Lenore Kandel, Δύο ποιήματα

Lenore Kandel, poet. Jack Keroack modelled a character after her; beatniks chanted her poetry from the rooftops. Her work, which includes erotic prose that resulted in an obscenity trial, remains mostly unpublished.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΡΩΤΑ

δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι στον έρωτα / μόνο όμορφοι
σ’ αγαπώ μ’ όλους τους τρόπους
σ’ αγαπώ / ο πούτσος σου μέσα στα χέρια μου
σαλεύει σαν πουλί
στα δάχτυλά μου
καθώς εσύ πρήζεσαι και γίνεσαι σκληρός μέσα στο χέρι μου
ζορίζοντας τα δάχτυλά μου ν’ ανοίξουν
με την αλύγιστη σου δύναμη
είσαι όμορφος / είσαι όμορφος
εκατό φορές όμορφος
σε χτυπώ με τα στοργικά μου χέρια
με τα βαμμένα ροζ μακριά μου δάχτυλα
σε χαϊδεύω, σε λατρεύω
οι άκρες των δαχτύλων μου… οι παλάμες μου…
ο πούτσος σου σηκώνεται και χτυπά μέσα στα χέρια μου
μία αποκάλυψη / όπως η Αφροδίτη τη γνώρισε
ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θεοί ήταν πιο αγνοί
/ θυμάμαι νύχτες μέσα στο αγιόκλημα
οι χυμοί μας πιο γλυκοί από μέλι
/ ήμασταν ο ναός και ο θεός ολάκερος/
Είμαι γυμνή πάνω σου
και φέρνω το στόμα μου σε σένα
αργά
λαχταρώ να σε φιλήσω
και η γλώσσα μου σε προσκυνά
είσαι όμορφος
το σώμα σου στρέφεται σε μένα
σάρκα με σάρκα
δέρμα που γλιστρά σε δέρμα χρυσό
όπως το δικό μου στο δικό σου
το στόμα μου, η γλώσσα μου, τα χέρια μου
η κοιλιά μου και τα πόδια μου
πάνω στο στόμα σου, στον έρωτά σου
γλιστρώντας… γλιστρώντας…
τα σώματά μας κινιούνται και ενώνονται
ανυπόφορα,
το πρόσωπό σου πάνω μου
είναι το πρόσωπο όλων των θεών
και των όμορφων δαιμόνων
τα μάτια σου…
έρωτας αγγίζει έρωτα
ναός και θεός
είναι ένα

***

ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΠΕΣΜΕΝΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

τόσοι πολλοί φίλοι μου είναι πρεζόνια
τόσοι πολλοί από τους ψυχικά κοντινούς μου κάνουν
τατουάζ πάνω τους αόρατες αποκαλύψεις
χαράσσοντας τις διακηρύξεις τους στην αιθέρια συνείδηση με
μικρά ίχνη από πατήματα ζώων που απλώνονται απ’ τη μια άκρη
των δαχτύλων στην άλλη,
μια ματοβαμμένη ευλάβεια όμοια με το ιερό περιδέραιο της Kali (1)
με τα πενήντα ανθρώπινα κρανία

Kali-Ma, Μητέρα Kali – Kali-Ma, Μητέρα Kali,
τόσοι πολλοί φίλοι μου ξεμένουν από αίμα, οι φλέβες τους
καταρρέουν, τους παίρνει μισή ώρα να φτιαχτούν
το αίμα τους ψιθυρίζει μέσα από τα κορμιά τους
τραγουδώντας τον ίδιο του το θάνατο
με μια φωνή από φωτιά, με μια φωνή παγετώνα, με μια φωνή
από άμμο που φυσά παντοτινά πάνω απ’ το κενό

Kali-Ma, θυμήσου το δώρο της ζωής όπως το δώρο του θανάτου
Kali-Ma, θυμήσου ο πόθος είναι για διαφώτιση κι όχι για λήθη
Kali-Ma, τα κόκκαλά τους γίνονται ελαφρύτερα – βοήθησέ τους να πετάξουν
Kali-Ma, τα μάτια τους καίγονται με τον πόνο της φωτιάς – βοήθα τους να δουν με διάφανο φως

