John Jenkins
 reviews Chris Mansell’s, STUNG

cm-scan

STUNG

by Chris Mansell

Wellsprung Productions, 2014

Chris Mansell is a widely published poet with a lively range of interests, a multi-talented writer who bridges various creative worlds; her work sometimes fusing with music, the visual arts, and theatre. Her departure from a narrow specialisation in poetry is highly admirable, but may have made her somewhat under-appreciated both as an energetic innovator and important poet of her generation. Mansell’s first book of poetry appeared in 1978, and she has published more than 25 books and chapbooks in the intervening decades; while her Schadenvale Road, a collection of short stories, appeared in 2011.

STUNG represents a return to some of Mansell’s ongoing experimental concerns, foregrounding this vital dimension of her work. There is an obvious first clue in the typography, with the S of STUNG printed in grey ink, and TUNG (appropriately ‘sticking out’, as it does) in pink. Twin colours continue to alternate throughout the book.

STUNG consists of 72 square-shaped units of text, or ‘text tiles’, four of which are diagonally disposed across most of the book’s right hand pages. All the left-hand pages remain blank, providing a sort of conceptual breathing space.

Just one glance immediately reveals the pattern, with its ‘squads of quads’ joining across their adjacent corners, so one can read from one to the next, then down the page like stepping stones.

We have entered the territory of concrete poetry here, where the extreme formality of the book’s layout begins to shape content. Running counter to this, however, while cleverly mining a certain frisson it allows, the text itself – uniform within these severely formalistic, four-sided containers – immediately plunges readers into a stepping-down, breathless and heady onrush of words, entirely without punctuation. The expressionistic and often elevated lyricism of STUNG is thus held in a fine balance by the book’s formal restraint, and Oulipo meets concrete poetry in the service of conceptual play. But there is also passionate protest, mostly against the inescapable crap of life!

A lyrical passage which begins STUNG could refer to Sydney’s Circular Quay, or industrial port setting: ‘afternoon ferry hips a wharf goes feral in the light a wondrous jam of metal and wood ….’
The poem, after achieving very rapid liftoff, then rebukes two-faced summer: ‘… summer spilt hard on the street … promises futures summer lies its head off … summer you lying dog low smiling before you kill us you darer of fate and tickler of whim torch torturer wonder ….’

With tongue now fully free to sing or sting, we hear how many on Earth have been comprehensively stung (and in this context, conned). In the following ambiguous passage, summer’s rays of light seem glamorously life-enhancing at one moment, then like death-dealing military lasers the next: ‘… the glitzdom of over the edge of limelight of fantasms of lightfooted imaginary night spotlighting the flash of daylight an eyeflash straight to the brainstem arch over the edge … instant blisterglam ….’
STUNG then delivers a fusillade of pungent mini-diatribes against everything restricting and ugly in the human condition, including war, preventable global poverty, perceived crazy religions, the international arms trade, and particularly the one rule of thumb of economic exploitation. In these sections, images tumble chaotically: ‘… religion claiming the earth … fantastical dressups impress the poor dancing dreams around the ugly roofs … surely unbelievable to those who speak it as to those who hear … o god save something from the rubble if not truth then money render unto concrete what is abstraction power into glory into gore how it goes ….’

stung

Energy runs in tandem with much verbal invention, particularly towards the end, where we are left waiting, if not in God’s – then at least in Beckett’s – waiting room; waiting, that is, for things (not likely, on the evidence) to somehow improve: ‘ … next millennium gone to the hogs faster a violation wait waits waited waiting will wait was waiting will have waited will have to have waited…’.

STUNG is a spirited cry of protest, while remaining defiantly creative; and sympathetic too, to all those rowing in ever smaller circles in the same little tragi-comic boat on earth, or is that barb-wire canoe? This book is an excellent example of small-scale publishing, with care and attention to detail consistently evident, from concept to writing, through to text design, paper and binding.

*John Jenkins is best known as a poet. He also writes short fiction, non-fiction and occasionally for radio and live performance. He has worked as a journalist and book editor and taught in universities. He lives near Victoria’s Yarra Valley, and is widely travelled. His most recent poetry book is Growing up with Mr Menzies (John Leonard Press, 2008). Website: http://www.johnjenkins.com.au/

**Taken from Cordire Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Αργύρης Μαρνέρος, Καθαριότητα

10404454_862032327162410_2080855099196879989_n

Η δασκάλα έλεγε

Πάντα

Πως η καθαριότητα

Είναι

Μισή αρχοντιά

Η μαμά σας

Θα κόβει τα νύχια

Ο κουρέας τα μαλλιά

Όσο για το μυαλό σας

Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι

Να σας το παίρνω

Πάντα σύρριζα.

