Γρηγόρης Σακαλής, Λύτρωση

surrealism

Καρτερικά το τέλος αναμένεις
να σε λυτρώσει
από τον πόνο
απ’ της ψυχής το βάσανο
ν’ απαλλαγείς
με της καρδιάς τ’ ανέκφραστα
κι ανείπωτα
βαρυφορτωμένος
παραπατάς
και την τύχη σου βαρυγκομάς
άδειος από αισθήματα
δεν αγαπάς πια
δεν σ’ αγαπούν
ένα σαρκίο που περιφέρεται
άσκοπα
τίποτα δεν περιμένεις
παρά μόνο το θάνατο
να λυτρωθείς.

*Από το περιοδικό “Σοδειά”, Νο 21, Σεπτέμβρης-Νοέμβρης 2014, που κυκλοφορεί.

The Last Hotel – H Patti Smith μελοποιεί Jack kerouac

Το τελευταίο ξενοδοχείο

Βλέπω το μαύρο τοίχο
Βλέπω τη σιλουέτα στο τζάμι
Μιλάει, σε ρυθμό
Μιλάει, σε ρυθμό
Αλλά, δεν σκάω
Δεν σκάω για το τι λέει
Με νοιάζει μόνο το τελευταίο ξενοδοχείο
Με νοιάζει μόνο το γεγονός ότι αυτό είναι το τελευταίο ξενοδοχείο
Βαθύ, ασύμβατο, σκοτεινό, γλυκό
Το τελευταίο ξενοδοχείο
Το τελευταίο ξενοδοχείο
Φαντάσματα στο κρεβάτι μου
Οι σάτυροι απ’ τους οποίους μετάγγιζα
Το τελευταίο ξενοδοχείο

*Μουσική: Thurston Moore-Lenny Kaye.

Θοδωρής Βοριάς, Πρόστυχοι δρόμοι

10484991_306449746185069_965198445025797424_n

Δεν κάνουμε γι’ αυτούς τους δρόμους,
γίνανε βιτρίνες οι εχέμυθες γωνιές.
Χέρια ξεφυτρώνουν απ’ τους τοίχους
κλέβουν τα ερωτικά σημάδια
των κορμιών μας και τα διαλαλούν.

Έτσι δημόσια που μας ξεγύμνωσαν
αυτοί οι δρόμοι
-με τη ντροπή να στάζει
από τα σκέλια μας-
ας μας περίσσευε μια στάλα δύναμη
να τους γυρνούσαμε την πλάτη, ν
α τους περιφρονούσαμε.

*Από το νέο τεύχος του περιοδικού “Σοδειά” (Νο 21, Σεπτέμβρης-Νοέμβρης 2014) που κυκλοφορεί.

Σπύρος Μαρούλης, Έχω ξεχάσει τη γεύση του άλατος


1964771_765033000219756_8468586340773606209_n

Τα ακροδάχτυλα 

παρενοχλούν το ένα το άλλο

και τα ρουθούνια δράκοι αντιμέτωποι

πάνω απ’ το γεμάτο τέρατα και δαχτυλίδια 

πηγάδι. 

***

Έχω ξεχάσει τη γεύση του άλατος

την οσμή των νεογέννητων

και τη δροσιά του ζεστού καφέ.

***

Ο κολλαριστός γιακάς

κουμπωμένος μέχρι τον παγωμένο λαιμό 

και μέχρι τους καρπούς.

***

Τρώω όρθιος.

Έτσι στέκομαι όλο το καιρό

***

Σκοτώνω μύγες με ποιήματα

σκοτώνω και δέντρα

και πουλιά 

***

Δεν ξέρεις 
πόσο σ’ αγαπώ.

*Ο τίτλος διαλέχτηκε αυθαίρετα από μένα. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι της Irma Sakel.

Dimitra Karafylli (1947-2014), Crazy blind man’s buff

p5230353

I lock up.
I lock up well be protected from thee, who
silent, invisible, dimensionless
almost without touching
touch me, buckle me.
Wearing the colors of my life
the smell of my things
you fool me.
I play crazy blind man’s buff with you
unconsciously.
I forget myself, I forget you, I take liberties.
Let’s wish forgetting it was once and you
as you leaving to hurt me
leaving
do not get my moments
do not dwindle my time,
impostor.

