Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Σαν άμωμος σύλληψη
Έτσι αρπάχτηκε
Έτσι φυλακίστηκε ο κόσμος
Ολόκληρος μέσα στην σκέψη
Ενός αέρα
Που είχε φαρδύνει τις ράγες από ένα κλουβί
Ενώ κανείς δεν κατάλαβε πως δημιουργεί χώρο
Ή και διάθεση
Και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν διέφυγε
Ποτέ δεν δραπέτευσε
Ή δεν θέλησε να δει
Πώς μπορεί να ζήσει έξω από το όριο
Και από την εικόνα σημασία των λέξεων
Να λιώσει το αλουμίνιο χρώμα
Να αποκτήσει την ελαφρότητα
Της πλήρους ακύρωσης
Να συλλάβει την ιδέα ενός κόσμου
Από την αρχή
Με όλα τα υγρά των σωμάτων
Και των ματιών
Μια σύλληψη όχι άμωμος άμωρος
Και ασυνεχής
Αλλά όλο και πιο πολλαπλασιασμένη
Πολλαπλή και με σχάση
Με δύο ολόκληρα οροπέδια
Στην άκρη των Πυρηναίων
Να ζητάνε την ανακάλυψη από την αρχή
Από την αρχή των λέξεων
Που δεν ειπώθηκαν
Στις εσοχές των βουνών
Τότε που οι άνθρωποι θέλησαν να δουν
Πώς είναι να ζουν έξω από την εικόνα
Έξω από το όριο περίγραμμα μιας ηπείρου
Που δεν
Που δεν
Έλαβε όνομα
Οπότε έγινε Ανώνυμος Εταιρεία
Εισαγωγής ποίησης
Και εξαγωγής του κενού
Μεσόκαινος περίοδος
ψαράδες. «Μην ανησυχείς, φτιάχνουν κομπόδεμα και θα ’ρθουν, μπάρμπα Ηλία. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν».
Ο μοναχικός γέρος σταυρώνει τα χέρια, χαμηλώνει το κεφάλι και προσεύχεται για τα δυο αγόρια του που έφυγαν, ο ένας μηχανικός στη Γερμανία και ο άλλος οδοντίατρος στην Αγγλία, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του. Τα ήμερα μάτια του μένουνε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
«Ναι, μπάρμπα Ηλία, έτσι θα ’ρθουν, σαν τους γλάρους σου. Μην απελπίζεσαι».
Και οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρνουν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
«Αλήθεια», του λένε, «πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπάρμπα Ηλία; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι…»
Τον ρωτούν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μ’ όλο που την ξέρουν.
Τα είχε βρει μικρά, μες τους βράχους, δυο γλαροπούλια, αμάλαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο σπίτι του. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του.
Μια ημέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε…»
Μες τις αναμνήσεις του, μες την καρδιά του, εκείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά.
«Λοιπόν…, εσένα θα σε λέμε Βασιλάκη», είπε στο ένα πουλί. «Κι εσένα θα σε λέμε Αργύρη…»
Έτσι από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Και οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Όταν μεγάλωσαν και ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να τα έχει σκλαβωμένα. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες τα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ ελαφριά.
«Άντε, λοιπόν, Βασίλη», είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του και τ’ άφησε να φύγει.
Το πουλί πέταξε και έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο και ύστερα το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα εκείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο παράθυρο του σπιτιού του μικρά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε! Πετούσε από τη χαρά του σαν να ήταν τα παιδιά του που ήρθαν να τον δουν! Άνοιξε το παράθυρο να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γίνεται. Τα πουλιά φεύγουν το πρωί, ταξιδεύουν ως τον Γαββαθά, ή ως τη σκάλα της Ερεσού και τα βράδια γυρίζουν. Κάνουν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούν πάνω από το σπίτι του μπάρμπα Ηλία. Αν είναι χαμηλά ο γέρος μπορεί να τα ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια κάτω απ’ τις φτερούγες. Και σαν βγαίνει με τη βάρκα και αυτά τριγυρίζουν εκεί κοντά χαμηλώνουν και τσιρίζουν από πάνω του. Τα έχουν μάθει και οι άλλοι ψαράδες και σαν τα βλέπουνε φωνάζουνε γελώντας:
«Ε, Βασίλη! Ε, Αργύρη!»
