Τάσος Δενέγρης (1934-2009), Τέσσερα ποιήματα

Ζυρίχη

Ο ήλιος είναι άρρωστος και το ποτάμι ακίνητο
Γέροι με διάφανα κόκκαλα περπατούν στις πέτρινες γέφυρες
Η πόλη είν’ αδειανή και δεν υπάρχει κανείς να συλλαβίσει τ’ όνομά της.

(Απρίλιος 1956)

*

Requiem για μια εκφωνήτρια της τηλεοράσεως

Kάτω από τη γνήσια πρόφαση του Έπους
την τραγική μάσκα σου
φανέρωσε Αντιγόνη

Δεν είναι ενθουσιασμός, γλαυκή θάλασσα
Έφηβος ήλιος εικόνες με πλατύ στέρνο
Δεν είναι θρίαμβος δεκαοχτώ χρονών
Εμβατήριο στο πέλαγος με ξέσκεπο κεφάλι.

Κι αν δεν μπορεί πια να γελάσει κανείς
Ακούγοντας ιστορίες ηλικιωμένων
Είναι γιατί υπολογίζουν
πως κι αυτοί θα γίνουν

Το φαιδρό τους πρόσωπο
Κορόιδεψε πικρά
Μικρή Αντιγόνη.

(Νοέμβρης 1959)

*

Αναμνήσεις από τη σκοπιά

Όπως τότε
Ελπίδα η θάλασσα που γυάλιζε
Έξη χιλιάδες λόγχες.

Όπως τότε
Ο Χριστός στα πυρομαχικά
Κρύσταλλο η ατμόσφαιρα
Νύχτα
Κι ο ουρανός κοβόταν με μαχαίρι

(10 Οκτωβρίου 1966)

*Ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό «Τραμ»/5, Μάιος 1977.

*

– F –

Δήμιος δημαγωγός
ΑΓΩΓΟΣ κακός
Του υπαίθριου σαδισμού

Φως φωταγωγός
ΑΓΩΓΟΣ λανθάνων
Των ποικίλων εκπλήξεων

Πράξις πραξικόπημα
ΚΟΠΗ νομισμάτων
Αιτία διφορούμενων πτωμάτων

Λαός λαοθάλασσα
ΘΑΛΑΣΣΑ πικροκυματούσα
Υπέρτατο έλεος.

[Γράφτηκε στις 2.12.1970. Δημοσιεύτηκε το 1978 στη συλλογή «Το αίμα του λύκου» με τίτλο «Οι τύραννοι πρέπει να φοβούνται»]

Juan Gelman (1930 – 2014), Τρία ποιήματα

Arte Poética

Entre tantos oficios ejerzo éste que no es mío, como un amo implacable
me obliga a trabajar de día, de noche, con dolor, con amor,
bajo la lluvia, en la catástrofe,
cuando se abren los brazos de la ternura o del, alma, cuando la enfermedad hunde las manos.

A este oficio me obligan los dolores ajenos, las lágrimas, los pañuelos saludadores,
las promesas en medio del otoño o del fuego, los besos del encuentro, los besos del adiós,
todo me obliga a trabajar con las palabras, con la sangre.

Nunca fui el dueño de mis cenizas, mis versos,
rostros oscuros los escriben como tirar contra la muerte.

Ποιητική τέχνη

Ανάμεσα σε τόσα επαγγέλματα ασκώ αυτό που δεν είναι δικό
μου, σαν ένας αδιάλλακτος αφέντης
με υποχρεώνει να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα, με πόνο, με αγάπη,
κάτω απ’ τη βροχή, μέσα στην καταστροφή,
όταν ανοίγονται τα μπράτσα της τρυφερότητας της ψυχής, όταν η αρρώστια καταβυθίζει τα χέρια μου.

Σ’ αυτό το επάγγελμα με εξαναγκάζουν οι ξένοι πόνοι, τα δάκρυα, τα μαντήλια των αποχαιρετισμών,
οι υποσχέσεις καταμεσής του φθινοπώρου της φωτιάς, τα φιλιά των ερωτικών συναντήσεων, τα φιλιά των αντίο,
όλα με υποχρεώνουν να δουλέψω με τις λέξεις, με το αίμα μου.

Ποτέ δεν ήμουν αφέντης των σταχτών μου, των στίχων μου,
πρόσωπα σκοτεινά τους γράφουν σαν να πυροβολούν ενάντια στο θάνατο.

