Alejandra Pizarnik, la muerte / death / ο θάνατος 

la muerte es solo un sueño como la realidad .. como si por primera vez se respirara dentro de tu alma .
la belleza del espiritu no se encuentra en la razon la puedes ver dentro de ti en tu sentir en tu mirar ..la oscuridad del tiempo nunca fue mas alcanzable .. igual que la tristeza expresada por nuestra conviccion a la vida .. como si pintar fuera solo razon .naufragio sombrio como la paz.
la vida fue solo una escapatoria para los sueños en el tiempo de la oscuridad escrita en nuestra realidad.
toco tu bella alma sin igual tus ojos brillan igual que tu amor hacia la libertad ese rostro magico lleno de emociones reales como tu verdad .. mismo sentir como un ultimo respiro de vida.
la vida no es mas que un simple mirar hacia la libertad donde los poetas jamas estaran de pie y sin hablar .
estelas de fuego solo dentro de su sentir pasion sin igual como el abandonar la triste humanidad. vida.

death is just a dream like reality.. as if for the first time he breathed inside your soul.
the beauty of the spirit is not found in reason you can see it inside you in your feeling in your looking.. the darkness of time was never more reachable.. just like the sadness expressed by our conviction to life.. as if painting was only reason. shipwreck dark like peace.
life was just an escape for dreams in the time of darkness written in our reality.
touch your beautiful soul like no other your eyes shine like your love towards freedom that magical face full of emotions real like your truth.. same feel like a last breath of life.
life is nothing more than a simple look towards freedom where poets will never be standing and without speaking.
fire sparks only within their feeling passion like abandoning sad humanity. life.

ο θάνατος είναι απλά ένα όνειρο σαν πραγματικότητα.. σαν να αναπνέει για πρώτη φορά μέσα στην ψυχή σου.
η ομορφιά του πνεύματος δεν βρίσκεται στη λογική μπορείς να τη δεις μέσα σου στο συναίσθημα στο βλέμμα σου.. το σκοτάδι του χρόνου δεν ήταν ποτέ πιο προσιτό.. ακριβώς όπως η θλίψη που εκφράζεται από την πεποίθησή μας για τη ζωή.. σαν να ήταν η ζωγραφική μόνο λόγος. ναυάγιο σκοτεινό σαν ειρήνη.
η ζωή ήταν απλά μια διαφυγή για τα όνειρα στην εποχή του σκοταδιού που γράφτηκε στην πραγματικότητά μας.
άγγιξε την όμορφη ψυχή σου όπως κανένας άλλος τα μάτια σου λάμπουν όπως η αγάπη σου προς την ελευθερία αυτό το μαγικό πρόσωπο γεμάτο συναισθήματα αληθινό όπως η αλήθεια σου.. το ίδιο νιώθεις σαν μια τελευταία ανάσα ζωής.
η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απλό βλέμμα προς την ελευθερία όπου οι ποιητές δεν θα στέκονται ποτέ και χωρίς να μιλούν.
φωτιά σπίθες μόνο μέσα στο συναίσθημα πάθος τους σαν εγκατάλειψη θλιβερή ανθρωπότητα. ζωή.

Λεωνίδας Καζάσης, Τρία ποιήματα

Στους απύθμενους πυθμένες
μια νυχτιά θα κατεβώ,
μ’ οξυμένες τις αντένες
ύδωρ πύρινο θα πιώ.
Μέσα στων βυθών τα βύθη
σε κλαυσόγελα γοερά,
πίνω απ’ των χρησμών τα στήθη
ποιητών τα ιερά.

Κώστα Καρυωτάκη!
Γίνε στην αγέλη μας ταγός.
Σχίζεις τις χρυσές κορδέλες
δεν σου πρέπει αρχηγός.
Σ’ αφερέγγυους αγώνες
το κοντάρι παρατάς,
πάντα ρίψασπις, δραπέτης
τους θεσμούς πετροβολάς.

Της χίμαιρας τη θύελλα
μονάχος σου διαβαίνεις,
από τους τόπους τους κοινούς
όλο και ξεμακραίνεις,
της στόχασης αντάρτης,
της στατικής, άβιας ζωής
ο νεκροθάφτης.

*

Το όμορφο ταξίδι στην Ιθάκη,
δοκή του σοφιστή.
Oι κρόταφοί του έσταζαν
στην Πρέβεζα ρυάκι,
του αισθητή η οργή.

