Ο Νίκος Σαντορινιός και οι Απουάνοι

Νίκος Σαντορινιός

Ο Νίκος Σαντορινιός του Μιχαήλ (1897-1923/2), γεννημένος στη Σύμη, θα μεταναστεύσει στην Αλεξάνδρεια για καλύτερη «μοίρα» και επιβίωση, περνώντας από τα επαγγέλματα του εφημεριδοπώλη, του πλανόδιου καπνοπώλη, του εργάτη, του χαμηλόμισθου υπαλλήλου, του μεσίτη γραφείων παραγγελιών, του επιστάτη αγροκτήματος, του τυπογράφου, του διορθωτή, του δημοσιογράφου, ακόμη και του θεατρικού υποβολέα και του ηθοποιού και, μέσα από μια σύντομη ζωή, θα πεθάνει από φυματίωση μόλις στα είκοσι έξι του χρόνια.

Όλα αυτά, ακόμη και τον επερχόμενο θάνατό του, μπόρεσε να τα μετατρέψει σε αξιοπρόσεκτη ποίηση εισφέροντας στο χώρο τις συλλογές του «Φωνές στην ερημιά» (1919) και τα «Ποιητικά έργα», (1925), τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του στην Αλεξάνδρεια, με τη μοναδική φροντίδα του καλού του φίλου από την Κύπρο Γλαύκου Αλιθέρση. 1

Αλλά και το 1965, πάλι ο Γλ. Αλιθέρσης, στην πατρίδα του αυτή τη φορά, τη Λεμεσό, θα του αφιερώσει μια δική του μελέτη-προσέγγιση στην ποίησή του, την οποία και θα εκδώσει στο τυπογραφείο «Sun Press-Φώτη Σωκράτους», με τον τίτλο «Νίκος Σαντορινιός».

Για την ποίηση του Νίκου Σαντορινιού, όπως μας πληροφορεί ο Γλαύκος Αλιθέρσης, θα γράψει ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης (1890-1947) στο περιοδικό «Βωμός» της Αθήνας το 1918, αναστατώνοντας τον πνευματικό κόσμο της εποχής, πως «Εἶνε ἡ φωνή, ἡ πλέον φυσική, μέσα στὴν ὅλην ἑλληνικὴ ποίηση […] Εἶνε ὁ διαλεχτὸς ἰδιαίτερος ποιητής τῶν “Ἀπουάνων” ὅπως πολλὲς φορὲς τὸν ἔχω ἤδη ἀποκαλέσει». Και λίγο μετά θα επαναλάβει τον υπερβολικό του λόγο:

«Ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ γέννησ’’ ἕνα Σαντορινιό». Κι ακόμη, ο ίδιος και πάλι, «τσουβαλιάζοντας» τους πάντες, θα κατατάξει σε στείρους και αντιζωικούς ποντίφηκες τον Γκίκα, τον Γνευτό, τον Καβάφη, τον Σκληρό και τον Κ. Ν. Κωνσταντινίδη. Ύστερα από έναν ολόκληρο αιώνα, και αφού η Ελληνική Γραμματεία έχει κατατάξει όλους αυτούς τους πνευματικούς ανθρώπους στις θέσεις που τους πρέπουν, είναι τουλάχιστον κατανοητή η αστοχία και η υπερβολή του Βρισιμιτζάκη. Αυτό που είναι σίγουρο για την εποχή αυτή, είναι πως η ποίηση του Σαντορινιού περνά εύκολα τόσο στις στήλες των αλεξανδρινών περιοδικών όσο και των αθηναϊκών και ασφαλώς ούτε τυχαία, ούτε γιατί -πιθανόν- ο Σαντορινιός έχει καλές δημόσιες σχέσεις και προσβάσεις που άλλοι συγκαιρινοί του δεν διαθέτουν. 2

Στο βιβλίο του «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη» ο Γ. Βρισιμιτζάκης και πιο συγκεκριμένα σ’’ ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί «Οι Απουάνοι και ο Καβάφης», επιχειρεί μια σύγκριση ανάμεσα στην ποίηση του Καβάφη και του Σαντορινιού, σημειώνοντας εκ προοιμίου, μάλιστα πως «τὸν κ. Καβάφη δὲν τὸν ἀκολουθοῦν πιὰ στὴν Αἴγυπτο παρά μερικά μαθητούδια τῆς χθές, σημερινά φουσκωμένα ἀσκιὰ τῆς φιλολογίας», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «τόσον ἡ σκέψις του ὅσον καὶ ὁ στίχος του (ἐννοεῖ τοῦ Σαντορινιοῦ), ἔχουν μία μουσικότητα κάπως πρωτόγενη. Ὁ Σαντορινιὸς εἶναι ποιητής τῆς ἀνατολῆς […]Γιὰ τὴν ὥρα, ἡ ποίησις τοῦ Νίκου Σαντορινιοῦ ἀπομένει ἡ καλύτερη προσπάθεια τῶν Ἀπουάνων». 3