*

El f r í o de los p o b r es

el frío de los pobres que un día triunfarán / cruje en el fondo del país / torturado / callado / crepita otoñando padeceres / se le caen
hojitas / olores secos / van al suelo / se pudren alimentando la furia que vendrá / alma mía que así crecés contra las bestias / dame
valor o fuego / pueda pudrirme / continuar / para que coma la victoria

Το κρύο των φτωχών

το κρύο των φτωχών που μια μέρα θα θριαμβεύσουν / διαπερνά συθέμελα τη χώρα / βασανιστικό / σιωπηλό / σπιθίζει
χειροτερεύοντας τα βάσανα / πέφτουν
μικρά φύλλα / στεγνά αρώματα / πέφτουν στο έδαφος / σαπίζουν θρέφοντας το πάθος που θα έρθει / ψυχή μου που έτσι ανδρώνεσαι ενάντια στα θηρία / δώσε μου
αξία η φωτιά / για να μπορέσω να αποσυντεθώ / και να συνεχίσω / ώστε να θραφεί η νίκη

*

Don Luis

Gracias, compañero Cernuda,
gracias por recordamos la nobleza humana en este tiempo de la despasión.
Gracias por recordarla con belleza, como sol que entra en una casa vacía. La llenás con la memoria de los sueños y más, con sueños y horizontes
que pueden volver.
Gracias por dejamos la palabra
que vuela en un claro de la tempestad a ciertas dichas, ciertas esperanzas.
Transparente de niños te fuiste, pero no. Bailamos nuestra danza contra clausuras de la nada.

Δον Λουίς

Ευχαριστώ, σύντροφε Θερνούδα,
ευχαριστώ που θυμήθηκες την ανθρώπινη ευγένεια σ’ αυτή την εποχή της απάθειας.
Ευχαριστώ που μας τη θύμησες με έναν όμορφο τρόπο, όπως ο ήλιος που μπαίνει σε ένα άδειο σπίτι.
Τη γεμίζεις με τη μνήμη των ονείρων
κι ακόμα περισσότερο, με όνειρα και ορίζοντες που μπορεί να επιστρέψουν.
Ευχαριστώ που μας άφησες τη λέξη
που υπερίπταται μέσα σε ένα ξέφωτο μες στην τρικυμία για κάποιες ευτυχίες, για κάποιες ελπίδες.
Διάφανος απ’ τα μικρά παιδιά έφυγες, αλλά όχι. Θα χορέψουμε το δικό μας χορό ενάντια στους εγκλεισμούς του τίποτα.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

**Από το περιοδικό ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA, Nο 13, Αύγουστος 2025.

Edmond Jabès, Το αίμα δεν ξεπλένει το αίμα, 1976-1980

ΧΕΡΙ ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΑΚΟΜΗ…

Ι

Χέρι απαλό και στην πληγή ακόμη,
έξω από το βιβλίο.

Κάθε σελίδα, και το χέρι της·
κάθε εποχή·

αλλά και
κάθε σκιά:
του χεριού μου σκιά.

ΙΙ

Το χέρι σου πάνω στο χέρι μου,
η ζεστασιά μιας πυκνής σκιάς.

ΙΙΙ

Τόσα δάκρυα σ’ ένα χέρι
για να ξεδιψάσει ο θάνατος.

IV

Στήλη.
Ένα χέρι αναδύεται από το κενό,
δεσπόζει πάνω απ’ τους τάφους μας.

Αγνότητα των δακρύων.
Χυδαιότητα του πτώματος.

V

Χέρια εναντίον χεριών.
Όλη η ζωή -ώ, τούτο το αίμα!-
στάζει από ένα χέρι ανοιχτό.

VI

Παλάμη ανοιχτή,
ήλιος των νεκρών μας.

Ο ουρανός σήμερα,
πιο γαλανός κι από το πρώτο χάραμα.

VII

Άνοιξε διάπλατα, το χέρι σου.
Αυτό το άνοιγμα είναι η σωτηρία.

Ο ουρανός θεά βίας πάνω απ΄τη γη.
Κινούμαστε νέα στο κενό.
Με κάθε βήμα γκρεμίζουμε έναν τοίχο.

*Μετάφραση Κατερίνα Χατζοπούλου. Από το περιοδικό “Ποιητική”, τ. 34, φθινόπωρο-χειμώνας 2024.

Orhan Veli Kanik, Η παλιά κυρά μου

Ξέρεις εσύ για ποιο λόγο
τρυπώνεις κάθε νύχτα στα όνειρά μου,
κάθε νύχτα συμφωνία με το διάβολο,
πάνω στα κάτασπρα σεντόνια σου.
Για ποιο λόγο ξέρεις εσύ;
Εσένα ακόμη αγαπώ, παλιά κυρά μου.

Μα τι γυναίκα είσαι, ξέρεις εσύ.

*Μετάφραση: Θωμάς Κοροβίνης.