Έτσι περνούν οι μέρες στο «χερσονήσι», στα ανατολικά της Λέσβου, ανάμεσα από το Σίγρι και τα Λάψαρνα. Δεν έχει όνομα, και οι ψαράδες το λένε απλά έτσι: το χερσονήσι. Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, έξω από θάμνους. Γυμνό και έρημο. Όταν ο καιρός είναι καθαρός ξεχωρίζουν τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα από το πέλαγος.
Ο μπάρμπα Ηλίας, ο μοναχικός γέροντας της μικρής χερσονήσου, δε ρωτά πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Απ’ το καφενείο στο Σίγρι δεν περνά. Δε ξέρει τίποτα και δεν τον νοιάζει. Όλος ο κόσμος στενεύει μέρα με τη μέρα.
Οι τελευταίοι σύντροφοι, που αλλάζει πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους, είναι κάτι ψαράδες, που, σα δεν τους παίρνει ο καιρός, αράζουν στο λιμανάκι, μένουν εκεί και λένε για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούν εκεί. Τότε, στις μακρινές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τελειώνουν, έρχεται η ώρα για τα δυο παιδιά του.
«Δουλεύουν όλη μέρα», του λένε οι
Διαβάζω στο διαδίκτυο
επιχειρήματα και κόντρα
επιχειρήματα για τον θάνατο
των βιβλίων.
Οτι η ψηφιακή τυπογραφία
θα αντικαταστήσει την
παραδοσιακή
ότι τα pixels θα
αντικαταστήσουν τους τσίγκους και τα στιγμόμετρα
ότι η άυλη απεραντότητα
του ψηφιακού κόσμου
θα υπερτερήσει των δυσβάσταχτων
χάρτινων όγκων.
Μπορεί.
Αλλά το ωραιότερο κοπλιμέντο
που είπα κάποτε σε γυναίκα
είναι ότι μυρίζει καλύτερα κι από
φρεσκοτυπωμένο βιβλίο
κι αυτό, διάολε, δεν θα
μπορούσα να το πω
αν δεν υπήρχε τυπογραφία
R.E.M Θυμάμαι πως είναι η ευτυχία… Έθαψα παγόβουνα μέσα μου…
Υπότροπη
Η ματαιοδοξία αλλάζει πορεία στο αίμα…
Ι Μηδέν γραμμάρια… Τόσο ζυγίζει μια βαλίτσα γεμάτη στίχους…
Αναρριχητής
Άνδεις… Ιμαλάια… Ψηλορείτης… Πενταδάκτυλος… Κατάκτησα με τα χρόνια χιλιάδες κορφές… Μα στη καρδιά σου μονάχα ένιωσα ελεύθερος…
Αιμορραγία
Σπάνια κουβαλώ δύσκολες λέξεις… Τα δάχτυλα μου ματώνουν εύκολα πια…
Νομίσματα
Εσύ νομίζες πως είμαι ποιητής μα εγώ είμαι ένα σκυλί στα ίχνη του πολέμου…
Κένυα Ι Μην ψάχνεις συμπάθεια στις λέξεις μου… Το βλέμμα μου έγινε τόσο ωμό όσο τα δάχτυλα στα πόδια του μωρού που πατάνε πέτρες και χώμα…
Κένυα ΙΙ
Πώς είναι στην χώρα σας κύριε… Έχετε μεγάλα σχολεία ; Έχετε νοσοκομεία ; Έχετε φαρμακεία ; Έχετε την δύναμη να μη σας δούμε να κλαίτε…
Νομοτέλεια Όσο γεννιούνται φασίστες θα γεννιούνται και ποιητές…
Ερζεγοβίνη
Είδα στα μάτια σου την πατρίδα μου… Μια βαθιά πληγωμένη γυναίκα που μετουσίωσε το αίμα της σε μακιγιάζ…
Πεπρωμένο
Ποιητής μπορεί να γίνει όποιος είναι ανίκανος να γίνει Άγιος…
El Floridita Bar
Ο τρελός κι θάλασσα… Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και θα σε σκοτώσω…
Ο σοφός κι θάλασσα… Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και σ’αποφεύγω…
Ο ποιητής κι θάλασσα… Αν δεν σε δαμάσω δεν είμαι άξιος να με πνίξεις…