*

Στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Όταν η νόηση αναγνωρίσει την προέλευσή της, αίσθηση,
και αποκατασταθεί το αυτούσιον του ανθρωπίνου είδους, τότε, ανέμελα, θα
ίπτασαι στα διαστήματα, Ναπολέων!

Τον λόγο σου εποφθαλμιούν
η μουσική, η εικόνα, ο στοχασμός.
Ένα αδήριτο συναίσθημα προτρέπει,
απαράμιλλος της θλίψης αοιδός,
του χάους η αοριστία τέρπει.

Την ομίχλη εκζητείς,
αφουγκραζόμενος διαρκώς την τελευτή.
Του Έρωτος τα σφρίγη ανακαλείς,
μα ο Ίμερος δεν ιερουργεί.

Αλγκέν Χαϊντινόλλι, Άδειο το κρεβάτι σου 

Η ώρα είναι πέντε και μου λείπεις
Δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ
Όλο έκανα να κοιμηθώ
μα κάτι μου ’λέγε:
ξύπνα, ξύπνα, ο γιος σου γύρισε
Και γω, σαν να το πίστευα
έμπαινα στο δωμάτιό σου
μα το κρεβάτι άδειο…

Άδειο όπως η ψυχή μου

Ήξερα πως δεν θα έρθεις πια
και ας μην ήθελα να το δεχτώ
Και πώς να το δεχτώ δηλαδή;
Ποια μάνα το δέχεται;

Σε έχασα
Ήσουν ο μόνος που είχα
Και τώρα;

Πόσο σε πρόσεχα
Πάλεψα πολύ να σε μεγαλώσω
Το καταλάβαινες
το έβλεπα στα μάτια σου

Αχ και να έβλεπα τα μάτια σου…

Πριν προλάβεις να ζήσεις
Μόλις που είχες πάρει μια γεύση
από τη ζωή

Η ώρα είναι πέντε
και το κρεβάτι σου ακόμα άδειο

[να μείνει άσβεστη η μνήμη
ένας χρόνος από το σιδηροδρομικό δυστύχημα
Τέμπη 2023-2024]

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/02/27/άδειο-το-κρεβάτι-σου-αλγκέν-χαϊντινόλ/#like-6783

Δημήτρης Φιλελές, Σκιές

Ζωγραφικό έργο του Σωτήρη Σόρογκα που εκτίθεται σε σταθμό του μετρό της Αθήνας

Οι σκιές περπατούν αμίλητες
στη γέμιση του φεγγαριού
ανεμίζουν λάβαρα διάτρητα
ιδανικών που έφθειρε ο χρόνος
και των επιγόνων η πολτοποιημένη συνείδηση

οι σκιές ψηλώνουν, μακραίνουν, καθαγιάζονται
σαν αγιογραφίες βυζαντινές
σε τοίχους βεβηλωμένης εκκλησίας
απιθώνουν την εύγλωττη σιωπή τους
στις ουράνιες μολυβένιες νεροσυρμές
που ποτίζουν τη χέρσα γη

οι σκιές ανηφορίζουν τον λόφο του μαρτυρίου
αρνούνται τη ματαιότητα της θυσίας
αντικατοπτρίζονται στη λευκότητα των κορυφών
και στων θαλασσών τη νηνεμία
ζεσταίνουν στον κόρφο ανεκπλήρωτα οράματα
ξαγρυπνούν στην εύκαρπη μήτρα της νύχτας
μέχρι τη γέννηση της νέμεσης.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή “Αντι…σώματα” (εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 2020).
**Αναδημοσίευση απο εδώ: https://dfphotosblog.wordpress.com/2024/02/27/δημήτρης-φιλελές-σκιές/#like-824

Λίνα Βαταντζή, Μέσα από ρόδα

Jacques Hérold, Heads (1939)

