Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Λόγια θανάτου και αγάπης

Εμείς, αγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
άφήσαμε μόνον έναν χώρο για τη μοίρα
και τό βλέμμα των παιδιών

κι έπειτα τα χέρια μας
σκάλισαν τον λόγο

ξέρεις, τον μόχθο νά γράφεις
στην πέτρα
νά μάθεις πρώτα πρέπει
στην άμμο τής έρημου
ή στο νερό

’Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη
στον χαμό
στα σβησμένα σου μάτια
στη λήθη της Κασταλίας
στο έλάχιστο τοΰ Ήριδανοΰ
στα άνθη τής Καισαριανής
στο σπασμένο τής αύρας
τό χέρι σου κρατούσα
σοΰ φώναζα
στον τόσο πόνο και στην τόση ομορφιά
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς
σ’ αγαπάω μ’ άκοΰς;
κι ήταν όλα συντρίμμια και χαλάσματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση
πάνω άπ’ την άγάπη

Δεν έχει εγχειρίδια
δεν έχει αστρολάβους

Διαβάζω τις λέξεις σου
καί στάζω αίμα
αγγίζω τό σώμα σου
καί τον πόνο,
σάν τό νησί
πού
άνασύραμε άπό τά βάθη,
σηκώνω

κάθελέξη μιά μαχαιριά
στο στόμα
κάθε λέξη τό βλέμμα
τό άγγιγμα
κι ή παρουσία τού νεκρού

κάθε λέξη τό βλέμμα
τής άγάπης
ή αγκαλιά τού κόσμου

κάθε λέξη μιά υπόσχεση
στον πόνο
στο άφατο

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ποίηση
πάνω άπ’ τήν άγάπη
λέξη τή λέξη σε βρήκα
διάβηκα τούς δρόμους καί τά μονοπάτια σου
όλα
είδα τούς ήλιους καί τά φεγγάρια σου
τής άπόγνωσης
όλα
πέταξα στούς ουρανούς τής οδύνης

λέξη τή λέξη σου μάζεψα
κάτω άπ’ τό λιοπύρι
κι είπα νά φτιάξω ένα σπίτι
στή μέση τού πουθενά
νά σοΰ φυτέψω ένα δέντρο
κι ένα πηγάδι νά σοΰ βρώ
νά σε δροσίζει
καί μιάν αύλή
γιά τ’ απογεύματα

Εμείς, άγάπη μου, δεν βάλαμε τήν ομορφιά
πάνω άπ’ τήν άγάπη
νά με μάθεις μόνον ήθελα
νά κλείνω ένα ποίημα.

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και συνοδεύει το ποίημα στη συλλογή. Στη σάρωση του ποιήματος παρέμεινε το πολυτονικό σύστημα του ποιητή.

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Γυναίκες.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Χρόνια πολλά και αγωνιστικά γυναίκες.

IMG_8456

Γυναίκες στης γης τα λιμάνια

Στου κόσμου την ένοχη αδράνεια
Γυναίκα κι εγώ στην αφάνεια
Με θέλουν δίχως περηφάνια

View original post

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

Πυρκαγιά


στα ορφανοτροφεία της επαρχίας
στα ιδρύματα πρόνοιας
της πολιτείας που αναπτύσσεται
γύρω από το ιστορικό της κέντρο
τα όνειρα φυλακίζονται
με γονείς παραδομένους
στης εργασίας την καταστολή
στης βαριάς φορολογίας
το καθημερινό βασανιστήριο
με γόνατα πληγιασμένα από τις υποκλίσεις
στο αφεντικό που δεν πληρώνει
σ’ έναν άγνωστο Θεό
στην Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
στα στριπτιζάδικα της εθνικής οδού
με τραγούδια της καψούρας
με τζόνι ον δι ροκς
και τσιγάρο δανεικό
η ελπίδα μας ξεπουλήθηκε
εμπόρευμα φτηνό και μη ανταλλάξιμο
ανέραστη, κουρελιασμένη και ξυπόλυτη
να σπαράσσεται
σε ιδρωμένα χέρια που στη νύχτα ξοδεύουν
το πενιχρό τους μεροκάματο
στο μάταιο κυνήγι της αγάπης
σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή

στις ποινικές φυλακές
στους δρόμους που σκοτώνεται το μέλλον μας
σ’ ένα τροχαίο ατύχημα
που θέαμα θα γίνει στις τηλεοράσεις
στο Καραΐσκάκη, στη Νέα Φιλαδέλφεια
στα καφενείο της φτωχογειτονιάς
που στολίζουν κιτρινισμένες αφίσες της μπύρας Φιξ
και του Φονέα των Γιγάντων
μπροστά από έναν ελληνικό με πολλές φουσκάλες
η φωτιά μας θα απλωθεί
μια μεγάλη πυρκαγιά που θα υψωθεί
πάνω από τα χαλάσματα της χάρτινης πολιτείας

***

Σε εποχή κρίσης

σε εποχή κρίσης

τη σιωπή επιβάλλουν

οι δημοσιολογούντες

κι εσύ σωπαίνεις

γιατί εάν μιλήσεις

εχθρό θα σε ανακηρύξουν

της πατρίδας

σε εποχή κρίσης

η πνευματική τροφή

στα σούπερ μάρκετ αγοράζεται

στα διαδικτυακά ράφια

ξεπουλιούνται

με δωροκάρτες

τα όνειρά μας

σε εποχή κρίσης

ανθίζουν οι συνειδήσεις

τα χέρια ενώνονται

οι καρδιές

κι αν ξεστρατίσουμε στο μέλλον

θα ξαναβρούμε

τον δρόμο μας

Στάθης Ιντζές, Gadium

Στάθης Ιντζές, Gadium
ένα ποίημα σε επτά μέρη

Εκδόσεις Θράκα

isbn 978-618-5155-28-5
σελίδες 32
διαστάσεις 20,5 Χ 13 εκατοστά

Ένας άκληρος περιηγητής γίνεται μάρτυρας επτά διαφορετικών εποχών της ιστορίας.
Επτά ποιήματα, επτά “στιγμιότυπα” της εκάστοτε εποχής, από τη φοινικική ακμή ως τον ισπανικό εμφύλιο.

