Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

*Από τη συλλογή Εποχές (1945).Το ποίημα αναδημοσιεύεται απο εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2010/07/23/manolis-anagnostakis-pente-mikra-themata-ii-thessaloniki-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-i-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82/

Jaques Prevert, Οικογενειακό

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κόρινθος

korinthos02

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ’ αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ’ όνομά του’

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ’ τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ’ αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

*Από τη συλλογή «Ο δύσκολος θάνατος», Εκδόσεις Νεφέλη, 2007

Γιάννης Στίγκας, Η τέλεια ακουστική του λαβύρινθου

stigkawq

Ι.
Επειδή
δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό
– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –
ένας άγγελος
μου ψιθυρίζει τρυφερά

χτίσε με σ’ ετούτες τις πέτρες

ΙΙ.
Επειδή
όσο κι αν κάπνισα
δεν βρήκα το μίτο μου

τόσες αγάπες
τόσο λαχάνιασμα
— και ο Μινώταυρος
τι βιολιστής, Θεέ μου,

ΙΙΙ.
Ξέμεινα
με τον ουρανό και το Λόγο

κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει
(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές
τα δόντια μου που ‘ναι στραβά
φταίει
το έσω σκιάχτρο)

IV.
Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχει ήδη χάσει δυο πέταλα
δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασμα σκότους
ή ανάποδα

εγώ

μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες
– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει

V.
Κι άλλωστε
τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ
θέλει να δέσεις κόμπο το κενό

αν είναι ναυτικός καλύτερα

να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες

VI.
Τόσες φωνές για σφάξιμο
τόσες φωνές για γδάρσιμο

που να σου μείνει μία —

λεϊμονιά
λεϊμονιά
εδώ που μ’ άφησες ριζώνω

*Aπό τη συλλογή “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά”, εκδ. Κέδρος (2006).

Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”

maxresdefault

ΧΙΙ

Αυτό που κάποτε σήμαινε Ζωή, χάνεται.
Το νόημά της χάνεται
γιατί είναι ένα νόημα δίχως αλήθεια.

Κάποτε είχε αλήθεια.
Όχι σήμερα,
σήμερα δεν έχει.

Ανοίξαμε τη λέξη Ζωή
κλέψαμε τον Πλάτωνα,
τον Βούδα, τον Μακιαβέλι, τον Εξυπερύ,
και χύσαμε στις γλώσσες τους.
Πλέον, επικαλούμενοι τα ονόματά τους,
εκείνων αλλά και όλων των υπολοίπων,
έχουμε το πάσο για να ρίχνουμε γκόμενες
να μεταμορφωνόμαστε (ή να μεταμφιεζόμαστε)
σε διανοούμενους,
να καλύπτουμε τα σημάδια μας.

Τόσα πνεύματα, και σήμερα, εδώ.
Τόσοι τρανταχτοί παλμοί, άριστα κρυμμένοι.

Οι ιδέες χάνονται.
Μακιγιάρονται μέχρι να ξεχαστούν
(ή μέχρι ο καλλιτέχνης να ξεράσει)
(ή και τα δύο)
στην αναζήτηση ενός σπιτιού, μιας οικογένειας.

Όλοι θέλουμε ν’ ανήκουμε κάπου.
Όλοι θέλουμε να μας αποδεχτούνε
να μας δώσουν μια αγκαλιά
να μας πούνε μπράβο.
Η ανάγκη δε σταματάει ούτε στα εφτά
ούτε στα δεκαεφτά
ούτε στα ενενήντα εφτά.

«Αγαπητοί Κλειδοκράτορες
βρίσκετε το ποίημά μου υπερβολικά θρασύ;
Το τραγούδι μου εκτός μόδας;
Το θεατρικό μου εργο ολίγον εγωκεντρικό;
Παρακαλώ, παρακαλώ, πείτε μου,
πώς να το βελτιώσουμε;
να του κόψουμε τα πόδια, τα χέρια;
Μη δίνετε σημασία στο κλάμα του, δεν ξέρει.
Ροκανίστε. Ορίστε, πλαστικές σακκούλες.
Ναι, πετάξτε τα χέρια εδώ. Και τα πόδια.
Ναι, ναι, σας ευχαριστώ».

