Dimitris Troaditis, The light of the candle

candle-hand-blue

you are as landscape that slowly-slowly changes
and radiates in the beams of the sun
or twinkles in the drops of the rain,
as if walking on sand of a volcano
as a strange clump that penetrates
the internal craters of the heart
where I run to them to hide…

I want to see entirely your figure
inside my upsetting hours,
waiting for your shade,
as a lightened drop from a sunshine,
as an uneasy song in the window blinds,
as the light of the candle in a fluid space,
as a string magic and free,
your caress to bloom on dry almond trees
in various iridescence to unroll…

Your eyes aren’t getting dark in my thought
and with all the pomegranates of the year
I’m waiting for your laughter
as my world is transformed
by one of your glances and a say…
into magnetic aspects which make different
our forms in sounds
from bells of stars…

I got tired of my spirit to be incompetent
as a tormenting neurotic process
in between lies and truths.
I don’t want anymore to become a prisoner
of a charm so much mysterious
that is evaporated in a few minutes…
I don’t want anymore to live moments
near in the hysteria
and the world to unfold around me
as one ungrateful conspiracy.
I will not wait for a invisible future anymore
neither will succumb in the imminent deaths
as another absolute form of roaming.
I want now the journey in
the enchanting depth of your pictures.
I want now to undermine the directness
of ridiculous heart-breaking aspects
of this exiled life
that exists only as a ghost.
I want now the wind to blow
in the sails of the people
and impenetrable surfaces to cross.
Suppressing the order of things
leading them to the ataxia,
chasing away the sordid masks
of alienation and decay…

Come to free our souls
break the chains which have us
prisoners in stakes of morality,
stripped naked towards liberating lights,
under the leaves of the Autumn
before the thunderstorms catch us …

I see you beyond the borders
in worlds without cries of despair,
touching the clouds of the night,
raising tightly in our hands in the harmonies,
embraced to resist
in the maelstroms will come…

*Translated by Dimitris Troaditis. Edited by Angela Costi.
**The Greek original is here: https://tokoskino.wordpress.com/2011/02/10/%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%8D/

Κωστής Τριανταφύλλου, Ονειροδρόμιο – Άυλο βιβλίο στο διαδίκτυο*

POP_KostisTriantafyllou_L1004189

Εκεί κάπου εν μέσω των ταραγμένων ‘70s (το 1977, συγκεκριμένα) είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα βιβλίο με σχέδια του Κωστή (Τριανταφύλλου), το Ονειροδρόμιο. Πολύ γρήγορα το βιβλίο μετατράπηκε σε μια ακόμη) βίβλο του Underground και αναπόφευκτα κάποια στιγμή εξαντλήθηκε και εξαφανίστηκε από τα ράφια. Τα προσγειωμένα 80s και τα κυνικά 90s δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για τέτοιες απογειωμένες και ακραίες ψυχογραφικές σπουδές. Σήμερα το βιβλίο πλέει ελεύθερο στο διαδίκτυο και ο καθένας μπορεί να το κατεβάσει (χωρίς αντίτιμο) από τον τόπο http://www.costis.org/books

Όμως αξίζει κανείς τις συνθήκες της εποχής, ειδικά τώρα που τα 70s έχουν ξανά την τιμητική τους. Το περιοδικό Πάλι έχει σταματήσει να κυκλοφορεί. Ο Νάνος Βαλαωρίτης βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο, ο Πάνος Κουτρουμπούσης στο Λονδίνο, ο Δημήτρης Πουλικάκος παίζει ροκ με τον Εξαδάχτυλο και ζευγαρώνει τους πειραματισμούς του Frank Zappa με τη δημοτική παράδοση. Ποτέ δεν θα καταγραφεί επακριβώς στο βινύλιο. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης καίει τα ζωγραφικά του έργα στη γκαλερί και κόβει τον ομφάλιο λώρο με τη δημιουργία. Το περιοδικό Σήμα μοιάζει να συνεχίζει το πνεύμα ενώ, κυρίως, ο Χρηστάκης θα συγκεντρώσει γύρω από τα -πολλά διαφορετικά- έντυπά του (Κούρος, Panderma, Ιδεοδρόμιο) τους πιο ανήσυχους δημιουργούς του περιθωρίου και όχι μόνον.