Philip Lamantia, Οραΐμπι

Αυτό που εννοώ όταν λέω το κλειδί του μέλλοντος
είναι γραμμένο τώρα που το βλέπεις
στον αέρα της περίφημής σου όψης είναι
ένα συμβολικό κλειδί
που βρυχάται
και με μια λύκινη έκφραση
τινάζεται στο γόνατο του ωκεανού

Αρκούδι της αστραπής
σε μία μαύρη ακτή φαναριών
χαμογελά με δόντια των κοχυλιών

Αυτό που λέω όταν σου μιλάω είναι πως υπάρχει
ένα περιβόλι γύρω απ’ το κεφάλι μου
που βλασταίνει είκοσι δύο μηχανές απ΄τις οποίες
θα φτιαχτεί το εκτυφλωτικό κρύσταλλο

Διαγνωστικά κύματα τοπίων της φωτιάς
γύρω απ΄το άκεντρο νησί

Αυτό που κάνω τώρα είναι να περιεργάζομαι
από αόρατα παράθυρα
που είναι κι αυτά καιόμενα
ο άνεμος μασκαρεμένος σαν φεγγάρι
εκατόν ογδόντα γράμματα εξατμίζονται και
γίνονται δάσος οφθαλμικών οργάνων

Για να διαβάσω την πράσινη φωτιά των τεμπέλικων γραμμάτων
τη μεταφορά της μεταφοράς στ’ αλήθεια
τ’ αρχαίο απόκρυφο ρίχνεται πέρα σ’ ένα κράνος
βλέποντας το βουνό
να γυρίζει να με κοιτάζει
ανεμίζοντας πέτρες επάνω απ’ ένα χωράφι κοιμισμένων ματιών

Οβελίσκος το ξημέρωμα
οβελίσκος το τραχύ ξημέρωμα
το πράσινο καλαμπόκι φτιάχνει μια λευκή πεταλούδα
μέσα στον οβελίσκο ταξιδεύοντας τη νύχτα
μαγνητικά φύλλα των δακτύλων της αυγής

Εκείνο που γράφτηκε στον οβελίσκο
στις κοιλότητες του μισοφοριού τ’ ανέμου
κρύβεται και φανερώνεται
στην ανώτατη αρχή του τυρκουάζ
εμποδίζοντας απίθανες θαυμαστές πόλεις
να φανούν
μες στους δρόμους του τυρκουάζ ήλιου.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οδός Πανός”.

Γιώργος Κοζίας, Σκηνές από το Πολώνιο

μνήμη Θάνου Μικρούτσικου

Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!

Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη
κι η ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο
σαν την Εύα Μπράουν
με τον αρχαίο φόβο στα μάτια

Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν
το μικρό πουλάκι
τον όμορφο κοκκινολαίμη
Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα
κι αυτούς που φτιάχνουν
για λίγα ρούβλια τα κιβούρια
το Πολώνιο όλους τους σκεπάζει…

Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!

*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

A.D. Winans, San Fransisco Blues / Το μπλουζ του Σαν Φρανσίσκο

Φωτογραφία: Patrick Stevens

Iran, Iraq, Libya

Africa, ethnic cleansing

Bill Gates, Donald Trump
And the Pope
All selling their own brand of dope

A mayor who is a joke
A bus system that doesn’t work

Head cases walking the street
Punk Rockers with rainbow hair
Women with pierced genitals
Ginseng for tired blood

My illusions are fighting a duel
With my delusions

The last time I picked up
A white courtesy telephone
The voice on the other end was mine

The dates on my calendar are blank

The pinball machine has no flippers
There’s no prize in my crackerjack box

My radio plays nothing but commercials
My hand holds my cock in contempt
My love life is an unread resume
With one too many references

I had a dream
I was a gunrunner

Trading hardware for software

I want my photo on a cereal box
Not a milk carton

The IRS is a legal shake down
The Pentagon a slaughterhouse

Jack the Ripper sliced and diced
His way through London Town
And he wasn’t even a chef

Freud was impotent
But put on a good show

Monks know the truth
But won’t share it

You know you’re in trouble

When your shrink deals in fantasies
And leaves you with his reality

My life has become a distraction
No addition and subtractions

When it becomes an abstraction
I’ll know I’ve found success

Ιράν, Ιράκ, Λιβύη

Αφρική, εθνοκάθαρση

Μπιλ Γκέιτς, Ντόναλντ Τραμπ
Και ο Πάπας
Όλοι πουλάνε τη δική τους μάρκα ναρκωτικού

Ένας δήμαρχος που είναι ανέκδοτο
Ένα σύστημα λεωφορείων που δε λειτουργεί

Διαταραγμένοι τύποι περπατούν στους δρόμους
Πανκ ρόκερς με μαλλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου
Γυναίκες με τρυπημένα γεννητικά όργανα
Τζίνσενγκ για κουρασμένο αίμα

Οι ψευδαισθήσεις μου μονομαχούν
Με τις παραληρητικές ιδέες μου

Την τελευταία φορά που σήκωσα
Ένα λευκό τηλέφωνο εξυπηρέτησης
Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν η δική μου