*“Σκοτάδι”, Εκδόσεις Ars Poetica, 2013.

Γιώργος Ρούσκας, Πώς να χορτάσω;

10914826_10153002288956683_7955162054530655204_o

Μπορεί να χόρτασα ψωμί
κούραση, ξενύχτι, αγωνία
πίκρες χόρτασα σίγουρα
ρόλους στην κοινωνία
ψεύτικες συμπεριφορές
ανούσιες απολαβές.

Πλήρης ημερών απ’ τα τριάντα
χόρτασα αντιβίωση
πόνο, πυρετό
μπορώ με σιγουριά να πω
φτάνει
δεν θέλω άλλο.

Όμως αναπνέω, γελώ
αχόρταγα λαχταρώ
τον έρωτά μας
ανάστατος παραδίνομαι
στην ακατανίκητη
της ολότητάς σου έλξη.

Λαίμαργα μεταλαβαίνω
του λόγου την απεραντοσύνη
των βιβλίων τη σκόνη, την παιδική αγκαλιά.
Τις λιογέννητες κυματομορφές
του ελλαδικού φωτός
κοινωνώ ευλαβικά.

Δεν χορταίνω
τα μάρμαρα
τ’ αμπέλια
τις ελιές, τα στάχυα
τη μυρωδιά
απ το κομμένο τριφύλλι.

Ακόρεστα πίνω
το χρώμα του ουρανού
γίνομαι ένα
με τα βουνά
τη θάλασσα
το νερό.

Πώς να χορτάσω
το Δίον;
Την Ακρόπολη
πώς να προσπεράσω
χωρίς να σταθώ;

Είναι τόσα πολλά
τα επίγεια
πέραν χρημάτων αγαθά
που ξέρω πως
ποτέ δεν θα χορτάσω.

*Από τη συλλογή “Άυλο Πύαρ”, Εκδόσεις Χίλων, 2013.

Δήμος Βιλαέτης, Ο αντί-λογος

loreley

Ανεξέλεγκτα
ο Εφιάλτης πάλι,
στους Πέρσες
τριακόσιους θα προδώσει.

Ελεύθεροι πολίτες,
που τις ανάγκες τους
οι δούλοι θεραπεύουνε,
από τη φίλη πόλη,
τη νίκη του προδότη
θα δρεπανίσουνε.

Τότες.
Τη νίκη αρνηθείτε,
το έπαθλον.
Αρνηθείτε τη σωτηρία πόλη.
της μάχης το πεδίο
αφήσατε αδειανό.
Αφήσατε τον εισβολέα
να ψάχνει για προδότη
για σφάγια τριακόσια.

Αγνοήσατε τα όπλα του.
Προδότη, αρχηγό,
στρατιώτες.
Τη στέρεα εργασία
π’ αλόγιστα αυτοκτονεί
μη χρησιμοποιήσετε.

Φυλάχτε τους και κρύφτε τους
για νά ‘χετε αξίες
στην εξάντληση.

Σιωπώ
Μπροστά μου υπόλοιπα
απ’ τα κρασιά
του ογραμένου κατωγιού,
απ’ τα σκουτιά
των βουνιασμένων γιούκων,
απ’ των παλιών σπιτιών
τη πτώση,
απ’ των παλιών ανθρώπων.

Μ’ αγωνία έξω
απ’ τη χρησιμοποίηση
βαστώ,
ό,τι δεν αποδοκιμάζω.

Δικαιώνω τα υπόλοιπα.
Ταλαιπωρούμαι
από τη κύναιδο μορφή των ανανεωτών.

Στους φοίνικες νομάδες
μιλάνε,
για το αρνί που άσφαγο
το ψόφησε η θέρμη.

Για τ’ άλογο το σταυλισμένο
π’ αδούλευτο
το σκότωσε η πέτρα.
Για κείνο το φίλο,
π’ απαρηγόρητο τον σούγλισε
της πεύκας το κλωνάρι.