«Αυτά τα καλλιγραφικά πραγματοποιημένα –ή σχεδιασμένα πρόσωπα δεν κοιτάνε, περιμένουν», γράφει για τη δουλειά του Κωστή Τριανταφύλλου ο Pierre Restany. «Είναι βουβά σαν την επιθυμία. Είναι η ενέργεια αυτού που τα κοιτάζει που τους ξαναδίνει ζωή, μια ζωή που δεν υπάρχει ολοκληρωτικά παρά μέσα στο βλέμμα του άλλου.» Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Κωστής Τριανταφύλλου θα αναπτύξει μια πολυδιάστατη δράση σε μια σειρά από καλλιτεχνικές περιοχές, από τους σχεδιαστικούς πειραματισμούς ως την ποίηση, την αρθογραφία, την έκδοση περιοδικών, τη διοργάνωση εκδηλώσεων. Ιδρυτής και εκδότης του πολύ επιδραστικού περιοδικού Λωτός (στην πρώτη του φάση), στη συνέχεια θα εμπλακεί στις εκδοτικές δραστηριότητες του Λεωνίδα Χρηστάκη και την, ολοένα και καθαρότερα, υποστήριξη ενός εναλλακτικού δρόμου, του underground. Magnum opus αυτής της τρελής εποχής για τον Κωστή Τριανταφύλλου θα είναι η έκδοση Ονειροδρόμιο (σχεδιασμένο την περίοδο 1970-4). O καλλιτέχνης συνήθως δίνει δευτερεύουσα βαρύτητα στις εκθέσεις σε σχέση με τη μηχανική αναπαραγωγή που τον φέρνει σε επαφή με ένα διαφορετικό κοινό, παρόλα αυτά παρουσιάζει τα σχέδια του βιβλίου στο Πολυπλάνο του Νίκου Παπαδάκι. Τα σχέδια και η ζωγραφική του Τριανταφύλλου αυτής της εποχής αναμιγνύουν σε ένα απίστευτο συνονθύλευμα στοιχεία από την πιο ακραία σεξουαλική ελευθεριότητα, κοινωνική κριτική, επιρροές από το It, το Oz, το Zing, το Αctuel, το Zap, και άλλα underground έντυπα αλλά και τα χαρακτικά του Georg Grosz ή τα έργα του Rauschenberg. Φυσικά επίμονο στοιχείο που διαπερνάει όλη τη δουλειά του (αλλά και τα κολλάζ που θα κάνει αργότερα στη δεκαετία του ’80) ένα χιούμορ σαρκαστικό και αναρχικό, ένας χλευασμός για την εξουσία και τις συμβάσεις κάθε είδους, την οικογένεια, την αστική ζωή, την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, την αμερικάνικη επιρροή στη ζωή της χώρας.
Θανάσης Μουτσόπουλος

* Βιβλιοκριτική στο περιοδικό Artime #04/2006

**Το “Ονειροδρόμιο” μπορείτε να το κατεβάσετε και από εδώ: http://www.scribd.com/doc/257943463/%CE%9F%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF-pdf

André Breton (1896-1966), Always for the First Time

54133

Always for the first time
Hardly do I know you by sight
You return at some hour of the night to a house at an angle to my window
A wholly imaginary house
It is there that from one second to the next
In the inviolate darkness
I anticipate once more the fascinating rift occurring
The one and only rift
In the facade and in my heart
The closer I come to you
In reality
The more the key sings at the door of the unknown room
Where you appear alone before me
At first you coalesce entirely with the brightness
The elusive angle of a curtain
It’s a field of jasmine I gazed upon at dawn on a road in the vicinity of Grasse
With the diagonal slant of its girls picking
Behind them the dark falling wing of the plants stripped bare
Before them a T-square of dazzling light
The curtain invisibly raised
In a frenzy all the flowers swarm back in
It is you at grips with that too long hour never dim enough until sleep
You as though you could be
The same except that I shall perhaps never meet you
You pretend not to know I am watching you
Marvelously I am no longer sure you know
Your idleness brings tears to my eyes
A swarm of interpretations surrounds each of your gestures
It’s a honeydew hunt
There are rocking chairs on a deck there are branches that may well scratch you in the forest
There are in a shop window in the rue Notre-Dame-de-Lorette
Two lovely crossed legs caught in long stockings
Flaring out in the center of a great white clover
There is a silken ladder rolled out over the ivy
There is
By my leaning over the precipice
Of your presence and your absence in hopeless fusion
My finding the secret
Of loving you
Always for the first time

André Breton has been called the founder of Surrealism. There are various definitions of Surrealism, as you’ll find if you Google, saying much the same thing in slightly different ways. These two between them seem to cover it most comprehensively:

A movement in art and literature that flourished in the early twentieth century. Surrealism aimed at expressing imaginative dreams and visions free from conscious rational control.

A 20th-century avant-garde movement in art and literature which sought to release the creative potential of the unconscious mind, for example by the irrational juxtaposition of images.

