Ανεξέλεγκτα
ο Εφιάλτης πάλι,
στους Πέρσες
τριακόσιους θα προδώσει.
Ελεύθεροι πολίτες,
που τις ανάγκες τους
οι δούλοι θεραπεύουνε,
από τη φίλη πόλη,
τη νίκη του προδότη
θα δρεπανίσουνε.
Τότες.
Τη νίκη αρνηθείτε,
το έπαθλον.
Αρνηθείτε τη σωτηρία πόλη.
της μάχης το πεδίο
αφήσατε αδειανό.
Αφήσατε τον εισβολέα
να ψάχνει για προδότη
για σφάγια τριακόσια.
Αγνοήσατε τα όπλα του.
Προδότη, αρχηγό,
στρατιώτες.
Τη στέρεα εργασία
π’ αλόγιστα αυτοκτονεί
μη χρησιμοποιήσετε.
Φυλάχτε τους και κρύφτε τους
για νά ‘χετε αξίες
στην εξάντληση.
Σιωπώ
Μπροστά μου υπόλοιπα
απ’ τα κρασιά
του ογραμένου κατωγιού,
απ’ τα σκουτιά
των βουνιασμένων γιούκων,
απ’ των παλιών σπιτιών
τη πτώση,
απ’ των παλιών ανθρώπων.
Μ’ αγωνία έξω
απ’ τη χρησιμοποίηση
βαστώ,
ό,τι δεν αποδοκιμάζω.
Δικαιώνω τα υπόλοιπα.
Ταλαιπωρούμαι
από τη κύναιδο μορφή των ανανεωτών.
Στους φοίνικες νομάδες
μιλάνε,
για το αρνί που άσφαγο
το ψόφησε η θέρμη.
Για τ’ άλογο το σταυλισμένο
π’ αδούλευτο
το σκότωσε η πέτρα.
Για κείνο το φίλο,
π’ απαρηγόρητο τον σούγλισε
της πεύκας το κλωνάρι.
Διεκδικητές.
Πέτρα, κλωνάρι, θέρμη.
Μην εξαντλήσετε
Εφιάλτηδες, στρατιώτες, αρχηγούς,
τα όργανά τους.
*Από τη συλλογή, “Η Παρουσία των Όντων”, Πύργος 1979.