Σ’ ένα σημείωμά του στο περιοδικό «Γράμματα» ο Βρισιμιτζάκης, με τον τίτλο «Ένας απουάνος ποιητής» και με το οποίο δημοσιεύονται για πρώτη φορά τρία ποιήματα του Νίκου Σαντορινιού, πιστεύει πως έχει να κάνει με έναν από τους καλούς ποιητές της Αλεξάνδρειας και συνεχίζει: «εἶνε ὁ ἄνθρωπος τοῦ δρόμου. Καθὼς ὁ Villon, καθὼς ὁ Viani, ἀναθράφηκε κι ἔζησε στὸ δρόμο. Ἀλήτης, ἀλανιάρης. Ὁ ἀλήτης αὐτὸς φυσικά ἔχει ἀληθινὴ ψυχή καλλιτέχνη. Γνωρίζει ὅσο κανεὶς τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν τόσο λίγο γνωστή στοὺς διανοούμενους ἀλεξανδρινούς». Στο περιοδικό, κάτω από το κείμενο αυτό ακολουθούν τα τρία ποιήματα «Αλήτης», «Ανάσταση» και «Θρίαμβος», το τελευταίο αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη και καθαρά καβαφογενές.

Δεν θέλουμε να υποστηρίξουμε, πως αυτό το ποίημα είναι άλλη μια ένδειξη, ότι οι «Απουάνοι» και ο Νίκος Σαντορινιός γνωρίζονται με τον Καβάφη, το σίγουρο είναι, όμως, ότι τον υπερασπίζονται και στην πράξη όσο κανένας άλλος στην Αλεξάνδρεια με το φυλλάδιό τους «Τέχνη και Ρουτίνα», όσο και με τη δημοσίευση ποιημάτων που έχουν σχέση με τον Αλεξανδρινό ή είναι αφιερωμένα σε κείνον.

Η σχέση αυτή του Καβάφη με τον Σαντορινιό ενισχύεται και με τη μαρτυρία του Ι.Α. Σαρεγιάννη, ο οποίος διηγείται το ακόλουθο περιστατικό ανάμεσα στους δύο φίλους: «Θυμᾶμαι μιά μέρα τοῦ 1919 στὸν δρόμο συνάντησα τὸν ποιητή Νίκο Σαντορινιό, καταγανακτημένο: ‘Σιχάθηκα τὸν Καβάφη, τὸν σιχάθηκα’, μοῦ φώναζε. ‘Φαντάσου εἶχε τὴν ἀναίδεια νὰ μοῦ πεῖ πὼς εἶναι τὰ μάτια μου ὡραῖα. Δὲ χαρίζω ὅμως κάστανα ἐγώ, τοῦ τὸ ‘πα Κύριε Καβάφη, σιχαίνομαι τοὺς κόλακες καὶ τὶς κολακεῖες. Τὰ μάτια μου εἶναι ἀλλήθωρα. Πῶς δὲν τὸ βλέπετε;’ Κι ὅμως ὁ Καβάφης εἶχε δίκιο», συνεχίζει ο Σαρεγιάννης, «γιατί τὰ μάτια τοῦ Σαντορινιοῦ μ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἀλλήθωρα, εἶχαν κάτι τὸ ἀόριστο, τὸ ἁγνό, τὸ πλάνο καὶ θύμιζαν τὴ θάλασσα τοῦ νησιοῦ του, ποὺ τόσο νοστάλγησε στὰ λίγα χρόνια ποὺ ἔζησε στὸν κόσμο, σὰν ἐφημεριδοπώλης, καπνοπώλης, ἠθοποιὸς καὶ πρὸ παντὸς σὰν ποιητής καὶ σπάνιος φίλος». 4

