύνη τους ως αναγκαίο κακό.
Και φάνηκε, όταν πήραν μια κούρσα
με οδηγό το γιο της καλύτερης σου φίλης.
Δεν πρόλαβαν να συστηθούν, μα κι ούτε να τρακάρουν πρόλαβαν.
Άναψαν ατέλειωτα τσιγάρα υπολογίζοντας τις αποστάσεις
και σκόνταψαν στα πρώτα ρήματα άτριχοι και μόνοι.
Τα πέλματά τους είχαν σημάδια σαν από καρφί
μα μια απλή αγκίδα από την αβαρή μεταφορά του ξύλου ήταν εντέλει.
Η ιματιοθήκη γέμισε με ερυθρόλευκα παλιόρουχα
που ‘ χαν πεθάνει προ πολλού στην πρώτη τους εντύπωση.

Σφιχτοπάλαμα κοντά ξυλαράκια με μυτερό και γρήγορο τελείωμα.
Στο φέγγος της εποπτείας σου σωστοί στρατιώτες.
Όταν άστοχα επιβράβευες τα σύννεφα παίρναν το σχήμα σου.
Αναψυχή με φόντο ένα τοπίο με θάλασσα και γύψο.
O συριγμός σου μέσα από την πανοπλία ακουγόταν πεντακάθαρα.
Αυτά είναι τραγούδια για μεγάλους.
Τεθλασμένη;
Επάγγελμα σκαφτιάς.

***

Όπως πάντα

Τους κοντινούς μου απ΄αίμα αν ρωτήσεις,
θα σου αποκριθούν πως λογής λογής χωρίσματα
έσφαζαν τις γιορτινές μας συναθροίσεις
και πως μοτίβα πολλαπλά
και ρωτήματα αναπάντητα,
μ ‘ εμπόδιζαν να δω
και αξία σε κόμβους τέτοιους να προσδώσω.
Αμέτρητα σπασμένα ποτήρια και δέρματα.

*Ευχαριστώ τον Νάσο Αθανασίου για την αποστολή των ποιηματων. Ο ποιητής διατηρεί την ομώνυμη ηλεκτρονική σελίδα στη διεύθυνση http://nassosathanasiou.com

Ντέμπορα Αντόν Σοριάνο, Λιγότερο Αμελί, περισσότερο Κλαρίσα Νταλογουέι

solmet17

Πώς μισώ τις ερωτήσεις-υποβρύχιο.
Πού πάει η μικρή μου αγαπημένη;
Ο φόβος στο περίβλημα δεν κυριαρχεί.
Καθώς, το μίσος πέφτει,
πάντα πίσω απ’ την αυλαία της ψυχανάλυσης.
Έλα εσύ, και φέρε τα κόλπα σου, πουτάνας γιε.
Διάλεξε για δόλωμα το σάλιο
με χέρια σαν φωτογραφικές μηχανές.
Με κάνεις να μετράω την απόσταση σε σκαμνιά.
Με κάνεις εχθρό απέναντι στο ίδιο μου το γράμμα.
Βιογράφησέ με.
Είσαι η έμπνευση αυτής της μηχανής από σάρκα.

*Το ποίημα είναι από το Λιγότερο Αμελί, περισσότερο Κλαρίσα Νταλογουέι.
Το ιστολόγιο της ποιήτριας βρίσκεται στο http://cuentagotas.wordpress.com/
** Από την Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά, εκδ. Βακχικόν, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

Έργο της Anna Gillespie

Έργο της Anna Gillespie

συντηρημένοι γήινοι

καυτός ο άνεμος
και η σκόνη,
από τη κοσμική
θάλασσα των γαλαξιών,
περιπλανώμενη
στα πέτρινα θεριά,
μπλε άμμος
και μισοθαμμένοι
αρχαίοι οβελίσκοι
και οι λαθρέμποροι
σε αντίσκηνα ανοξείδωτα,
εδώ και κει,
τα ιπτάμενα καραβάνια
περιμένουν:
συντηρημένους
τους κρατούν
σε συσκευασίες
μιας χρήσης,
γήινους
θ’ ανταλλάξουν,
με πολύτιμα πετράδια·

***

κολλημένος χρόνος

Φαντάσματα
σε καρέκλες οι κριτές
και κόκκινα μάτια αράχνης·
την περιμένουν,
πονεμένη η ψυχή,
μόλις τη πόρτα έκλεισε
του αποχαιρετισμού·
έρημη πόλη,
εγκαταλειμμένη,
και ίχνη που κλαίνε,
καταραμένος ο χρόνος,
κόλλησε,
και επαναλαμβάνει
την ίδια πράξη·


*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.

Γρηγόρης Σακαλής, Λύτρωση

surrealism

Καρτερικά το τέλος αναμένεις
να σε λυτρώσει
από τον πόνο
απ’ της ψυχής το βάσανο
ν’ απαλλαγείς
με της καρδιάς τ’ ανέκφραστα
κι ανείπωτα
βαρυφορτωμένος
παραπατάς
και την τύχη σου βαρυγκομάς
άδειος από αισθήματα
δεν αγαπάς πια
δεν σ’ αγαπούν
ένα σαρκίο που περιφέρεται
άσκοπα
τίποτα δεν περιμένεις
παρά μόνο το θάνατο
να λυτρωθείς.

*Από το περιοδικό “Σοδειά”, Νο 21, Σεπτέμβρης-Νοέμβρης 2014, που κυκλοφορεί.

The Last Hotel – H Patti Smith μελοποιεί Jack kerouac

Το τελευταίο ξενοδοχείο

Βλέπω το μαύρο τοίχο
Βλέπω τη σιλουέτα στο τζάμι
Μιλάει, σε ρυθμό
Μιλάει, σε ρυθμό
Αλλά, δεν σκάω
Δεν σκάω για το τι λέει
Με νοιάζει μόνο το τελευταίο ξενοδοχείο
Με νοιάζει μόνο το γεγονός ότι αυτό είναι το τελευταίο ξενοδοχείο
Βαθύ, ασύμβατο, σκοτεινό, γλυκό
Το τελευταίο ξενοδοχείο
Το τελευταίο ξενοδοχείο
Φαντάσματα στο κρεβάτι μου
Οι σάτυροι απ’ τους οποίους μετάγγιζα
Το τελευταίο ξενοδοχείο

*Μουσική: Thurston Moore-Lenny Kaye.

Θοδωρής Βοριάς, Πρόστυχοι δρόμοι

10484991_306449746185069_965198445025797424_n

Δεν κάνουμε γι’ αυτούς τους δρόμους,
γίνανε βιτρίνες οι εχέμυθες γωνιές.
Χέρια ξεφυτρώνουν απ’ τους τοίχους
κλέβουν τα ερωτικά σημάδια
των κορμιών μας και τα διαλαλούν.

Έτσι δημόσια που μας ξεγύμνωσαν
αυτοί οι δρόμοι
-με τη ντροπή να στάζει
από τα σκέλια μας-
ας μας περίσσευε μια στάλα δύναμη
να τους γυρνούσαμε την πλάτη, ν
α τους περιφρονούσαμε.

*Από το νέο τεύχος του περιοδικού “Σοδειά” (Νο 21, Σεπτέμβρης-Νοέμβρης 2014) που κυκλοφορεί.

Σπύρος Μαρούλης, Έχω ξεχάσει τη γεύση του άλατος


1964771_765033000219756_8468586340773606209_n

Τα ακροδάχτυλα 

παρενοχλούν το ένα το άλλο

και τα ρουθούνια δράκοι αντιμέτωποι

πάνω απ’ το γεμάτο τέρατα και δαχτυλίδια 

πηγάδι. 

***

Έχω ξεχάσει τη γεύση του άλατος

την οσμή των νεογέννητων

και τη δροσιά του ζεστού καφέ.

***

Ο κολλαριστός γιακάς

κουμπωμένος μέχρι τον παγωμένο λαιμό 

και μέχρι τους καρπούς.

***

Τρώω όρθιος.

Έτσι στέκομαι όλο το καιρό

***

Σκοτώνω μύγες με ποιήματα

σκοτώνω και δέντρα

και πουλιά 

***

Δεν ξέρεις 
πόσο σ’ αγαπώ.

*Ο τίτλος διαλέχτηκε αυθαίρετα από μένα. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι της Irma Sakel.

Dimitra Karafylli (1947-2014), Crazy blind man’s buff

p5230353

I lock up.
I lock up well be protected from thee, who
silent, invisible, dimensionless
almost without touching
touch me, buckle me.
Wearing the colors of my life
the smell of my things
you fool me.
I play crazy blind man’s buff with you
unconsciously.
I forget myself, I forget you, I take liberties.
Let’s wish forgetting it was once and you
as you leaving to hurt me
leaving
do not get my moments
do not dwindle my time,
impostor.

*Translation: Dimitris Troaditis. From the collection “Crazy blind man’s buff”, Arkadikos Kirikas (Arcadian Herald) Editions, Athens 2013.

**The original Greek is published here https://tokoskino.me/wp-content/uploads/2014/09/p5230353.jpg

karafy1

Κατερίνα Γώγου, Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε

10172797_4136738712980_76816053334591206_n

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι ανθρωποι δεν υπήρχανε.
Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

elefthe

Γειά σου εργατιά

stein04

Γειά σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια,
με τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ως τ’ αστέρια
να υψώνονταν, κι’ ακόμα πιο ψηλά.

Γειά σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτέ σου εσύ να ζήσης
με την ψευτιά και την κλεψιά. Και μήτε να γλεντήσης
με ξένους πόνους κ’ ίδρωτες. Ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρώ που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.

Κηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
Μα ήρθε καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη,
καιρός τη δύναμή σου να αισθανθούν!

Γειά σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά,
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου.
Την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ώ εργατιά.

*Δεν ξέρουμε τον ακριβή συγγραφέα αυτού του ποιήματος. Όμως την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το απήγγελνε σε εργατικές συγκεντρώσεις στο Βόλο ο αναρχοσυνδικαλιστής τσιγαράς, Γιώργης Κόσσυβας. Για τον ίδιο ξέρουμε ότι, συν τοις άλλοις, έγραφε και ποιήματα, οπότε ίσως είναι ο συγγραφέας.