Οι ημερομηνίες στο ημερολόγιό μου είναι κενές

Το φλιπεράκι δεν έχει μοχλούς
Δεν υπάρχει δώρο στο κουτί με τα κράκερ

Το ραδιόφωνό μου παίζει μόνο διαφημίσεις
Το χέρι μου κρατά το πέος μου με περιφρόνηση
Η ερωτική μου ζωή είναι ένα βιογραφικό που κανείς δεν διάβασε
Με μία σύσταση παραπάνω απ’ όσες χρειάζοντα

Είδα ένα όνειρο
Ότι ήμουν λαθρέμπορος όπλων

Αντάλλασσα υλικό
Για λογισμικό

Θέλω τη φωτογραφία μου πάνω σε κουτί δημητριακών
Όχι σε κουτί για αγνοούμενα παιδιά

Η Εφορία είναι ένας νόμιμος εκβιασμός
Το Πεντάγωνο ένα σφαγείο

Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης τεμάχιζε
Τον δρόμο του μέσα στο Λονδίνο
Και δεν ήταν καν σεφ

Ο Φρόιντ ήταν ανίκανος
Αλλά έδινε καλή παράσταση

Οι μοναχοί ξέρουν την αλήθεια
Αλλά δεν τη μοιράζονται

Ξέρεις πως έχεις μπλέξει

Όταν ο ψυχίατρός σου εμπορεύεται φαντασιώσεις
Και σε αφήνει με τη δική του πραγματικότητα

Η ζωή μου έχει γίνει ένας αντιπερισπασμός
Χωρίς προσθέσεις και αφαιρέσεις

Όταν γίνει μια αφαίρεση της πραγματικότητας
Θα ξέρω ότι βρήκα την επιτυχία


*Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/san-francisco-blues?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=197870468&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Bruce Andrews, Ελάχιστο σκορ (περικοπή)

*Από το βιβλίο “Μεταμοντέρνα αμερικανική ποίηση”, σε εισαγωγή, ανθολόγηση και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2017 (σελ. 96-97).

Ece Ayhan (1931-2002), Αριστουργήματα

Ι
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, εκείνη τη χρονιά
‘που τα βιβλία καίγονταν

Την είσοδο είδαμε την επιβλητική ανάμεσα από σαράντα πύλες
ενός αλόγου ακέφαλου και ο ιππέας του με’ φάλαρα εξίτηλα

Μας ‘λέγαν οι ντερβίσηδες πως θάνατος διάχυτος επέστρεψε
απ’ την ανατολή

Ιδού γιατί από ένα ρεύμα υφάλμυρο
‘ς στα τρία μια πάλι διαιρείται

ΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, αγόρια ‘που
νεκροί οι μάστορές τους
το ένα χτένιζε του άλλου τα μαλλιά ‘σαν ‘βγήκαν
απ’ τη θάλασσα

Ω, Ινσταμπούλ το άγριο παλληκάρι μου
η πιο εκλεκτή μερίδα καρπουζιού
ενοχλημένα κρύβεις την καρδιά σου και αναδίνεις μυρωδιά
καθώς λουλούδια σαπισμένα·

Επάνω από την πόλι-συλλογή-γι’-ανάγνωσι πετούν μαυροπερίστερα

ΙΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί το νόμο το χρυσό
της διαλεκτικής

Γι’ αυτό στην ιστορία τόσοι πρίγκιπες κατέκτησαν
χωρίς ‘να το γνωρίζουν τ άλογά τους

Επάνω, δες, στις σαρκοφάγους τους έδρες εγχάρακτες ‘που είναι
αριστουργήματα.

*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ατελή και ατελεύτητα 

Man Ray. The delightful fields 1921-1922

Η ευτυχία κυλιέται στο χρόνο
και σε μια στιγμή εξαλείφεται
τα κοσμητικά επίθετα είναι αιχμάλωτα
οι καλοσύνες πεθαίνουν ανολοκλήρωτες
και η αιωνιότητα παθαίνει διαλείψεις

τα δρομολόγια του χάους ξεκινούν
από εκεί που εμείς τερματίσαμε
και καμιά προσευχή
δεν μας είναι προσιτή

οι ντροπές περισσεύουν
σερνόμαστε σε λάσπες και προστυχιές
εξισώσεις όλο και πιο δυσεπίλυτες
το αληθές είναι ψευδές
μέσα στα φιαλίδια των αναγκών
τοξικοί επίδεσμοι ενθύμια
από μάχες που δεν δόθηκαν
τα πάντα είναι ατελή και ατελεύτητα…

…οι Μήδοι δεν πρόκειται να διαβούν
εάν δεν τους χαρίσουμε εμείς τα κλειδιά