Ο Αλιθέρσης, ασκώντας κριτική στην ποίηση του Σαντορινιού, λέγει πως ανήκει σ’’ εκείνους τους ποιητές -όπως τους χαρακτηρίζει ο Μποντλέρ- τους ατελείς, αφού του λείπει η επιλογή (η οποία προϋποθέτει αυστηρή κρίση), και η επιστήμη της τεχνικής και διέπεται από μια ατέλεια του ύφους και μια στιχουργική ακαταστασία, ενώ κυρίαρχο στοιχείο είναι το αίσθημα που τον παρασέρνει συνεχώς. Από την άλλη μεριά όμως, στην ποίησή του βρίσκουμε στίχους λαμπρούς και στροφές άρτιες, αλλά τόσο το μικρό της ηλικίας του και η απειρία, όσο και το έλλειμμα της μόρφωσής του, 5 δεν θα του επιτρέψουν να εξελιχθεί και να αποκτήσει ως ποιητής την εποχή της δικής του ωριμότητας.

Η κρυφή αρετή των ποιημάτων του είναι η υπόσχεση για το μέλλον. Ένα μέλλον που δεν θα έρθει όμως ποτέ, λόγω του πρόωρου θανάτου. Μπορεί κανείς να διακρίνει στον Σαντορινιό -πάντα κατά τον Αλιθέρση- τα στοιχεία α.- της επαναστατικότητας, β.- της ρομαντικής μελαγχολίας και γ.- της φυσιολατρίας. Επιρροές φαίνεται να έχει δεχθεί από τον Καβάφη, τον Παλαμά, τον Μαλακάση και τον Νιρβάνα. 6 Και εν πάση περιπτώσει, αυτό που μπορεί κανείς να προσμετρήσει στον Σαντορινιό, χωρίς καμιά αμφιβολία, είναι πως πρόκειται για ποιητή, του οποίου το έργο ξεχειλίζει από εντιμότητα και αυθεντικότητα. 7 Ένα γνήσιο ταλέντο της ελληνικής ποίησης λοιπόν, που δεν θα προλάβει να βιώσει την ολοκλήρωσή του. Αυτός είναι ο Νίκος Σαντορινιός κοντολογίς.

Ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης, ο οποίος θα ασχοληθεί με φιλολογικές μελέτες και μεταφράσεις κυρίως, είναι εκείνος που θα σχηματίσει μια φιλολογική συντροφιά, τους «Απουάνους», με διακριτικό τους γνώρισμα έναν ιδιότυπο μποεμισμό και στην οποία, εκτός από τον Νίκο Σαντορινιό, συμμετέχουν ο Β. Αθανασόπουλος, ο Πέτρος Αλήτης, ο Γ.Π. Δημάκος, ο Αλέξανδρος Κάσδαγλης, η Έφη Λαγοπούλου, ο Αντ. Μάρταλης, ο βιβλιοπώλης Παναγιώτης Καρνέσης και ο Λουκάς Χριστοφίδης από την Κύπρο, που ζει στο Κάιρο. 8

Κατά τους Δ. Δασκαλόπουλο και Μ. Στασινοπούλου συμμετέχει επίσης ο Σακελλάρης Γιαννακάκης, η δε ομάδα συγκροτείται μάλλον το 1915 και διαλύεται περίπου το 1920, 9 ενώ κατά τον Μ. Γιαλουράκη ιδρύεται το 1917. 10 Κατά τον Γ. Βρισιμιτζάκη, διαλύεται το 1915-16. 11 Συμμετέχει επίσης κατά καιρούς ο δημοσιογράφος Αριστοτέλης Σεβαστόπουλος και ο ζωγράφος Ν. Γώγος, 12 κι ακόμη ο Στέφανος Πάργας (Νίκος Ζελίτας). 13
Ένας Ιταλός ζωγράφος, χαράκτης και συγγραφέας, ο Lorenzo Viani (1882-1936), ενταγμένος στον διεθνή αναρχοσοσιαλισμό, ο οποίος άλλο δεν κάνει από το να προπαγανδίζει την τέχνη των φτωχών και των επαναστατών, θα περάσει για μικρό χρονικό διάστημα από την Αλεξάνδρεια, λίγο πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και θα γνωριστεί με τους «Απουάνους».