Διεκδικητές.
Πέτρα, κλωνάρι, θέρμη.

Μην εξαντλήσετε
Εφιάλτηδες, στρατιώτες, αρχηγούς,
τα όργανά τους.

*Από τη συλλογή, “Η Παρουσία των Όντων”, Πύργος 1979.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Τρία ποιήματα

10392296_906529699493099_4792452359525201070_n


ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ


όμως,
το ρολό της μοίρας,
βάφει τη μέρα με μια ανάσα,
και τη νύχτα
με ασφυξία,
καταλαβαίνεις τώρα γιατί πνίγομαι
από τα δάκτυλα,
κρύβουν στάχτες
που αφήνουν δαχτυλιές
στη μνήμη,
γι’ αυτό,
δεν έχω συμμετρία στα βήματα,
γέρνω στη διανομή και πάω προς την άλλη,
εκεί πάλι,
το γυαλί μαραίνεται
και η ψίχα γίνεται πείνα

*Από τη συλλογή “Σπιτικά μπισκότα” (2015)

***

να μοιρολογήσω
και τους δυο
μας,
γιατί είμαστε σε απόσταση πετριάς,
δηλαδή ζευγαρώνουμε
με θάνατο
και αν είναι να ξαπλώσουμε στο χρόνο ανάσκελα,
αφού στο δαίδαλο
το σύρμα δείχνει
μόνο τους πιασμένους στο
αδιέξοδο
κι εμάς,

ας το
κάνουμε,
πρώτα τα υπόλοιπα,
όχι τα ισόπαλα
τα ηττημένα να στείλουμε να ξεβιδώσουν πέτρες
για τους επόμενους

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί” (2015)

***

ένα
λεπτό,
μα ξαναρώτησες για τη γέμιση του διπλανού:
είναι από
τον παραδίπλα
και ούτω καθ’ εξής,
μέχρι το γωνιακό κρεοπωλείο,
που σημαίνει,
υστερείς γιατί είσαι ζωντανός
στην εξέδρα της θείας
δίκης,
κερδίζεις
το φορτίο των πυροβολισμών
και χάνεις τη διαδρομή
προς
τα κάτω,
εκεί που κερδίζεται
αιωνιότητα

*Από τη συλλογή “Ενέδρες τα χρόνια” (2016)

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Έξι ποιήματα

cover-%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%82

Όσοι κοιμούνται

Όσοι κοιμούνται βαθιά
Κάθε βράδυ κάνουν πρόβα το θάνατο.
Δεν τους διακόπτουν όνειρα.
Ούτε το αιώνιο άγχος του ξυπνήματος
Γιατί έχουν κάτι τάχα να προλάβουν.

***

Περίπολος για τους εναπομείναντες

Θάνατοι παράμετροι, περίμετροι
Κλειστές γραμμές
Στα χαλάσματα
“Κανείς! Πουθενά…”
Μπότες, γοερές κραυγές, σκυλιά
Περίπολος για τους εναπομείναντες

***

Πρόμαχοι

Σκληρή, μα έτσι σκυταλοδρομεί
η Ιστορία.
Φθίνουν οι ήχοι των αποχαιρετισμών.

Κάτω απ’ τα τσίνορα
πλέει ανονείρευτα
το τσούρμο των ανοίκειων νεκρών.

***

Χαλικόδρομος

Νυχτερίδες, γρύλοι
Σκονισμένα λιόδεντρα

Στο τυφλό σκοτάδι
Διαβάτης σκαντζόχοιρος
Σαλεύει τα χόρτα.

Κάθε βράδυ
Τα μικρά σου χρόνια
Τραβούν προς τη θάλασσα.

***

Των προγόνων

Ήθελες να με πείσεις πως δεν υπάρχουν άγιοι
Όμως εγώ τους βλέπω
Όταν αργά, πριν κοιμηθώ, σβήνω το φως
Στην άκρη της φλόγας που απομένει να τρεμουλιάζει
Μπρος στο παλιό, προσφυγικό εικονοστάσι.
Έχουν μια καταπληκτική ωραιότητα
Αυτοί οι ξεριζωμένοι άγιοι με τις αυστηρές μορφές
Και τη σιωπηλή τους παρουσία.