Μέσα μου πάντα πάλευα μια θάλασσα μα δεν ήμουν τρελός ούτε σοφός κι λέξεις έρχονταν στον ύπνο μου να με κοροϊδέψουν…
Κραυγή
Κύριε Μπουκόφσκι… Ελάτε να σας κεράσω μια ντουζίνα μπύρες… Ελάτε να παίξουμε μπουνιές… Κι ανάμεσα στα αίματα και τα στάχυα να φωνάξουμε στο φασίστα τον θάνατο πως οι σκέψεις δεν πέφτουν νεκρές…
Το τέρας
Λοχ Νες… Βικτώρια… Βαϊκάλη…
Παντού ζει ένα τέρας ανυπότακτο ίδιο με την ψύχη του…
Άφεση
Σ’ εκείνες τις άκυρες μέρες που σε παίρνει ο διάβολος απ’ το χέρι και σε οδηγεί στην μυστική χρονορουφήκτρα της λησμονιάς…
Αφέσου μα κράτα τα μάτια και τα χείλια σφραγιστά…
Ελευθερία
Η ελευθερία είναι θέμα αναπνοών…
Συνωμοσία
Απ’ το τίποτα γεννιέται ένα ποίημα… Μην ακούς τα κρίνα που συνωμοτούν…
Ντόμινο
Κάποτε θα παίξουν ντόμινο οι ψυχές… Πρώτη θα πέσει η δική μου… Πάντα κάποιος πέφτει πρώτος… Έπειτα ορδές… Ακολουθούν…
Προσευχή Αμήν… Έφτασα επιτέλους εκεί που τόσα χρόνια προσευχόμουν… Βρήκα αυτό που έψαχνα… Αυτό το σπουδαιότατο Τίποτα και το έκανα για πάντα δικό μου…
Πατρίδα
Απόψε κρατώ στα μπράτσα τα σπλάχνα μιας ολόκληρης γενιάς…
Δεν έχω λόγο να λυπηθώ κανένα από εμάς…
Έζησα ανάξια κάτω από μια προπέλα που είχατε με τόσες φοβίες ηλεκτροδοτήσει… Απήχθηκα στην πορεία απ’ τα οράματα σας και βιάστηκα ασταμάτητα στο πανδοχείο της ύλης… Πλανεύτηκα από την ηθική σας και εξαγόρασα την σκέψη μου για περισσότερα αγαθά…
Πίστεψα στα ευαγγέλια της κρίσης κι έγινα το ίδιο κτήνος με σας…
Μεγάλωσα όπως διατάξατε μα θα αρνηθώ να με πιστέψουν…
Κρυφά θα ελπίζω να βανδαλίσουν το τάφο μου και κρυφά θα περιμένω να ψιθυρίσουν στο κρανίο μου…
Πως δεν θα γίνουν ποτέ μα ποτέ σαν κι εμάς…
Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου
Αρνούμαι τον πόλεμο… Θέλω να βλέπω γυμνά τα πόδια σου με μυστικές γραμμές να σχηματίζουν το σήμα της ειρήνης…
Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος στο γέλιο σου και θα σου δίνω λευκή την σημαία της ψυχής μου…
Τυχαία γνωριμία
Γνώρισα τελικά τον άγνωστο ποιητή… Δεν είχε θέση ανάμεσα σε αγάλματα… Ούτε ποιήματα δεν είχε γράψει…
Σίσυφος Δεν είμαι ξένος εδώ… Βλέπεις εκείνη την κηλίδα ψέματος που ανθίζει μια φορά τον αιώνα στην καρδιά της στέπας; Βλέπεις στα μάτια του ελέφαντα το χάρτη του πεπρωμένου; Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο που τρίβει τους αγκώνες και στο σκοτάδι μου φωνάζει… Σίσυφε… Δε με θυμάσαι;
Fuga Δεν υπάρχει εμβόλιο για την φυγή ακριβέ μου…
Χωρίς παραλήπτη Δε χρειάζoμαι άλλα μηνύματα… Έβαλα στην τσέπη το τελευταίο κονσερβοκούτι που λήστεψα απ’ το ναό της ελπίδας… Ξεκίνησα μυστικό διάλογο με τα φρούτα που τόσο εύκολα φθείρονται… Δεν έλαβα απαντήσεις… Ούτε απ’ τους ανθρώπους απαντήσεις έλαβα… Το σύμπαν με ξεγέλασε… Στεγνώνω σαν χταπόδια ένα ένα στον ήλιο τα πτώματα των φίλων μου… Χαμηλώνω τα μάτια και με χνώτα ζεσταίνω την σακοράφα προτού ράψω το στόμα μου για πάντα… Πόσες ψυχές θα κουβαλήσω; Για πόσες ψυχές θα κλάψω ακόμη θεέ μου; Για πόσους φόνους θα αντέξω να τραγουδήσω; Πόσα κέρματα θα σπείρω κάτω απ’ το παγωμένο βλέμμα του λευκού; Δεν θα λάβω απάντηση καμιά μα ούτε θα σε ξαναρωτήσω ακριβέ μου…