Kali-Ma, μέχρι θανάτου τούς τραγουδά το ίδιο τους το αίμα ■
θύμησέ τους τη ζωή που ακόμα μια φορά θα γεννηθούν,
θύμησέ τους ματωμένα να γλιστρήσουν
μέσα από τις πύλες τού Ναι,
ν’ αφήσουν τα χέρια τους και να μην προσπαθήσουν
να παύσουν την κίνηση του ρέοντος Τώρα

τόσοι πολλοί φίλοι μου έχουνε πέσει μες τη λευκή ζέστα
της μόνης φλόγας
μπορεί και να πετάξουν πιο ψηλά ■ μπορεί να μην υπάρχει τέλος
στο πέταγμά τους

1. Kali – σκοτεινή ινδουιστική θεότητα του Χρόνου, της Αλλαγής και του θανάτου, η Μητέρα όλου του Κόσμου για τους λάτρεις της.

Η ποιήτρια Lenore Kandel γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. To 1960, έχοντας ήδη ασπαστεί τον βουδισμό, ταξίδεψε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου συνάντησε τον Κέρουακ και γνώρισε τον κύκλο των μπητ.
Έγινε ευρύτατα γνωστή το 1966 με την ποιητική της συλλογή «The Love Book», η οποία απαγορεύτηκε ως άσεμνη και πορνογραφική, ενώ η Kandel κυνηγήθηκε δικαστικά. Παρά τις πολλές δημοσιεύσεις της δουλειάς της, κυκλοφόρησε μόνο μία εκτενή ποιητική συλλογή, το 1967, με τίτλο «Word Alchemy».
To 1970, εξαιτίας ενός μοτοσυκλετιστικού ατυχήματος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή, αλλά συνέχισε να γράφει. Πέθανε τον Οκτώβριο του 2009 από καρκίνο του πνεύμονα.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front largeΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί

View original post 1,122 more words

Κωνσταντίνος Καλυμνιός, Τρία ποιήματα

ΠΑΜΒΩΤΙΣ Δ’

Δίγλωσσες εποχές.
Πάνω στα ξέσκεπα
από τα νούφαρα
και το σάλιο του χρόνου
τραπεζομάντηλα
κεντημένα με ιδεογράμματα,
χαράσσουμε
τη γεωμετρία
των ισοσκελών τριγώνων.
Εξισώνουμε
ένα στενό
σαν τη λήθη,
αδίστακτο ηφαίστειο,
με το παράστημα
του θανάτου.

***

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Οι υποκίτρινες κόγχες
των αδειανών τύμβων
δεν τηλεφωνούν
μεσημέρι.
Κάποια άλλα
τάματα βρώσιμα
κατοπτεύουν σιωπηλά
τις έκτοπες κυήσεις
των βρυκολακιασμένων.

***

ΝΕΑ ΖΩΗ

Ολέθρια μπεράτια
κουλούριαζε
επάνω στην ταφόπετρα,
το νεογνό
της οχιάς.

*Από τη συλλογή “Μητρίδες”, Εκδόσεις Απείρωταν, Μελβούρνη 2017.

Αθανάσιος Πάσχος, Τρία ποιήματα

Στο βάθος του χρόνου

Τα σώματα
Δύο γιγάντιες αγνύθες κρεμασμένες
Από το στόμα τ’ ουρανού.
Οι έρωτες το ριζικό του κόσμου
Συνεχίζουν να υφαίνουν…

***

να ζήσουμε

αυτό μας μένει
να ζήσουμε
δηλαδή να βιάσουμε τον ήλιο
να φωτίζει πιότερο
να κολυμπήσουμε στο φωτόνερο της σελήνης
να μιλήσουμε στη θάλασσα
αυτό μας μένει
και είναι τραγικό να το αποφεύγουμε
μήπως είναι απαίσιο ψέμα
δεν υπάρχει χρόνος
κάθε μέρα χάνεται ένα κομμάτι κορμί
και στο τέλος θα μείνει η καρδιά
ζητιάνα να γυρεύει ελεημοσύνη
να ζήσουμε
να μαζέψουμε όλους τους ήλιους που δεν περισσεύουν
και δε θα μαστε οι φτωχοί θεριστές
των ασφόδελων της νύχτας…

***

Τα χέρια ενωμένα

προσεύχομαι στην εικόνα της Καρδιάς,
ακίνητος με βλέμμα, που περιμένει σημείο,
μέσα της,
χελιδόνι να πετάξω ανάμεσα σε αιθέρια μαλλιά,
παπαρούνα ν’ ανθίσω σε σώμα λιπαρό,
με τον Έρωτα κρυφτό σε πορφυρά μάγουλα
παίζοντας
την Πυθία σε οίστρο του αναστεναγμού
και για της ήβης το ιερό νερό, δοχείο από λευκό μάρμαρο
οι παλάμες μου
κρατώντας λύρα στον εαρινό χορό των μουσών,
κάνω τάμα
η στάχτη μου να φωλιάσει στη λήκυθο του έρωτά σου…

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738

Octavio Paz, Ο δρόμος

Ιδού ένας μακρύς και σιωπηλός δρόμος.
Περπατώ μέσα στη μαυρίλα και σκοντάφτω και πέφτω
και σηκώνομαι, και περπατώ στα τυφλά, τα πόδια μου
τσαλαπατούν τις σιωπηλές πέτρες και τα ξερά φύλλα.
Κάποιος πίσω μου επίσης τσαλαπατά, πέτρες, φύλλα:
εάν επιβραδύνω, επιβραδύνει κι αυτός
εάν τρέξω, τρέχει γυρνάω: κανένας.
Τα πάντα σκοτεινά και άθυρα,
μόνο τα βήματά μου με αναγνωρίζουν,
Στρίβω και στρίβω μέσα απ’ τις γωνίες
που οδηγούν παντοτινά στον δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, κανένας δεν μ’ ακολουθεί,
όπου κυνηγώ έναν άντρα που σκοντάφτει
και σηκώνεται και λέει όταν με βλέπει: κανένας.

*Μετάφραση: Κώστας Δρουγαλάς. Από το περιοδικό “Ένεκεν”.

Π. Ε. Δημητριάδης, Τα οδοφράγματα

Θα βάλω τη μάνα μου
να μου σιδερώσει
το μαύρο μπουφάν,
εκείνο που φορούσες
ένα διάστημα
όταν πήγαινες στη δουλειά
(τότε σε ήθελαν στην τρίχα,
τώρα δε σε θέλουν καθόλου),
θα φορέσω από μέσα μια κουκούλα
«ΑΣΙΞ ΤΖΕΛΕΒΕΪΤΟΡ»,
θα πάρω και το σιδηρολοστό
(άχρηστο πια για την κιθάρα…)
και στο Τέννις, στη Λεωφόρο
Αλεξάνδρας, στα οδοφράγματα
θα τρέξω,
έτσι, χωρίς ιδεολογία,
χωρίς εχθρό,
με σκέτη οργή,
με μια εικόνα μόνο
στο κεφάλι μου,
αυτή που με στοιχειώνει
απ’ όταν έφυγα
για τελευταία φορά
απ’ το σταθμό του Η.,
το κοριτσάκι
που θα έχει τα μαλλιά της
και θα κλαίει απ’ τα μάτια μας
(ναι, τα μάτια μας),
μέσα από τους καμένους
κάδους και τις πέτρες,
μέσα από τα σπασμένα τζάμια
του Α.Τ. Σαρόκου
και τα πυρπολημένα αυτοκίνητα,
μέσα στα δακρυγόνα
και τις μολότωφ,
θα ζωγραφίζει με τη στάχτη
και τα δάκρυα
τα ΜΑΤ να με χτυπάνε
στο κεφάλι
χωρίς οίκτο
και θα φωνάζει τ’ όνομά μου
(ούτε «μπαμπά», ούτε «δάσκαλε»),
την ώρα που θ’ αφήνω την πνοή μου
πάνω στα πεζοδρόμια
που -έφηβος-
μέσα από τα μάτια σου
αγάπησα.

9.12.08

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Οι νόμοι της τσιμεντένιας θάλασσας | Νικήτας Α.