Από αμφιθεατρικά πεζούλια
παράλληλα στο ποτάμι
με μια χαλύβδινη Γέφυρα δεξιά
και κρυστάλλινα Κτίσματα αριστερά,
ατενίζω έναν Πύργο πετρόκτιστο.
Μεσημέρι Κυριακής,
ο αέρας είναι λεπτός,
κυριαρχεί το σταχτί
πάνω από το χρώμα του χώματος –
σκέφτομαι
τι μπορώ να κάνω με τα συναισθήματα
που δημιουργούν οι εμπειρίες.
Αναρωτιέμαι
πόσα ενθυμούμαι
από τα προπύργια της ζωής.
Πόρθησα κάστρα
άλωσα χώρους
έχτισα γεφύρια
διέσχισα τάφρους.
Βρίσκομαι εδώ
με τον κότινο της νίκης,
με το μαντήλι της ήττας,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
κουκίδα και γίγαντας συγχρόνως,
πολλή φωτιά και πάγος
σε μουσική και όχθες.
Από θνητότητα καμωμένη
ασφυκτιώ
στην τρικυμία των αναμνήσεων
αρπάζω τα σύννεφα που λιάζονται.
Επιμένω –
σε λίγο ο ουρανός
θα δακρύσει για μένα
κι αμέσως θα ανοίξει την αυλαία
για να θριαμβεύει το φως.
Ανακινώ το σακίδιο της μνήμης –
πρώτα,
διαχέονται τα συναισθήματα
κατόπιν,
αναδύονται οι εικόνες.
Ντύνομαι στον χορό
που αποκαλούμε ζωή.
Και είναι ακόμη
μεσημέρι Κυριακής.

Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, Δύο ποιήματα


Φωτογραφία εξωφύλλου: Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή

1.

μου αρέσει
όταν σε λένε πάχνη
άνθρωποι που μόλις γνωρίσαμε

οι πληγές σου
είναι αστέρια τρύπες
όλοι βλέπουν καλύτερα μέσα σου

έχω παρατηρήσει
ότι ο τρόπος που με πιάνεις
είναι μια ζακέτα στους ώμους
ενός ανθρώπου που κοιτάζει τον γκρεμό

εάν γυρίσω και δω το βλέμμα σου
-βλέμμα ικανοποιημένου δέντρου-
αναγνωρίζω αυτά που επίτηδες ξέχασα

σε έχω δει
να σηκώνεις τους ώμους για μέρες
ασύνειδη υπενθύμιση σε όλους
ότι δεν φταις

4.

ονειρεύτηκα
Έναν άντρα
που διάλεξε για σπίτι του
μια αμμουδιά

το χαμόγελό του
ήταν μια αγκαλιά

από παιδί
Είχε αφήσει τα δόντα του να πέσουν
(άμα δεν θες να ξεσκίσεις κάτι
τι να την κάνεις τη σκληρότητα)

ονειρεύτηκα
πως έπεφταν οι τοίχοι του σπιτιού μας

μπορούσαμε να δούμε
μέσα στις κοιλιές μας

εσύ φορούσες ένα μπλε φόρεμα
και γω ήμουν μόνο χέρια

*Από τη συλλογή “Άπω Αργεντινή”, εκδ. Σμίλη, Σεπτέμβριος 2023.

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΓΑΛΑ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Μια μέρα
λιποθύμησα στον η λ ε κ τ ρ ι κ ό
ήμουνα λέει
κάτασπρη
ολόλευκη
ωχρή
γαλακτερή
ένας δεν δίστασε
με ρώτησε εάν διετέλεσα υπουργός
εργασίας υπουργός
έμοιαζα έλεγε με αυτόν που ‘φαγε
και καθέρμεξε τον εργάτη
στις ειδήσεις των ω χ τ ό.

*

ΕΘΝΙΚΕΣ ΩΔΕΣ

Σκούζουν τα αδιέξοδα στις εθνικές ωδές
σαν βυζανιάρικα διψούν για γάλα

κι εμείς βοσκάμε στη διττή σου φύση
έξω απ’ τα παράθυρα

γιατί μας πρόδωσαν
τα υγρά μάτια σου στα φρένα.

*

ΟΥΤΕ

Η τελευταία σελίδα του βιβλίου
που θα περιγράφει τη γενιά μας
θα κλείνει με έναν ξέπνοο λυγμό και μια φράση:

“ούτε τ’ αγαπημένα τους τραγούδια
μπορούσαν να τους ηρεμήσουν πια”.