Ειδωλολάτρης Είμαι ο αρχιερέας των παγανιστών που λάτρεψαν το κορμί σου…
Μήτρα Η μάνα της τέχνης είναι η παύση…
Το χρέος Να σου συστήσω τον κόσμο όπως τον έχω γνωρίσει… Αυτό ήταν το χρέος μου… Ούτε κι εγώ ποτέ κατάλαβα γιατί…
Άνθρωποι και πόλεις Πάφος… Πεκίνο… Μπουένος Άιρες… Αθήνα… Βερακρούς, Νάπολι, Σαο Πάολο Αβάνα, Ναϊρόμπι… Όλες οι πόλεις του κόσμου είναι ίδιες… Κι άνθρωποι μονάχα στα ονόματα διαφέρουν…
Άκουσα την σενιόρα Ροντρίγκες να κλαίει για τον δεύτερο της γιο που ήταν κάπως τρελαμένος…
Ξημέρωσε μάνα σκέφτηκα…
Οι άνθρωποι μονάχα στα ονόματα διαφέρουν…
ΙΙ Όπως κι αν έρθει η ζωή θα της δώσω το σχήμα μου…
Κυνήγι
Πώς να κυνηγήσει κανείς άγριες λέξεις σχεδόν σαρκοφάγες που φυτρώνουν διπλά απ’ το βλέμμα του λύκου και των πνευμάτων τους βρυχηθμούς ;
Τρομοκράτης Σταμάτησα να φοβάμαι τις εικονικές εκτελέσεις… Η πραγματικότητα ήταν πως πάντα έτρεμες να με πυροβολήσεις…
Πλεκτάνη Στα έγκατα του ανθρώπου βρίσκεται λένε ο Θεός… Το παράδοξο είναι πως όταν κανείς αγαπήσει τόσο πολύ τον εαυτό του δεν ονομάζεται πιστός αλλά Νάρκισσος…
Τοτέμ
Στην έρημο της ψυχής υπάρχει ένα τοτέμ κτισμένο από τύψεις…
Οι μορφές που θα δεις σκαλισμένες θυμίζουν πνεύματα γερασμένα που ξαποσταίνουν στην σάρκα της πέτρας… Οι προσευχές που θ’ ακούσεις ξελογιάζουν της ικεσίας το τέρας κι ανασταίνουν τσακάλια που ξεσκίζουν τον ανθρώπινο φόβο και μετατρέπουν το βλέμμα του τρομαγμένου σε ψυχή αετού…
ΙΙΙ Τα όνειρα είναι κβαντικά αποστάγματα…
Θυμάμαι
Υπάρχει ένας μαύρος θεός κι ένας λευκός διάβολος… Τους είδα… Τους θυμάμαι μέσα στα μάτια σου…
Η καταδίκη Έχετε ποτέ καταδικαστεί; Χιλιάδες φορές κυρία μου… Τις περισσότερες από τύψεις… Κύριε εννοώ αν έχετε καταδικαστεί ποτέ από το κράτος ; Ναι χιλιάδες φορές κυρία μου… Κουβαλώ στον αυχένα τα σύνδρομα της γενιάς μου… Κύριε… Έχετε πάει φυλακή; Χιλιάδες φορές, αλλά κανείς δεν είδε τα χαρτιά μου… Μάλιστα θυμάμαι κι ένα κακό σκυλί να γυροφέρνει στο κρανίο μου να ακούω τα γαυγίσματά του και να μην μπορώ να μιλήσω… Να μην μπορώ να σκεφτώ και να βλέπω τα δάκρυα μου να κυλούν κάθε που τον έπιανε η λύσσα… Μην με ρωτάτε λοιπόν αν έχω καταδικαστεί… Μην με ρωτάτε τίποτα πια… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και θα φύγω… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και δεν θα ξανάρθω στον ύπνο σας… Θέλω μονάχα μια υπογραφή για να θυμάμαι πως υπήρξα… Όπως συμβαίνει στην αρχή κάθε ζωής και στην αρχή κάθε θανάτου…
Ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
θέλει να πεθάνει
επειδή θέλει να ζήσει.