Ζωή Καρέλλη, Επίγραμμα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επίγραμμα

Απίστευτη, η φοβερή ακινησία του θανάτου.
Η δυνατή ορμή με κατοικεί.
Θα διαλύσω τη φρικτή ακινησία
του θανάτου, δεν πιστεύω σ’ αυτή.
Πρέπει να σηκωθούνε οι νεκροί,
δε γίνεται. Να νικηθεί
η νίκη του θανάτου στη ζωή.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

View original post

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/

Μαρία Σερβάκη, Παρένθεση του νεκρού καιρού

Ποιος μου το ψιθύρισε;

Θυμάσαι λοιπόν όταν για πρώτη φορά διαβάσαμε; για πρώτη φορά
πετάξαμε;

Τόσο μ’ επηρέαζε λοιπόν τα χρόνια εκείνα ετούτος ο αδέξιος εξωμότης;
Μνήμες του φεγγαριού ασυννέφιαστες που τον κρατούσαν
λες για πάντα νοτερό, κομμένα με το στρίψιμο της ηλακάτης
γιασεμιά, φως, φως, φως… ασύλληπτα βαφτίζοντάς τον.

Προσπαθώ, προσπαθώ να δω… προσπαθώ να δω…
προσπαθώ να συμφιλιωθώ…

Και τότε εκείνη που στα χέρια της κρατάει τους σκορπιούς της γης πρόβαλε στο φεγγαρόφωτο μ’όλα τα λέπια της ν’ αστράφτουν και περπάτησε παραμερίζοντας νεκρούς και στάχτες. Είπε: Α, βλέπω πάλι
τις γυναίκες σας να κόβουν χαμομήλια και ζοχούς και καυκαλήθρες που τά ’θρεψαν τα πτώματα τόσων συμφορών…
Κι απάντησε η κορυφαία των λυγμών, σάμπως να πάσχιζε να μεταφράσει τις σιωπές της μουσικής και των ερώτων.
II
Και τότε ήρθε ο Οδοιπόρος από κάποιο ξεχασμένο όνειρο. Έφερε
τους ήχους του μαζί. Ιοβόλος Παρασκευή των λουλουδιών και
των θανάτων θύμιζε τότε όνειρο ακόμα πιο παλιό – κομμένες
φράσεις που τις έσερναν γέλια μικρά… κι ευθύς μετά εκείνες
οι πανάρχαιες σιωπές, νήματα νερού ψαύοντας ασώματη ομορφιά,
σπιθοβολώντας πίσω απ’ τις αμμούδες

Η χώρα αυτή, η γη αυτή που ήταν κάποτε η πατρίδα μας…
Σκύψε γονάτισε… ποια χώρα αγγελοκατοίκητη ξάφνου

Μυστική και περιπαθή, ω εσύ ερωτευμένη που αναπολείς…
Σιντέφι αχνίζουν οι νεκροί στο φεγγαρόφωτο…
Ποιά χρώματα τους χάραξε στα μάτια η σφαγή σου;

Η χώρα αυτή η γη η γη η γη η πατρίδα μας…
Φωνή από πέτρα
Πέτρα λιασμένη πεντακάθαρη
Αψύ πικρό θυμάρι
Μυρίσματα καράβια αμυγδαλόδεντρα

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος“, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ανέκδοτα ποιήματα

ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ

Φράσεις ατροφικές
Λεκτική ανορεξία
Φωνήεντα σκελετοί
Σύμφωνα καλαμάκια
Χωρίς σημεία στίξης
Σημάδια κατάθλιψης
Ετοιμόρροπος λόγος
Να γκρεμοτσακιστεί
Να σπάσει πλευρά
Στο γύψο για πάντα
Αδύνατα νοήματα
Θραύσματα λογικής
Ωχρό στο πρόσωπο
Μορφή ασκητική
Στίχοι ελλειπτικοί
Με καθόλου δέρμα
Λείψανο θανάτου

Κι όμως βραβευμένο
Από νεκρούς κριτικούς

***

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Δεν ακολουθεί κανείς
Μπροστά μου σ’ έχω
Σκότος θανάτου
Μόνο αντιφάσεις
Για την αιωνιότητα
Είναι κι η μοναξιά
Υποζύγιο της αλήθειας.

Πλήθος τα σώματα
Περιμένουν στην ουρά
Κι ο Σαρτρ στο τέλος
Κρατώντας το Μηδέν
Το Είναι του ξέφυγε
Το ‘πιασα και φεύγω
Μη μ’ ακολουθήσετε

Θα αργήσουμε πολύ
Να ξανασυναντηθούμε.

Γιάννης Αγγελάκας, Η γελαστή ανηφόρα

Τώρα που πέφτει πάνω μας άλλη μια άγρια μπόρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι αν φλέγεται τριγύρω μας του τίποτα η χώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα.

Τώρα που όλοι συμφωνούν πως είν’ κακιά η ώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι ως που να συναντήσουμε της δίψας μας τα δώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα