Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας
Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται
Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ’ άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει
Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.
*
Στα πεδία
Υπάρχει
καθώς φαίνεται
σ’ έναν ροδώνα
ένα τριαντάφυλλο
που ονομάζεται Χήρα απαρηγόρητη του αείμνηστου προέδρου Ντουμέργκ
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
υπάρχει
ή μάλλον
υπήρξε
ένας άνθρωπος που έγραψε αυτές τις λέξεις
Αύριο στους τάφους μας τα στάχυα θα ‘ναι πιο ωραία
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
γιατί τα στάχυα δε βλασταίνουν
ακριβώς
πάνω στους τάφους των ανδρών που έχουν πέσει
για να ανέβει ή να κατέβει
η τιμή των σιτηρών
ή ακόμη η πορεία της σκέψης, του άνθρακα ή των ανθέων
και όμως εμείς μπορούμε να δούμε
χαραγμένα από πολύ αξιοσέβαστους χαράκτες
πάνω στο τρομαχτικό τραπεζογραμμάτιο
πάνω στο δεινό μπιλιέτο που δίνει εύνοια και άκρες
την ηλίθια γκραβούρα σε έγχρωμο
την οδυνηρή προκλητική εικόνα της εργασίας
όπου χωρίς τη θέλησή του ο εργαζόμενος
προσεκτικά αντιπροσωπεύεται
όλος χαρούμενος το γέλιο πάνω στα χείλη
και τα εργαλεία στο χέρι
ή καλύτερα
λάμποντας από υγεία
σε ένα εκστατικό τοπίο καλοκαιριού
ή θερίζοντας ενόσω τραγουδάει με εγρήγορση τα στάχυα
όμως δε βλέπουμε ποτέ
την εικόνα την απλή κι αληθινή
τον εργαζόμενο ιδρωμένο και κομμένο σαν τα στάχυα
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
αλλά οι τροχαλίες είναι δεμένες
κι ο εργαζόμενος επίσης
με τα μεγάλα τους μπιλιέτα τους μεγάλους ευνοημένους
είναι πληρωμένοι το κεφάλι του
και το κορμί του ολόκληρο
με όλη τη δουλειά των χρόνων όλων
όλες οι τροχαλίες είναι δεμένες
καθένας κόκκος είναι υπολογισμένος
κάθε χειρονομία καταγράφεται
κάθε λουλούδι ξεσκισμένο
τα σιτηρά ανεβαίνουν και κατέρχονται
την ίδια ώρα με τα λεφτά
την ίδια ώρα με τη ζάχαρη
την ίδια ώρα με τον χάλυβα
και ο λογαριασμός του εργαζομένου
είναι σοφά κανονισμένος
στη διοχέτευση του Κέρδους
ο πόλεμος έχει κηρυχθεί
και πάνω στη γη την πρόσφατα ακόμα ταραγμένη
μέσα στα ερείπια των πόλεων που απ’ αυτούς τους ίδιους έχουν χτιστεί
εκείνοι που ήταν οι πιο ζωντανοί οι πιο εύρωστοι
οι πιο χαρούμενοι
οι καλύτεροι
βρίσκονται εκεί ακούνητοι ξαπλωμένοι στα πεδία της τιμής
το κεφάλι μες στο θάνατο και το λουλούδι στο τουφέκι
το αλησμόνητο λουλούδι της τόσο απλής ζωής τους
και το λουλούδι με τη σειρά του
σιγά σιγά σαπίζει
το λουλούδι των ερώτων το λουλούδι των φίλων
και πάνω στο πεδίο της τιμής
των τιμών και των κερδών
λιγάκι μόνο αργότερα
στο πεδίο της τιμής το προσεκτικά ισοπεδωμένο
όλο μονάχο
το λουλούδι τεχνητό
το λουλούδι που δε φαντάζει πιστευτό
το λουλούδι προς έμετο
το λουλούδι προς ουρλιαχτό
η χήρα η απαρηγόρητη του Προέδρου τάδε
χλωμό και ροδαλό ψευτοάνθος φριχτά μπολιασμένο
πρόστυχο άνθος ηληθιωδώς προσποιημένο
ακόμα μια φορά
με βία
και με τη βέβαιη συνδρομή από τα εμβατήρια
γαντζώνεται κρεμιέται καρφιτσώνεται
απ’ την κουμπότρυπα της γης
της γης κατεστραμμένης
της γης ερημικής
της γης λεηλατημένης βιασμένης και θλιμμένης
απελπισμένης
στα γιορτινά ντυμένης.
*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.