Γιάννης Υφαντής, Καθρέφτης

GRN05APL08-082_edited-1

Στους περισσότερους ανθρώπους
βλέπειςτον εαυτό σου
“δι’ εσόπτρου εν αινίγματι”.
Σχεδόν πάντα μπροστά σου στέκουν ή περνούν
στενοί καθρέφτες, ραγισμένοι ή θολοί.

Και σκέφτομαι
που η παρουσία του Θεού ή όπως λένε η Δευτέρα Παρ-ουσία
άλλο δε θα ‘ναι
παρά μόνο ένας μεγάλος καθρέφτης καθαρός
όπου ολόκληρο θα δεις τον εαυτό σου κι ολοκάθαρη
της παρουσίας σου την ουσία θα χαρείς.
12 Νοέμβριος 2008 12:27 πμ

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://nosferatos.blogspot.com/2008/11/blog-post_230.html?showComment=1226442420000

Τζακ Κέρουακ, Κρασί στους αλήτικους δρόμους

Θα μπορούσα να κάνω κάτι χειρότερο
απ’ το να κάθομαι στους αλήτικους δρόμους
πίνοντας κρασί,
απ’ το να ξέρω πως τίποτα δεν έχει σημασία τελικά
να ξέρω πως δεν υπάρχει πραγματική διαφορά
ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς
να ξέρω πως η αιωνιότητα δεν είναι ούτε
νηφάλια ούτε μεθυσμένη, να ξέρω όλα τούτα
νέος και να ‘μια ποιητής,
θα μπορούσα να ήμουν επιχειρηματίας και να λέω
τρομερές βλακείες και να πιστεύω πως ο Θεός
νοιάζεται για μένα,
αντί γι αυτό έκατσα σταυροπόδι σε μοναχικές
παρόδους και κανείς δεν με είδε, μόνο το μπουκάλι
είδαν κι αυτό είχε αδειάσει
κι έκανα έρωτα σε καλαμποκοχώραφα
και σε νεκροταφεία
για να μάθω πως οι νεκροί δεν κάνουν φασαρία
για να μάθω πως τα καλαμπόκια μιλάνε
(το ’να στ’ άλλο με χέρια γέρικα ξερά)
έκατσα στα σοκάκια νιώθοντας τα φώτα του νέον
και κοιτώντας τους επιστάτες της μητρόπολης
να στύβουν τις πατσαβούρες τους κάτω στα
σκαλιά της εκκλησίας.
Κάθομαι πίνω κρασί
και αγιάζω στις γραμμές του τρένου
απ’ το να είμαι εκατομμυριούχος και πάλι προτιμώ
να σωριάζομαι με κάποιον άμοιρο και φτηνό ουίσκι
στην πόρτα μιας αποθήκης, με θέα μεγάλα ηλιοβασιλέματα
σε χορταριασμένους αγρούς του σιδηροδρόμου
να ξέρω πως όσοι κοιμούνται στο ποτάμι
έχουν μάταια όνειρα, να ‘μια σταυροπόδι
μες στη νύχτα και να γνωρίζω τα πάντα
να ‘μια μοναχικός σκοτεινός
με το οπτικό νεύρο παρατηρητής
του διαμαντιού του κόσμου
που στροβιλίζεται.

*Από την Ανθολογία “Μπιτ ποίησης”
, εκδ. Ροές. Εμείς το πήραμε από τον τοίχο του Σούλη Θωμόπουλος από το facebook. 


Jorge Luis Borges, “Μαθαίνεις”

7559_10151893086098525_633289037_n

Μετά από λίγο μαθαίνεις

την ανεπαίσθητη διαφορά

ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι

και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι

Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις

πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια

Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου

με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα

Με τη χάρη μιας γυναίκας

και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις

όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,

γιατί το έδαφος του Αύριο

είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια

…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο

να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…

Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου

μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ

Αντί να περιμένεις κάποιον

να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις.