Ο Ατανάζιο Κατράρο, Ιταλός δημοσιογράφος και γνώριμος του Καβάφη, 14 περιγράφοντας την επιστροφή του Viani στο Viareggio της Ιταλίας, σε σχέση και με τη γνωριμία του με τους «Απουάνους», αναφέρει: «ἄφησε πίσω του στὴν ἡλιόλουστη αἰγυπτιακὴ ἀκρογιαλιά, μιά μικροσκοπική ὁμάδα ἀπὸ Ἕλληνες στιχουργούς […] Τὰ πρωτεία στὴν ὁμάδα τὰ εἶχαν ἕνας φιλάσθενος καὶ συμπαθητικός τύπος, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν φωνάζουν ‘Ἀλήτη’, κι ἕνας ἄλλος μὲ τὸ ἐπώνυμο ‘Σαντορινιός’.

Ὁ τελευταῖος δὲν ἦταν λιγότερο συμπαθητικός ἀπὸ τὸν σύντροφό του ‘Ἀλήτη’: ἔτρεχε κάθε μέρα ἀπὸ τὸν ἕνα δρόμο στὸν ἄλλο, ἀπὸ τὸ ἕνα μέγαρο στ’ ἄλλο κι ἀνέβαινε λαχανιάζοντας τὶς σκάλες ὡς τὸ τρίτο ἢ τὸ τέταρτο πάτωμα, γιὰ νὰ πουλήσει στὶς ἑλληνικὲς οἰκογένειες τὶς ἐφημερίδες ποὺ μόλις εἶχαν φτάσει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Κατάφερνε ἔτσι νὰ ἐξοικονομεῖ τὰ λεφτά γιὰ τὰ λιτά γεύματά του. Οἱ στίχοι του, ὅπως καὶ τοῦ ‘Ἀλήτη’, ἔβρισκαν μερικὲς φορὲς φιλοξενία σὲ καμιά τοπική ἐφημερίδα. Ἡ φυματίωση σκότωσε τὸν ‘Ἀλήτη’, ὅταν ἦταν ἀκόμα νέος. Ὁ Σαντορινιός, μὲ τὴ σειρά του, χάθηκε κ αὐτὸς ξαφνικά, χτυπημένος, νομίζω, ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ συντρόφου του, ἕνα κακό, ποὺ ἡ φτώχια καὶ ἡ ἀσωτία τὸ κάνουν ἀθεράπευτο». 15

Για τον όρο «Απουάνος» (και για τον Γ. Βρισιμιτζάκη), ο Τίμος Μαλάνος θα δώσει την ακόλουθη ερμηνεία στον Ι.Μ. Χατζηφώτη το 1966: «Ὁ ὅρος Ἀπουάνος εἶναι δημιούργημα τοῦ ἀνήσυχου καὶ κομπλεξικοῦ πνεύματος τοῦ Γ. Βρισιμιτζάκη καὶ ἐκφράζει μία φιλοσοφία ζωῆς. Ἀπουάνος μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ καθένας μας. Ἀρκεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ διαπιστώνει τὴ ζωή στὴν πληρέστερή της ἐκδήλωση, χωρὶς μυστικιστικούς φόβους, χωρὶς προλήψεις, καὶ προπαντός μὲ χαρά.

Ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, συνείδηση τῆς βιοθεωρίας αὐτῆς πῆρε συναναστρεφόμενος μία καλλιτεχνική παρέα τοῦ πρὸ τοῦ 1914 Βιαρέτζιο, πού, ἐκείνη τὴν ἐποχή, εἶχε ἐπικεφαλῆς τὸν ζωγράφο καὶ σπουδαῖο χαράκτη Λορέντζο Βιάνι. Εὕρισκε ὁ Βρισιμιτζάκης στὸν παγανιστικό κι ἐλεύθερο τρόπο ποὺ χαίρονταν τὰ βιώματά τους οἱ Ἰταλοὶ φίλοι του, ἕνα ἰδεῶδες γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὸ ἰδεῶδες αὐτό, φυσικά, δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πάει ὡς τὴν Τοσκάνη γιὰ νὰ τὸ συλλάβει. Δὲν εἶχε παρὰ ν’’ ἀτενίσει τὴ ζωή τῶν τότε Ἀλεξανδρινῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ εἶχε ἀνακαλύψει. Ἀλλὰ προτίμησε νὰ τοποθετήσει, ἀπὸ πρωτοτυπία κι ἐπιβλητικότητα, τὴν ἀποκάλυψη τῆς ‘Ἀλήθειας’ του στὸ ὡραῖο πράγματι περιβάλλον τῆς Τοσκάνης, ὅπου συχνά πήγαινε, καὶ ὅπου τὸν ἀποκαλοῦσαν ‘ὁ Ἕλληνας φιλόσοφος’. Κατά βάθος, εἰσάγοντας αὐτὸν τὸν πολὺ λίγο πρωτότυπο τρόπο ζωῆς στὴν Ἀλεξάνδρεια, κι ἀναλαμβάνοντας τὸ κήρυγμά του μεταξὺ τῶν νεαρῶν διανοουμένων ὁ Βρισιμιτζάκης, ἔδινε πρωτίστως τὴ λύτρωση σ’ ἕνα δικό του ἄγχος, σ’ ἕνα προσωπικό του πρόβλημα». 16