*

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΟΠΙ

Όταν μικρύνω
θα γίνω ατρόμητη
σαν τα παιδιά που θυσιάζουν το κορμί τους μονορούφι
για ένα τόπι
στη λαίλαπα του μεσημεριού

*

ΕΚΑΤΟΝ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ

Στο μέλλον
Στο ζοφώδες μέλλον
θα στέλνουν σπίτι μας την Πυροσβεστική
και θα μας σβήνουν
κατά μόνας
από τον χάρτη.

*Από τη συλλογή “Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι”, Έναστρον εκδόσεις, 2024.

Βαγγέλης Μπριάνας, Έξι ποιήματα

ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ξεπετρίζεις τον κήπο σου
μα έχεις βουνό ολόκληρο από κάτω
να χαλάσεις.

*

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ

Φύτεψέ με σ’ άγριο χώμα
μες στο κατάκρυο άσε με να βγω
Άμα δε βαστάξω
σημαίνει πως δεν κάνω για χειμώνες.

*

ΤΟ ΝΕΡΟ ΞΕΡΕΙ

Το νερό ξέρει
από μικρές χαραμάδες
από φθηνά κανάτια
από ετοιμόρροπες γέφυρες
από στερημένες πηγές
από πνιγμένα βατράχια
Το νερό ξέρει.

*

ΘΗΛΑΣΜΟΣ

Γάλα
πρόβειο κατσικίσιο και αγελάδος
νωπό ή παστεριωμένο
σε μπουκάλι ή και σε χαρτόνι
από τη φοράδα ή από τη μάνα
Το γάλα πυρετός.

*

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ

Χρόνια τώρα στο παράπονο
κανένας δε βρίσκει καρύδι της να ανοίξει
τη σοδιά της να δει πόσο πιάνει τη χρονιά

Απελπίζεται
πνίγει τους καρπούς της.

*

ΣΧΗΜΑΤΟΣ ΚΛΑΙΟΥΣΑΣ

Βιτσιά ουλή τραύμα της ιτιάς
Αποθαρρυντική βροχή που πέφτει πάνω δίνει σχήμα.

*Από τη συλλογή “Ντελάλης”, εκδ. Θράκα, Αύγουστος 2021.

Αυθεντικός ποιητής

O Ντίνος Σιώτης γράφει για τον σπουδαίο ποιητή -μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα

Ο Γιώργος Μπλάνας έρχεται από τις πολύ βαθιές ρίζες της ποίησης και καταλήγει στο μεγαλείο της.

Είχε περίσσευμα κριτικής σκέψης, ήταν δεινός μεταφραστής, μείζων και γενναίος ποιητής, αξεπέραστος δοκιμιογράφος, ψαγμένος αναγνώστης, τολμηρός, σεμνός και ωραίος άνθρωπος. Υπήρξε και ανιδιοτελής φίλος.

Δεν έβαζε ποτέ τον εαυτό του μπροστά, μόνο την ποίηση.

Η παρουσία του στα γράμματα βάθυνε λίγο τους ρηχούς μας καιρούς και εκχέρσωσε πολλά λογοτεχνικά χωράφια καθιστώντας τα καλλιεργήσιμα.

Σαν αυθεντικός ποιητής υπήρξε και προφήτης.

Προέβλεψε τα πάντα που ζούμε σήμερα. Ποτέ του δεν φόρεσε μάσκα. Είχε πάντα μπροστά του την οικουμενική εικόνα του κόσμου και όχι τη μικρή, την μικροαστική, την ατομική, την προσωπική, την εθνική.

Δεν βρέθηκε ποτέ με το ρεύμα της πλειοψηφίας ή της εξουσίας, γιατί δεν έχουν θέση εκεί οι καλοί ποιητές. Στάθηκε εκεί που πρέπει να στέκονται οι αληθινοί άνθρωποι, οι γνήσιοι εραστές της αλήθειας: απέναντι στη μικρότητα, στην ψευτιά, στην ματαιοδοξία, στην υποκρισία, στην αδικία.

Είχε έναν τρόπο γραφής και έκφρασης ολότελα δικό του.

Στο τελευταίο σου βιβλίο «Αυτοκρατορία, Κομμόδου Αντωνίου Αυγούστου, τα εις Μάρκον Αυρίλιον» τα είχε προβλέψει όλα, τα είχε μαντέψει. Ακόμη και τον θάνατό του, εκεί που το τρωτό φλερτάρει με το τραγικό.