***

Υπόμνηση

Γυάλινα χέρια
Βράχια θα ματώσουν

Πόδια γυμνά
Σε ναρκοπέδιο

Φίλοι χαμένοι
Χρόνια στα νησιά

Έρωτες που κανείς
Δεν περιμένει.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, εκδ. 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2016.

Γιώργος Κρητικόπουλος, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

Αειργμών ο ωριγίτης

Αειργμών ειμί ο ωριγίτης.
Ζέφερω έχω στα πανιά για να φυσά,
για να ανταμώνω με το βλέμμα μου τον ήλιο,
που με το φως του στεφανώνει τα βουνά.

Πατρίς μου μον είν μια ελπίδα
και το όνειρο μου μια φωνή που ξενυχτά,
τι κι άν με χίλια μάτια σ’ είδα,
πελεκημένη είσαι από αλλότρια σπαθιά.

Γονατισμένη μπρος του βίου το μαχαίρι,
πέλεκυς γύρω τα σίδερα σου ακουμπούν,
μα το όνειρό μου μια φωνή που θάνατο δεν ξέρει,
θα αντιστέκεται σ’ αυτούς που τον ειργμό σου εξυμνούν.

Αειργμών ειμί ο Ωριγίτης,
αετός με βρόχινα φτερά,
ψάχνω τον πανσπερμοδεσμώτη,
που ‘χει πετρώσει την λαλιά απ’ τα πουλιά.

***

Πόσο μοιάζει!

Πόσο μοιάζει η ζωή μας με μια τρύπα στο κενό
κι οι σταγόνες που πηδάνε, μοιάζουν με τοκετό,
να θες ν’ αναγεννηθείς μα δεν ποθείς και δεν ποθώ.

Και η Επανάσταση στο αίμα συνεχίζει να φουντώνει,
είναι το κάτι που μες την άβυσσο στο τέλος μας ενώνει,
σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που η εξουσία όλους πνίγει,
τις τύψεις να αντέξουμε δεν μπορείς και δεν μπορώ.

Μου ζητάς να παραβγούμε μ’ ένα δύσκολο σκοπό,
το ξέρω έχεις δίκιο και για αυτό το προσπαθώ,
σ’ ένα δρόμο που πασχίζεις να τον βγάλεις ώς το τέλος,
δίχως χέρια, δίχως πόδια, δίχως αναπνοή.

Την λύση την ξέρεις, απλώς δεν την θυμάσαι,
για να την θυμηθείς δεν πρέπει να λυπάσαι,
στον κόσμο αυτόν υπάρχουν πολλών λογιών δειλοί,
υπάρχουν κι οί σφετεριστές που το παίζουνε θεοί,

που για να τους παλέψεις πρέπει ν’ αναγεννηθείς.

***

Αλληλεγγύη, ναι

Αλληλεγγύη, ναι.
Βλέπω το σώμα σου να φθείρετε να βαραίνει,
αρχίζεις να ανακαλύπτεις,
το υπέρμετρο βάρος του σήμερα πάνω σου,
και το ξεφορτώνεις στο χθες και στο αύριο,
θεωρώντας το, ως τον ιδανικότερο τρόπο,
να επιβιώσεις στην πραγματικότητα που σου σερβίρουν.
Εσύ, το ιδανικότερο κατά τα άλλα μέλος,
ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι το κεφάλαιο της ζωής σου,
αλλά απλώς ένα εισόδημα προς χρήση
της καταναλωτικής κοινωνίας.
Ποια είναι τελικά η αξία;

***

Τ’ όνομά σας κύριε

Απ’ του γερασμένου κόσμου σας τα παράθυρα αγναντεύω,
όλα τα τριαντάφυλλα πριν απ’ την κοπή
και ψάχνω στον ουρανό, μια τρύπα να ξεφύγω,
μα οι έγνοιες χτίζουν τοίχο και παραμένω στο οχυρό.

