Ι
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, εκείνη τη χρονιά
‘που τα βιβλία καίγονταν
Την είσοδο είδαμε την επιβλητική ανάμεσα από σαράντα πύλες
ενός αλόγου ακέφαλου και ο ιππέας του με’ φάλαρα εξίτηλα
Μας ‘λέγαν οι ντερβίσηδες πως θάνατος διάχυτος επέστρεψε
απ’ την ανατολή
Ιδού γιατί από ένα ρεύμα υφάλμυρο
‘ς στα τρία μια πάλι διαιρείται
ΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, αγόρια ‘που
νεκροί οι μάστορές τους
το ένα χτένιζε του άλλου τα μαλλιά ‘σαν ‘βγήκαν
απ’ τη θάλασσα
Ω, Ινσταμπούλ το άγριο παλληκάρι μου
η πιο εκλεκτή μερίδα καρπουζιού
ενοχλημένα κρύβεις την καρδιά σου και αναδίνεις μυρωδιά
καθώς λουλούδια σαπισμένα·
Επάνω από την πόλι-συλλογή-γι’-ανάγνωσι πετούν μαυροπερίστερα
ΙΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί το νόμο το χρυσό
της διαλεκτικής
Γι’ αυτό στην ιστορία τόσοι πρίγκιπες κατέκτησαν
χωρίς ‘να το γνωρίζουν τ άλογά τους
Επάνω, δες, στις σαρκοφάγους τους έδρες εγχάρακτες ‘που είναι
αριστουργήματα.
*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”.