*Translation: Dimitris Troaditis. From the collection “Crazy blind man’s buff”, Arkadikos Kirikas (Arcadian Herald) Editions, Athens 2013.

**The original Greek is published here https://tokoskino.me/wp-content/uploads/2014/09/p5230353.jpg

karafy1

Κατερίνα Γώγου, Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε

10172797_4136738712980_76816053334591206_n

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι ανθρωποι δεν υπήρχανε.
Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

elefthe

Γειά σου εργατιά

stein04

Γειά σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια,
με τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ως τ’ αστέρια
να υψώνονταν, κι’ ακόμα πιο ψηλά.

Γειά σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτέ σου εσύ να ζήσης
με την ψευτιά και την κλεψιά. Και μήτε να γλεντήσης
με ξένους πόνους κ’ ίδρωτες. Ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρώ που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.

Κηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
Μα ήρθε καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη,
καιρός τη δύναμή σου να αισθανθούν!

Γειά σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά,
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου.
Την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ώ εργατιά.

*Δεν ξέρουμε τον ακριβή συγγραφέα αυτού του ποιήματος. Όμως την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το απήγγελνε σε εργατικές συγκεντρώσεις στο Βόλο ο αναρχοσυνδικαλιστής τσιγαράς, Γιώργης Κόσσυβας. Για τον ίδιο ξέρουμε ότι, συν τοις άλλοις, έγραφε και ποιήματα, οπότε ίσως είναι ο συγγραφέας.

Nanja Noterdaeme, The small series of the days

2399034-3x2-940x627-800x533

I
The postman arrived
He comes from far away
A letter in his hand
stretched out, “this is for you”!
Tiny letters on the envelope
I read small and concise
But I fight with the black dog
of a tall man
who struggles with himself
How many days more?
Tiny and concise,
I recognize the letters and
This letter is yours,
Signed: Little men

II
Socks in a tree dry.
Such a merry day for the socks tree
They watch us
fighting with the black dog.

III
A small series
The birds
The mother and the child
The man in front
They fly, walk, sit, live, watch
the small series of the days

IV
Of course it needs some premeditation
You just don’t do it lackadaisically
Something as an organized hullabaloo
would be more appropriate
The killing will look more like
you really needed a vengeance.
You kill them with a knife, others vote you.
You stab with a well-thought plan,
the plan of who gets away with it
unstained, in his suit and properly knotted tie,
while the bloody idiots lay in a disordered
street.
You of course are in your right
The right to kill and the right to reign,
to spoil lives, shout and cry in Parliaments,
Of course, you killers have the right to cry
On spilled beans, Ghosts united, void eyes.

V
Sweet words to the stabbed
Sweet deeds to the done away with,
the deprived of their future
Young and old and old youngsters
drowned in anachronisms

VI
The ones without the words

Shriek in the dark
Speak only with the lights out.
Somebody could hear them
The garden gate is sealed
The curtains hide their fantasies
haunting phantoms of an uncanny routine
Somebody could believe they exist

But they insist

They hate smiles
Smiles remind them of life
And they hate love because love is life
And you can lose

They’d rather have the universe
Telling them they’re right
And therefore the universe
Is at fault of being a universe
Because it doesn’t tell them anything
It just shows its stars
But light is a torture
For the brooding in the dark
.
They do not go out

They watch television
They encounter the phantoms of their past
In the darkness of long ago forsaken dreams
And broken days to come

The ones without the words

VII
In a curve
on the bike, the sudden knack
of the handlebars
and the twist of the front
wheel engaged into the lane
with a dog along your right pedal
drifting
your mind in a zigzag, on your sway
to the unknown.

VIII
I have some time
ago she said
deeply struggled
with the idea of death
Conciliation with it
was hard on me
For a while until
I made a colored engraving
On it a dead hand
holding a hammer
let the hammer fall
as a feather
into the light blue gaze
of the unknown.