Jorge Luis Borges, You learn

After a while you learn the subtle difference

between holding a hand and chaining a soul,

and you learn that love doesn’t mean leaning

and company doesn’t mean security.

And you begin to learn that kisses aren’t contracts

and presents aren’t promises,

and you begin to accept your defeats

with your head up and your eyes open

with the grace of a woman, not the grief of a child,

and you learn to build all your roads on today

because tomorrow’s ground is too uncertain for plans

and futures have a way of falling down in mid-flight.

After a while you learn

that even sunshine burns if you get too much.

So you plant your garden and decorate your own soul,

instead of waiting for someone to bring you flowers.

And you learn that you really can endure.

That you really are strong.

And you really do have worth.

And you learn. And learn.

With every good-bye you learn.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο La Casta Diva στη διεύθυνση http://lacastadiva.wordpress.com/2014/09/08/480/

Angela Costi, Η λειτουργία της γιαγιάς Μαρούλας

mpougada

η ζωή εν τάφω

στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας
η ζωή εν τάφω

Όταν γελάει είναι το ξεραμένο σύκο να το φας τις γιορτινές μέρες,
αυτή είναι η Γιαγιά γύρω μας ξανά, στα μπλε,
κι αυτός είναι ζωντανός εκεί λέγοντάς της να σωπάσει,
δεν υπάρχει κανείς αληθινός δόλος,
πίσω απ’ την τηλεόραση δεν υπάρχει καμιά παγιδευμένη πόρτα,
τίποτα δεν μπορεί να γλιστρήσει μέσα ή έξω,
όλα τα μονοπάτια οδηγούν στο ασφαλές μέρος όπου η τροφή και η σκέψη εναρμονίζονται,
φτιάχνει σάντουιτς αντί για σούπες, σήμερα είναι απλό –
ένας κίτρινος μπόγος σαπουνιού και χαρτιού τουαλέτας
– ποιος θα πάρει την πρώτη μπουκιά;
Στο Anglesea αφήνει το φουλάρι της να σκουπίσει την άμμο και αυτή πέφτει
σαν τρελή για τα κύματα, σαν να γίνεται το μαύρο γαρύφαλλο στο ρυζόγαλο
μαδημένο πάντα, πριν το άρωμα κατακλύσει την μπουμπουκιασμένη γεύση ενός μωρού, κλαίγοντας για κάτι να νανουρίσει τη γλώσσα του
και τρέποντας σε φυγή το κεντρί.

η ζωή εν τάφω

τόσο μακριά
απ’ το Αρχαίο Ελληνικό Ευαγγέλιο
που μυρίζει λιβάνι
πρόσωπα εικόνων σε πλαίσιο

τόσο μακριά
απ’ τον παλιό μου τόπο

η ζωή εν τάφω

Μόνο για τον Enzo θα σπάσει την πασχαλινή σοκολάτα σε αρκετά κομμάτια
αναμειγνύοντάς τη με μακαρόνια,
ανοίγοντας και κλείνοντας το σιωπηλό του σπήλαιο,
τροφοδοτώντας τη νεκρή του σύζυγο,
προσευχόμενη στα παιδιά του να επισκεφτεί τα μάτια του Enzo για να της μιλήσουν
– τα ζωντανά φαντάσματα είναι δυσκολότερο να ευχαριστηθούν.
Κανένας δεν μπορεί να την εμποδίσει από το να χτυπάει τη γροθιά της στα κόκκινα τούβλα,
τα αίματα πρέπει να περιπλέκονται στα σχέδια με τα μπλε νήματα σαν κρόσσια
σχηματίζοντας μια βουνίσια λίμνη, χωριάτικους λόφους, λουλούδια από αρχαίο χώμα –
κοιτάξτε τα όμορφα πετσετάκια μου
– ένας χάρτης λεηλασιών, μια ζωή μαχαιριών, βράχων και ουροδοχείων.

Αυτή θα ξεπεράσει τις προσδοκίες για να φτάσει σε μια πλήρη ωριμότητα
που μόνο οι ευλογημένοι φτάνουν.
Απόψε θα κοιμηθεί μ’ ένα χρωματισμένο αυγό κάτω από το μαξιλάρι της
που θα ραγίσει
και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της.