Breton’s own Surrealist Manifesto of 1924 calls it:

Psychic automatism in its pure state, by which one proposes to express — verbally, by means of the written word, or in any other manner — the actual functioning of thought. Dictated by the thought, in the absence of any control exercised by reason, exempt from any aesthetic or moral concern.

It grew out of symbolism and dada, and was influenced by Freudian psychology. A number of other French poets of that era also identified as Surrealists. (The most famous exponent was, of course, the Spanish painter, Salvador Dali.) 

I find some contemporary Surrealist writings a bit too weird, the dreaminess more like nightmare, so I’ve not been interested in trying it. But the early Surrealists were less extreme. This piece is delicate and lovely, and coherent enough to carry me along unresistingly, while still being more imaginative than rational. I might try it some time after all! Indeed, following the rise of ‘confessional’ poetry and our awareness of the subconscious, I suspect many of us are doing something like it from time to time, without the label.

As usual, the link on the poet’s name, above, leads you to the Wikipedia article. If you’d like something a little more detailed and literary, the Poetry Foundation article might fit the bill.

There is also an Amazon author page, really four pages, including not only poetry but fiction and critical / philosophical essays.

*Taken from Poets United blog at http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/03/the-living-dead.html

Νεκρόδειπνος (Tάκης Σινόπουλος)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι’ έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι’ απ’ τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι’ ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ’ άλογα κι’ η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι’ ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι’ άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

View original post 609 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, το βινύλιο της ύπαρξής μας

1

το βινύλιο της ύπαρξής μας
είναι σαν ένα στρείδι
στη βαθιά θάλασσα
πράσινο σαν
τον εύφορο κήπο μας
σκούρο μπλε
σαν το πανωφόρι μας
το Φθινόπωρο
αλλά γκρίζο
σχεδόν μαύρο
σαν την καπνοδόχο
στην ψυχή μας

*Το πρωτότυπο ποίημα στα αγγλικά βρίσκεται εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/08/19/dimitris-troaditis-vinyl-of-our-existence/ Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Καβάφης

kavafis_1_600-1

στον Βασίλη Ρούβαλη
Πέταξαν τις στάχτες σου στη θάλασσα;
Ή σάπισες κι εσύ μ’όλους τους άλλους
Θα συνάντησες πολλούς σ εκείνο το μακρινό σου ταξίδι
που δε είχαν καν ακούσει το όνομά σου.
Θα συνάντησες κι άλλους που έπιναν νερό στ’όνομά σου.
Τι κι αν δεν πήρες Νομπελ.
Πήρες όμως αγάπη από τους ανθρώπους
Και που δεν μεταφράστηκες
Κι από ποιόν δεν διαβάστηκες.
Και σίγουρα θα κουραζόσουν από τις ατέρμονες αναλύσεις τους
τις ενδελεχείς αποτιμήσεις της Τέχνης σου
τις ευρηματικές διδακτορικές διατριβές όλων των ”ειδημόνων”.
Αποσυναρμολογούν και συναρμολογούν τους στίχους σου
οι κάθε λογής καβαφιστές και καβαφολόγοι.
Σε βάλαν χειρουργείο κανονικά καημένε μου Καβάφη.
Χωρίς περίσκεψη
Χωρίς αιδώ.
Χωρίς καν να έχουν νιώσει το άρωμα που η ποίησή σου
αποπνέει.
Mε την κρυφή ελπίδα να ξεψυχήσεις στα δικά τους χέρια την
ώρα της εγχείρισης
(για να χουν έπειτα να καυχιούνται πως γνώριζαν μόνοι αυτοί
καλά τον ένδοξο νεκρό)
Και τώρα βρέθηκε και κάποιος να πει δημόσια πως δεν άξιζες.
Επιστρατεύοντας πλήθος επιχειρημάτων
Για να καταρρίψει τον μύθο
Για να αποδείξει περίτρανα πως ”ποικίλη δράσι των
στοχαστικών προσαρμογών”
είναι τελικά μια ουτοπία.
Πως όλα σχετικά με σένα ήταν πολύ κακό για το τίποτα.
Ξέρω πως αν τον είχες απέναντί σου,
θα τον κοιτούσες βαθιά μέσα στα μάτια.
Θα του έκλεινες έπειτα πονηρά το μάτι
χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο
και με γενναιόδωρη διάθεση θα του ψιθύριζες:
”Eίναι κι αυτή μια στάσις .Νιώθεται”.
Και θα το εννοούσες.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα, εκδ. Ενδυμίων.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, πύλες

aveburymistystones

τρέχει
φοβισμένος,
στοές τραγικές,
περνά από πύλες
και ξαναπερνά,
διαδρομές
στολισμένες, με ληγμένες
ερωτικές προσευχές
και το φως κορεσμένο,
το χρόνο
λαμπυρίζει
και οι σκιές, μπλεγμένες
με κισσούς ματωμένους:
μαύροι μονομάχοι,
να τρυπήσουν
να θέλουν,
το σκουριασμένο
οβελίσκο της ζωής του·
και οι ψίθυροι,
από παντού να τον κυνηγούν,
τις αναμνήσεις κουβαλούν:
με ηλιοκαμένα
ηδονικά βογγητά
να θέλουν να τον τορπιλίσουν·