IX
I hold the
time in my hands
My fingers
My arms
My body
dips in the grass
Holds a grass root to my lips
whistles and
goes dizzy with the sight
of ephemeral poppies
Look into the eyes of
A Caravaggio bloody red
Virgin,
Dig a hole for
The coming rosemary
Plant green babies
All around
Greet the
eyes of euphoric
Asteroids,
Listen to a symphony
of timeless class,
in a timeless space of
eudemonic grace.

X
So it is
IX tired me
Because time
Was passing by.
It took a watch out of its pocket,
And held it to my face.
I left, it was before the enemy struck.

Στιγμόμετρο: «δώδεκα και μια στιγμές υπόληψης»

Paul Bond, Unexpected departure

Paul Bond, Unexpected departure

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

Τζούλια Φορτούνη

Michael Wyndham, Kate Sharpley

kate-sharpley

1.
Φυλακισμένες μέρες χωρίς κατηγορία
σε ένα κελί βρώμικο
από τον ιδρώτα των μπάτσων
όπως με σφυροκοπούσαν
με γροθιές και ρόπαλα
μέχρι που η θέα του καθρέφτη γινόταν ένα σόου τρόμου
αλλά ο λοχίας χαμογέλασε
θα υπάρξουν περισσότερα απ’ τα ίδια
αν δει το «άσχημο αναρχικό μου πρόσωπο»
στους δρόμους ξανά.

2.
Γιατί περίμεναν να συμφωνήσω στη θλίψη
και στάθηκα περήφανα μπροστά στη βασίλισσα Μαίρη
καθώς μου καρφίτσωνε τα μετάλλιά της
για τον νεκρό πατέρα μου, τον αδελφό και τον εραστή μου
που τους περίμενα για πάντα
να είναι «εύθυμοι Tommies» κι εγκάρδιοι
να πεθαίνουν από σφαίρες σε πλήρη σύγχυση
παραμορφωμένοι από μίλια αγκαθωτού σύρματος
με μπράβο και χαμόγελα
για τον βασιλιά Γεώργιο που είναι δραστήριος
αγγλοποιώντας τους γερμανικούς τίτλους του.

3.
Έτσι πέταξα πίσω τα μετάλλια στο
κλαμένο πρόσωπο της Αυτής Μεγαλειότητος
που ήταν σαν κέρινο ομοίωμα:

“Αν σκέπτεστε τόσο πολύ γι’ αυτά, κρατήστε τα”.

Αλλά η Αγγλία η χωμένη στη λατρεία
της βασιλείας λύσσαξε: “Εξοργιστικό!”

γιατί το αίμα που ρέει αργά
στο μάγουλό της βασίλισσας
θεωρήθηκε μια πιο συγκλονιστική απώλεια
από το αίμα των νεκρών
πατεράδων, αδελφών και εραστών
που πνίγηκαν στα πεδία των μαχών της Ευρώπης


*Μετάφραση΅Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Η βασίλισσα Μαίρη απένειμε μετάλλια στο Greenwich, τα περισσότερα για τους νεκρούς στρατιώτες στον πόλεμο, που απονέμονταν στις συζύγους, αδελφές ή φιλενάδες τους. Σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο ένα 22χρονο κορίτσι, “που βρισκόταν υπό την επιρροή αναρχικής προπαγάνδας”, έχοντας συγκεντρώσει μετάλλια για τους νεκρούς πατέρα, αδελφό και φίλο της, στη συνέχεια, τα πέταξε στο πρόσωπο της βασίλισσας, λέγοντας: “Αν σκέπτεστε τόσο πολύ γι’ αυτά, κρατήστε τα”. Το πρόσωπο της βασίλισσας καθώς και μιας συνοδού της γδάρθηκαν. Η αστυνομία και υπό την επίδραση της πατριωτικής προπαγάνδας, άρπαξε το κορίτσι και το χτύπησε επανειλημμένα. Όταν απελευθερώθηκε από το αστυνομικό τμήμα λίγες μέρες αργότερα, χωρίς κατηγορία, μόλις και μετά βίας αναγνωριζόταν” Ήταν η Kate Sharpley, από την οποία έχει πάρει το όνομά της και η αναρχική kate Sharpley Library στο Λονδίνο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξετε στο http://www.katesharpleylibrary.net/0zpcq4

https://www.facebook.com/michael.wyndham.5?fref=pb&hc_location=profile_browser