η ζωή εν τάφω

καθώς το τελευταίο φύλλο αγκαλιάζει
το μαραμένο δέντρο
κάνοντας την τελική του προσευχή

στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας

η ζωή εν τάφω
η ζωή εν τάφω
τόσο μακριά από…

και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της

τόσο μακριά από…

η ζωή εν τάφω

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Anne Sexton, Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του

10322492_1550507191835553_3694656489392786701_n

Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.

Είναι το άθροισμα του εαυτού σου

Και των Ονείρων σου.

Σκαρφάλωσε την σαν μνημείο

Βήμα προς βήμα.

Εκείνη είναι στέρεη.

Όσο για μένα

Εγώ είμαι νερομπογιά.

Φεύγω με το Νερό.

Ivan Goll, Morgue

1521244_10204255565325003_8476028117697297207_n

Στην παγωνιά του ύπνου

Απελευθερωμένος από ρίζες

πλανιέται κι ονειρεύεται ο κοιμισμένος

Περιπλανιέται για να μην

Ξαναγυρίσει ποτέ πια

στης γης το πανδοχείο

Όμως στις αβύσσους του κορμιού του

Ωριμάζει σαν γεννημένη από δέντρο

η παμπάλαιη φωτιά καινούργια.

*Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης.

Βάσσος Γεώργας, κρεμάστηκαν απ’ το σβέρκο μου

Έργο της Lara Baladi

Έργο της Lara Baladi

κρεμάστηκαν
απ΄το σβέρκο μου
μικρές σκληρές αλήθειες
σαν σχισμένα άμφια
με κεντημένα χρυσά στολίδια
από αρβανίτικα παραμύθια
ξεροβήχω και κοιτάζω
αδέλφια και πρωτοξάδελφα
αμίλητα να τρέμουν το χρόνο
που μας συμβουλεύει
και με σπασμένα δόντια και
μελανιασμένο κορμί
απαγγέλλουμε μετρώντας
απ΄το τέλος προς την αρχή
στίχους της Οδύσσειας
σαν ξυπόλητες φιγούρες
στο γάμο του Καραγκιόζη
που απολαμβάνουν
τα πρωτοβρόχια ενώ φλέγονται
απ΄το αλάτι της γης
όλες μου οι πληγές
στρέφεται η ψυχή μου
σαν δείκτης πυξίδας
στο κέντρο του ουρανού
και προσανατολίζεται μεγαλώνω σκληρά
γιατί ποτέ μου
δεν φοβήθηκα
να αντιμιλήσω
και να τσακωθώ
με κανένα
απ΄τους γερασμένους
θεούς τύρρανους
της εφηβικής μου πατρίδας
κι ας προσευχόμουν
στο όνομά τους
για χρόνια

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο του Βάσσου Γεώργα στο facebook.

Κώστας Γαρίδης, Σύντομο ελεγείο στη μικρή κόρη της φάμπρικας

sadness

Ξυπνούσε τη νύχτα. Την έβλεπα
κάθε πρωί στο μουντό φως να γυρίζει στους δρόμους
σαν ένα φεγγάρι που χάνει το δρόμο του.
Σαν ένα φεγγάρι που το δέρνουν οι άνεμοι
και το πνίγουν τα σύννεφα. Τα χοντρά της παπούτσια
θορυβούσαν περίεργα, λες και περνούσαν
νικηφόροι στρατοί. Ήταν ένα κλωνάρι
λυγαριάς που δε μέστωσε. Εκείνη την ώρα
ξυπνούσαν οι φάμπρικες με χοντρά μαύρα χέρια
για να πνίξουν τον ήλιο. Ένα τέταρτο δρόμος.
Ώσπου ν’ άνοιγε η μια πόρτα έκλεινε η άλλη
και ντουβάρια που ψήλωναν για να κρύψουν τον ήλιο.
Ένα τέταρτο δρόμος.
Κι η μέρα δεν ήταν παραπάνω από τέταρτο.
Τα χοντρά της παπούτσια
μετρούσαν τις μέρες και τα χρόνια με τέταρτα.
Μετρούσαν τον ήλιο και το φως με στιγμές.
Πόσος ήλιος και πόσο φως καθρεφτίστηκε
στα μεγάλα της μάτια; Πόσο πήρε μαζί της;
χαιρετίσματα στ’ άλλα μικρότερ’ αδέρφια της
που κοιμούνται στη γη;

*Το ποίημα του Κώστα Γαρίδη είναι παρμένο από εδώ http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82%20%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82