*Από τη διαδικτυακή συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, 2013.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

fas-thumb-large

Ο ΣΥΡΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Μόνο κάτι ψελλίσματα
κάτι προσχώσεις
κάτι άνδηρα.
Μα πάνω απ’ όλα η σιωπή τους
καθόλου ομιλούσα

στο μυαλό τίποτα
πάρεξ ο συριγμός του φιδιού.

***

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗΣ

Εγώ η μποτίλια στο πέλαγος
ο κόμπος στο λαιμό
η σπασμένη φτερούγα.
Εγώ ο σπασμός
το πεταμένο κόκαλο
και η απόγνωση πάλι.
Εγώ ο βυθός
το ρημαγμένο σύνθημα και το καμένο χαρτί
η συνεχής διάβρωση
το φάντασμα της απέναντι όχθης

ψηλαφίζοντας στο σκοτάδι
στον ύπνο
το πρόσωπο της ψυχής σου
για να βεβαιωθώ πως υπάρχεις.

Νίκος Σφαμένος, Τέσσερα ποιήματα

200113_1050363268313916_8156818907004901100_n

Κάτι όμορφες νύχτες

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά

επιστρέφεις στη κάμαρα σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές
χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

***

Αυγουστιάτικο τραγούδι

το αηδόνι τραγουδά μονάχο του στις σκεπές
στη μέση τούτης της καλοκαιριάτικης
νύχτας
ανοίγω τα παραθύρια
ξαφνικά γίνομαι δυνατός
όπως πάντα ήθελα

***

Για έναν αναγνώστη

όχι

δεν είμαι σπουδαίος
είμαι εκείνος που θα ξενυχτήσει
κι αυτό το βράδυ
-με αγωνία ίδια με τη δικιά σου-
εκείνος που θα κοιτά απ’ τις κουρτίνες
όχι φίλε
εγώ καίγομαι εδώ
ακροβατώ σε λεηλατημένες πολιτείες
θα συναντηθούμε ίσως
στα άδεια μας μπουκάλια
στα βρώμικα παγκάκια
στις θολές λέξεις
κράτα τα καλά σου λόγια γι αλλού
γιατί εγώ καίγομαι
-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ανοίξουν ποτέ-

***

Επιτυχία

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους
και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε
μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

*Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη όπου και ζει. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εξέδωσε εκτός εμπορίου τις συλλογές Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010), Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (e-book/Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011) και Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη (2013).

**Η αρχική δημοσίευση των ποιημάτων αυτών έγινε εδώ: http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html

Fiona Scotney 
reviews Angela Gardner’s The Told World

gardner

The Told World
by Angela Gardner

Shearsman, 2014

Angela Gardner’s The Told World is a collection that made me feel homesick for Brisbane. Gardner is a Brisbane poet, and while some of the lines in this book specifically reference the city, it is not actually a Brisbane book of poetry. Many of the poems are pastoral, but not grounded in a specific landscape, generally the ‘here’ could be anywhere. And yet, they provide a landscape of familiarity, a space for noticing and reflection, and sometimes, a longing for where you are from. Like in the collection’s second poem, ‘Metamorphoses.’

1
Street after street held back in unanimity
drowned in brick and tile containment
flat suburbs of white bread television stupor
droning and drowsing out to the rivermouth.

That paradoxical question from philosophy:

How to live?

Above, the sky is radiant with risk
turning shadows, luminous glances, break
throughs in motion, charge and discharge.

This poem traverses the general to the specific, from ‘white bread’ suburbia to ‘Mount Coot-tha staked with television masts’, an iconic Brisbane landmark and a sight familiar to me from living in western and southern Brisbane suburbs. The poem has an observational quality, ‘The morning air held, like breath, expectant / not even a distant lawnmower’ and there is an interchange in the narrative mode between first and second-person, shifting our perspective from the ‘I’ ‘On the driveway of my own house / looking forward rather than back’ to the ‘you’ who will ‘come to cliffs / with equipment laid out: ropes, harness, / other tackle and instruction / shouted from the rim.’ Gardner’s metaphorical language provides pleasurable little shocks: ‘radiant with risk’, ‘luminous glances’ and ‘cognate cloudburst’.
Continue reading