Μάριος Χάκκας, Μυρτώ στη φθινοπωρινή λιακάδα

1901163_1564145333800085_2784836732207805810_n

Μυρτώ των φθινοπωρινών ξενοδοχείων

Οι κάμαρες δε βλέπουν τη βροχή

Μόνο κοιτάζουν σ’ άδειες ντουλάπες

σ’ ένα λαβομάνο χωρίς σεμνοτυφία

σ’ έναν καθρέφτη που μετράει ρυτίδες

χωρίς πρόσωπο ένα πόδι γυμνό

σκοπεύει τα κλειστά παράθυρα

κι είναι βγαλμένα πάνω στο σεντόνι

ζαρτιέρες μάτια και στηθόδεσμος.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης η οποία είναιτου André Derain, είναι από τον τοίχο της Thalassa Mystica στο facebook.

Dylan Thomas, Το χρώμα Της λαλιάς

dylan_thomas

Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ
κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

*Από το βιβλίο “Το Χρώμα Της Λαλιάς (Ποιήματα 1934-1953)”, εκδόσεις Ερατώ, 2003. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Νάσος Αθανασίου, Δύο ποιήματα

247736_1562973950588877_6747510110422558181_n

Εφηβικό Ελεγείο

Το έχουνε πάθει κάποιοι φίλοι και δύο κορίτσια που ήξερα καλά,
ξεπαρθενεύτηκαν γεμίζοντας τα κελιά τους κούτες μ’ αλλονών τα κατορθώματα
για να φανεί η απεραντοσύνη τους ως αναγκαίο κακό.
Και φάνηκε, όταν πήραν μια κούρσα
με οδηγό το γιο της καλύτερης σου φίλης.
Δεν πρόλαβαν να συστηθούν, μα κι ούτε να τρακάρουν πρόλαβαν.
Άναψαν ατέλειωτα τσιγάρα υπολογίζοντας τις αποστάσεις
και σκόνταψαν στα πρώτα ρήματα άτριχοι και μόνοι.
Τα πέλματά τους είχαν σημάδια σαν από καρφί
μα μια απλή αγκίδα από την αβαρή μεταφορά του ξύλου ήταν εντέλει.
Η ιματιοθήκη γέμισε με ερυθρόλευκα παλιόρουχα
που ‘ χαν πεθάνει προ πολλού στην πρώτη τους εντύπωση.

Σφιχτοπάλαμα κοντά ξυλαράκια με μυτερό και γρήγορο τελείωμα.
Στο φέγγος της εποπτείας σου σωστοί στρατιώτες.
Όταν άστοχα επιβράβευες τα σύννεφα παίρναν το σχήμα σου.
Αναψυχή με φόντο ένα τοπίο με θάλασσα και γύψο.
O συριγμός σου μέσα από την πανοπλία ακουγόταν πεντακάθαρα.
Αυτά είναι τραγούδια για μεγάλους.
Τεθλασμένη;
Επάγγελμα σκαφτιάς.

***

Όπως πάντα

Τους κοντινούς μου απ΄αίμα αν ρωτήσεις,
θα σου αποκριθούν πως λογής λογής χωρίσματα
έσφαζαν τις γιορτινές μας συναθροίσεις
και πως μοτίβα πολλαπλά
και ρωτήματα αναπάντητα,
μ ‘ εμπόδιζαν να δω
και αξία σε κόμβους τέτοιους να προσδώσω.
Αμέτρητα σπασμένα ποτήρια και δέρματα.

*Ευχαριστώ τον Νάσο Αθανασίου για την αποστολή των ποιηματων. Ο ποιητής διατηρεί την ομώνυμη ηλεκτρονική σελίδα στη διεύθυνση http://nassosathanasiou.com

Ντέμπορα Αντόν Σοριάνο, Λιγότερο Αμελί, περισσότερο Κλαρίσα Νταλογουέι

solmet17

Πώς μισώ τις ερωτήσεις-υποβρύχιο.
Πού πάει η μικρή μου αγαπημένη;
Ο φόβος στο περίβλημα δεν κυριαρχεί.
Καθώς, το μίσος πέφτει,
πάντα πίσω απ’ την αυλαία της ψυχανάλυσης.
Έλα εσύ, και φέρε τα κόλπα σου, πουτάνας γιε.
Διάλεξε για δόλωμα το σάλιο
με χέρια σαν φωτογραφικές μηχανές.
Με κάνεις να μετράω την απόσταση σε σκαμνιά.
Με κάνεις εχθρό απέναντι στο ίδιο μου το γράμμα.
Βιογράφησέ με.
Είσαι η έμπνευση αυτής της μηχανής από σάρκα.

*Το ποίημα είναι από το Λιγότερο Αμελί, περισσότερο Κλαρίσα Νταλογουέι.
Το ιστολόγιο της ποιήτριας βρίσκεται στο http://cuentagotas.wordpress.com/
** Από την Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά, εκδ. Βακχικόν, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Δημήτρης Τρωαδίτης, πατριδογνωσία*

10377986_314890362025512_4825424160228306280_n


*αποσπάσματα από μια σύνθεση σε εξέλιξη

……………………..
οι πατρίδες είναι σαν γυναίκες
ανοίγουν τα πόδια τους
και τα χέρια πανιά
και τα κεφάλια ξέσκεπα
για να συλλέγουν πελατεία
και βρώμικες λέξεις
τραγουδούν δήθεν καλλίφωνα
αλλά δεν απηχούν τίποτα
εκτός από μίσος
για τους χαμάληδες
των δρόμων

πατριδογνωσία
φέρετρο
ανάσκελα στέκεται
στο χώμα
μισάνοιχτο
για προσκύνημα
νεκροσύνη
νεκρώσιμη ακολουθία
σε ελλειπτικό χώρο
………………………

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

Έργο της Anna Gillespie

Έργο της Anna Gillespie

συντηρημένοι γήινοι

καυτός ο άνεμος
και η σκόνη,
από τη κοσμική
θάλασσα των γαλαξιών,
περιπλανώμενη
στα πέτρινα θεριά,
μπλε άμμος
και μισοθαμμένοι
αρχαίοι οβελίσκοι
και οι λαθρέμποροι
σε αντίσκηνα ανοξείδωτα,
εδώ και κει,
τα ιπτάμενα καραβάνια
περιμένουν:
συντηρημένους
τους κρατούν
σε συσκευασίες
μιας χρήσης,
γήινους
θ’ ανταλλάξουν,
με πολύτιμα πετράδια·

***

κολλημένος χρόνος

Φαντάσματα
σε καρέκλες οι κριτές
και κόκκινα μάτια αράχνης·
την περιμένουν,
πονεμένη η ψυχή,
μόλις τη πόρτα έκλεισε
του αποχαιρετισμού·
έρημη πόλη,
εγκαταλειμμένη,
και ίχνη που κλαίνε,
καταραμένος ο χρόνος,
κόλλησε,
και επαναλαμβάνει
την ίδια πράξη·


*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.