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pasia

Κοινωνική, πολιτική αποσύνθεση
αφού βλέπω αυτό που βλέπεις
και αναπνέω αυτό που αναπνέεις
γιατί να είμαι εγώ ο σκλάβος και ’συ ο αφέντης;
Νικοτίνη, ναρκωτικά, κινούμενα θέατρα του παραλόγου
χαμένες ελπίδες, χαμένα όνειρα της Κατερίνας Γώγου
ειρωνικά χαμόγελα πίσω από μάσκες οξυγόνου
συγκρούσεις, πολιτικά σκάνδαλα είναι χάσιμο χρόνου.
Μην γίνεσαι αυτό που δεν σ’ εκφράζει
η ζωγραφιά της μάχης δεν αλλάζει.

View original post 295 more words

Joffre Stewart, Δύο ποιήματα

ΕΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ, ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΕΞΟΥΣΙΑΣΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ;

Δεν γνωρίζω πόσα πολλά ζευγάρια μάτια
που κοίταζαν προς τον ουρανό
ένα αυγουστιάτικο πρωινό της εναέριας υπεροχής των ΗΠΑ
σήκωσαν το βλέμμα τους
σε κείνο το σημείο
όπου η ιστορία άλλαξε στην πυρηνική εποχή

Το να βλέπεις την ιστορία
με μια τύφλα
ίδια μ’ αυτή του Αϊνστάιν και των πολιτικών
είναι κάτι που πρέπει να σε απασχολήσει…

Κάποιοι με τα νώτα τους στραμμένα στη ΒΟΜΒΑ
άφησαν τις σκιές τους πάνω
στο μπετόν που τους προστάτευε από
τις λάμψεις του μυαλού του Αϊνστάιν.
Και τόσοι πολλοί τουρίστες,
αν και βλέπουν εκείνες τις σκιές ν’ αχρηστεύουν το μέλλον τους,
δεν ριζοσπαστικοποιούνται
καταστρέφοντας τη ρίζα της Κυβέρνησης,
αρνούμενοι να πληρώσουν φόρους και
μεταδίδοντας ότι
με τη μη-βία καταστρέφεται
ο πατριωτισμός
και ότι ο εθνικισμός είναι
ακόμα περισσότερο ανήμπορος για
κείνους που έζησαν τη
Χιροσίμα να θρηνεί στο σκοτάδι…

ΩΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ…

Η Δημοκρατία είναι μαζοχιστική
μιας και η Κυβέρνηση είναι περιττή

Απαλλαγείτε από το περιπό
και είστε ελεύθεροι απ’ αυτό που
σας ζορίζει να ψηφίσετε
… είτε το θέλετε είτε όχι

… Απαλλαγείτε από την Κυβέρνηση
και θα ξεφύγετε απ’ τους τραπεζίτες
και το έλλειμμα θα καταστραφεί,
αντί να κυνηγάτε μια δουλειά…

Ίσως
οι μαύροι είναι περισσότερο κερδισμένοι(;):
δεν είναι αναγκασμένοι να υπομένουν
μια αστυνομική προστασία
που ποτέ δεν έχουν…

*Γεννημένος στο Σικάγο (1925), ο Joffre Stewart αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική σκηνή των ΗΠΑ, καθώς με τον αδάμαστο χαρακτήρα και την ελεύθερη φωνή του αποτέλεσε σημαντική επιρροή για πολλούς νεώτερούς του ποιητές. Με έντονη δράση στα κοινωνικά πράγματα, ενεργός στο αντιπολεμικό κίνημα, άθεος, ο Stewart είναι γνωστός για την πολυσήμαντη συμμετοχή του στο αναρχικό κίνημα της βορείου Αμερικής και την ενεργοποίησή του με τους IWW. Αποποιούμενος την υπηκοότητά του το 1950, ο Stewart έχει συλληφθεί κυριολεκτικά δεκάδες φορές, για το χρώμα του, για παραβάσεις των νόμων περί στράτευσης, για τη δράση του στα πλαίσια του κινήματος ειρήνης και υπέρ των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητέες και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.

Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (6)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973

Στον Γιάννη Ρίτσο

6

Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post