Ακούγεται μια εκκωφαντική σιωπή από τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησε (Θεέ
μου λυπήσου τον, ας μην τ’ αγαπάει πια) και από τα μέρη που κάποτε
επισκέφθηκε (Θεέ μου λυπήσου τον, ας μην τα επισκέπτεται πια).
Εκείνος ήξερε πως ο δίσκος θα παίζει
μουσική -υπέροχη, θεσπέσια, μαγική μουσική- και ίσως ο δίσκος να έπαιζε για λίγο μουσική, μα πλέον δεν ακούγονται νότες, μονάχα η σιωπή. Και είναι καιρός ν’ αφαιρέσει, επιτέλους,
τον δίσκο.
Πριν αφαιρέσει τον δίσκο
ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει
επισκέπτεται τρεις πίνακες που
(κάποτε) έπαιζαν μουσική για κείνον.
Here Come the Dogs
by Omar Musa
Hamish Hamilton, 2014
Primarily known as a performance poet and rapper, Omar Musa has embarked on another textual form with his latest publication, Here Come the Dogs. Written in a combination of verse and prose, Here Comes the Dogs offers an intimate portrait of three young men negotiating issues of identity and marginalisation in an unnamed Australian city. Musa, who is Malaysian-Australian, positions his poetry and prose in a manner that allows for his book to confront themes surrounding cultural and ethnic identities, intersectional discrimination and problematic expressions of masculinity and power.
Here Come the Dogs begins with the perspective of Solomon as he impatiently waits for his closet friend, Aleks, and his half-brother, Jimmy, to meet him at the greyhound races. Conflict between ethnicity and nationality are directly introduced as the reader follows Solomon’s internal dialogue. Upon seeing Aleks and Jimmy emerge from the crowd Solomon observes:
What a crew –
a Samoan, a Maco and my half-brother, a something.
The only ethnics at the dog races.
(8).
By introducing the trio in this way, Musa positions their ethnicity as a predominant factor in their negotiations of identity. Yet this emphasis on ethnicity also allows for Musa to play with and expose the limitations and problems that an essentialist understanding of ethnicity has for contemporary Australia. During one scene Aleks, who is Macedonian, goes to meet Solomon and finds him in the street ‘telling a story to two Tongan blokes’ (41), after which Aleks asks himself: ‘Aren’t Samoans and Tongans supposed to hate each other? ’ (41-42). Musa continually challenges the prejudices that prowl beneath these sequences of thought.
One of the primary ways in which Musa confronts preconceived ideas of ethnicity is by refusing to define the background of the character Jimmy. Although it’s established that Jimmy is Solomon’s ‘half-brother’ (8), Jimmy’s ethnicity remains unspecified. At one point a character gazes at Jimmy, ‘obviously trying to figure out what he is’ (49). This is a startling line, highlighting the harmful impact caused by people accustomed to categorisation. Musa delves into the consequences of such prejudices as Jimmy stumbles into a world of increasing hallucinations and a burning madness.
Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά στα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
*** Η υπόσχεση
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
«Κύριε ελέησόν με»
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω
*Από τη συλλογή «Κυκλική διαδρομή», εκδ. Φαρφουλάς, 2014. Από το http://www.poiein.gr