Γράφει κάπου σε αυτό το βιβλίο: «Αργά ή γρήγορα το πραγματικό θέαμα θ’ αντικαταστήσει την θεαματική πραγματικότητα».

Δεν είναι αυτή μια κατάσταση που την ζει ο κατακερματισμένος και ταραγμένος μας πλανήτης; Και κάπου αλλού: «Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο, όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;»

Και πιο κάτω: «Η αλήθεια είναι ένα ξερόκλαδο στον γκρεμό σου. Το παίρνεις μαζί σου στην πτώση».

Όταν μετέφραζε έσκαβε βαθιά μέσα του στο να βρει την κατάλληλη λέξη, να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα, να δώσει στον αναγνώστη την τέλεια απόδοση του μεταφραζόμενου έργου. Μπορεί και να έψαχνε ώρες ολόκληρες για να βρει τη λέξη που ήθελε. Το μεταφραστικό του έργο (Έζρα Πάουντ, Έντγκαρ Άλαν Πόου, Καρλ Μαρξ, Ουίλιαμ Μπλέικ, Βασίλι Γκρόσμαν, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ντύλαν Τόμας, Σαλμάν Ρουσντί, Ουίλιαμ Σέξπιρ, Δανιήλ Χαρμς, Τόμας ντε Κουίνσι, Ρίτσαρντ Φλάναγκαν αλλά και αρχαίοι τραγικοί) είναι ανυπέρβλητο, όμως συκοφαντήθηκε και λοιδορήθηκε από μερικούς ζηλόφθονες που δεν τόλμησαν να δουν τι ακριβώς έκανε όταν μετέφραζε.

Ο Μπλάνας ήταν ένας ποιητής με βαθιά την αίσθηση της ευθύνης — πολιτικής, ηθικής, ατομικής, κοινωνικής.

Η ποίησή του είναι πολιτική, έχει πνευματικό βάρος, κοινωνικό εύρος, μετασχηματική αυτάρκεια, εκφραστική δομή, αναγεννησιακό βάθος. Μύθος και πραγματικότητα ζουν μαζί στα ποιήματά του και με τα αισθητικά τους δεδομένα επεξεργάζονται με φίλια πυρά την άλωση του ποιητικού σύμπαντος.

Στη σύντομη ζωή του γνώρισε τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, να πάσχεις, να πονάς, να υποφέρεις, να μαθαίνεις από τις δυσκολίες της ζωής, να υπομένεις τις επιθέσεις ατάλαντων πανεπιστημιακών μεταφραστών και λογοκλόπων δήθεν ποιητών, να σκοντάφτεις στις αντιξοότητες, να υφίστασαι πτώσεις, να σέρνεσαι από ήττα σε ήττα αλλά και να σηκώνεσαι πιο δυνατός από πριν και να συνεχίζεις.

Γράφει σε ένα ποίημά του ο ποιητής: «Γεννήθηκα πολύ αργά / κι όλο το μέλλον μου είναι παρελθόν. / Υπάρχω, ωστόσο, / αν και όχι […μετρήσιμος]». Ναι, υπήρξε ο Μπλάνας μετρήσιμος κεκλεισμένων των θυρών. Μετρήσιμος με μια παραγωγικότητα που κάλυπτε πολλά τετραγωνικά λογοτεχνικά χιλιόμετρα. Η ποίησή του ήταν καθαρή και όχι αινιγματική και μεταφυσική και κατέγραφε έναν κόσμο πέρα από τον εαυτό του. Υπηρέτησε με πάθος, ζήλο και ένταση τη λογοτεχνία, ενσαρκώνοντας στο έργο του την καθαγιασμένη ιερότητα της ποίησης, μιας ποίησης που επιδίωκε έναν πιο δίκαιο, πιο ίσο κοινωνικά, πιο αμερόληπτο, πιο ανθρώπινο, πιο συμπονετικό, πιο ειρηνικό κόσμο.

Η απώλειά του δεν ξεπερνιέται εύκολα. Είναι μια ανυπολόγιστη ζημιά για τον κόσμο της ποίησης. Θα μας λείψει. Θα λείψει σε όλους μας αφάνταστα.

[Δημοσιεύτηκε την Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, στο ΒΗΜΑ ως άρθρο-νεκρολογία για τον φίλο Γιώργο Μπλάνα, έναν εκ των τριών ιδρυτών του Κύκλου Ποιητών]