Τ’ όνομά σας κύριε, παρακαλώ περάστε,
στου 21ου αιώνα το κελί,
για τα πτώματα που βλέπετε, μην ανησυχείτε,
θα τα ‘χουνε μαζέψει ώς το πρωί.

Θα τα έχουνε πετάξει ως το πρωί.

Ανώνυμα πρόσωπα απ’ την απόγνωση βγαλμένα,
τρέχουν να κρυφτούν στην κάθε μας στροφή
κι όλα στέκονται μα κι όλα είναι ένα ψέμα,
που εξαρτάται απ’ το κέρδος κι απ’ το ποια είν’ ή τιμή.

***

Οδύσσεια.

Με μια σάπια σχεδία και τη νοσταλγία για πανιά,
απ’ την πυρά μιας Τροίας για άλλα λιμάνια ταξιδεύεις.
Της Σκύλλας και της Χάρυβδης όμως ξέχασες τα στενά,
αφού μια μάγισσα Κίρκη το μυαλό σου αναμοχλεύει.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατάς,
στέκεσαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδάς.

Κόρη Περσεφόνη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,
έγινες ανθόσπαρτη άνοιξη, μα εγώ φθινόπωρο χλωμό
κι έχασα τους συντρόφους μου, στην πορεία της ζωής μου,
αφού η τύχη μου έχει πλέξει πολύ παράξενο ιστό.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατώ,
στέκομαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδώ.

***

Όπου με πας σε πάω

Όπου με πας σε πάω,
και κρατάει ο άνεμος την κόντρα του,
όπου με κοιτάς σε κοιτάω
κι ας φεύγουν τα φύλλα των δέντρων μακριά,
γιατί όπου κρατάς κρατάω
κι αν η αυγή γεννάει το μεγάλο της φως,
η νύχτα σκεπάζει για να φανούν και τα μικρότερα.
Αν όπου πατάς πατάω,
ίσως το σύννεφο από το βάρος γίνει βροχή
και τρέξει βιαστικά στις ρίζες των δέντρων να κρυφτεί,
αν δεις περισσότερα φύλλα να φεύγουν,
είναι επειδή φυσάω,
κρατάω κόντρα το κορμί μου στη βροχή να μην βραχείς,
γιατί είμαι ο άνεμος και σ’ αγαπάω…

Μέσα στα κάτεργα των άνεργων θεών,
βρίσκεις τα όνειρα νεκρά και προδομένα

κι ο τοίχος απέναντι, καθρέφτης του μυαλού μου,
ν’ αντικατοπτρίζει τις σκιές του κόσμου αυτού,

ένα παράξενο τραγούδι που ακόμη τραγουδάμε,
κληρονομιά από λιμάνια ξένα.

Ότι πιο ευχάριστο έχω το σκοτώνουν,
με αιτιολογία τις ανάγκες του καιρού,

και γίνομαι δραπέτης στη βαβούρα της στιγμής,
γιατί η ζωή θέλει διαπραγμάτευση σκληρή
κι εξ’ ορισμού εμείς τους όρους οι φτωχοί δεν τους πληρούμε.

Κι ένα θλιμμένο πρόσωπο με κοιτάζει,
ένα άλλο πρόσωπο από πίσω διατάζει,
κλείνω τα μάτια μου, τη θέα δεν αντέχω,
το όπλο σηκώνετε…

Κι όλα αυτά ένα μίγμα από μπετόν,
το πιο σκοτωμένο αίμα της γης,
πηγμένο απ’ την αδράνεια της σκέψης

κι έτσι συνεχίζετε η αναζήτηση,
ένας αγώνας για τον προσωπικό μας ορίζοντα,
καταργώντας τις σημαίες.

Εσύ, ο παρών του υπό, η παρακαταθήκη του από,
όσο υπάρχεις, υποσχέσεις,

κι ύστερα; τι;….

τίποτα!

κι όμως τώρα.

Μία σελίδα,
(είναι ο τίτλος.)

Εισαγωγή στη φιλοσοφία του δρόμου.