Οι συνευρέσεις καθώς και οι εμφανίσεις των «Απουάνων», αποτελούν μια «ιεροτελεστία», με κυρίαρχο το στοιχείο του εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης, την οποία επιδιώκουν κάθε φορά να καταπλήξουν με τα δρώμενά τους. Αγαπημένη πλατεία των συγκεντρώσεών τους είναι μια πλατειούλα, η πλατεία των Σύρων στο συνοικισμό Ατταρίν, την οποία, μάλιστα, θα «μετονομάσουν» σε «πλατεία της ʼπουας», όπου συγκεντρώνονται, συνήθως, κάθε Κυριακή, αλλά και όχι μόνο. Προηγουμένως, όμως, προηγείται «πορεία» προς την πλατεία, στη διάρκεια της οποίας φωνάζουν διάφορα συνθήματα, όπως «Βίβα λ’ ΄Απουα’», «Αίμα και σάρκα», «Κάτω οι δασκαλισμοί». Ακολουθεί επίσκεψη σε ταβέρνα με ποτό και συζήτηση για την τέχνη ή άλλες φορές βόλτα στους δρόμους της πόλης με αγαπημένα τραγούδια. Την ταβέρνα που συνηθίζουν στην οδό Αναστάση, θα «βαφτίσει» ο Βρισιμιτζάκης ταβέρνα «Τσαμπουρλί-νι». Το συνηθισμένο τους μενού είναι μακαρονάδα με αχιβάδες και κρασί Κιάντι. 17

Γι’’ αυτή την μακαρονάδα και τους «Απουάνους» υπάρχει ένα στιγμιότυπο με τον Καβάφη, ο οποίος φαίνεται να κολακεύεται από την εκ μέρους τους υπεράσπιση της ποίησής του, ακόμη και να συναντιέται μαζί τους, αλλά θα αποφύγει την μακαρονάδα κάποια φορά που είναι καλεσμένος τους. Το στιγμιότυπο αυτό το περιγράφει ο Τίμος Μαλάνος: «Πῆγα μιά μέρα στῆς Λαλαούνη, μοῦ ἔγραφε πρὸ καιροῦ ὁ Καϊρινὸς φίλος καὶ λόγιος Θέμης Ματσάκης. Βρῆκα ἐκεῖ τὸν Καβάφη κι ἕναν κάποιο ἐκπαιδευτικό […] Κάποια στιγμή ἀνάπαυλας, ἡ Λαλαούνη τοῦ λέει: Τέλος πάντων, κύριε Καβάφη, πολὺς κόσμος δὲν μπορεῖ ἀκόμη νὰ χωνέψει τὴν ἐπίσκεψή σου στοὺς Ἀπουάνους. Καὶ ἀπαντᾶ ὁ Καβάφης: Νὰ σὲ εἰπῶ Ἀλεξάνδρα, ὅταν κάποτε παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου καὶ μὲ πεῖ: Ἠμάρτησες Καβάφη πηγαίνοντας στοὺς Ἀπουάνους, θὰ τὸν εἰπῶ: Ναὶ Ὕψιστε, πλὴν ὅμως ἔχω καὶ ἐλαφρυντικά: ΔΕΝ ΕΔΟΚΙΜΑΣΑ ΤΗΝ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΤΟΥΣ!» 18

Σημειώσεις
1. Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σσ. 37-38.
-Γιαλουράκης Μανώλης, «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων στην Αίγυπτο», Αλεξάνδρεια, 1962, σσ. 46-47.
-Χατζηφώτης Ι.Μ., «Δωδεκανήσιοι συγγραφείς στην Αλεξάνδρεια και Αίγυπτο», στα Δωδεκανησιακά Χρονικά, τ. Β΄ – 1973, εκδ. Σ.Γ.Τ.Δ., Αθήνα, 1974, σσ. 289-304.
2. Αλιθέρσης Γλ., «Νίκος Σαντορινιός», Λεμεσός, 1965, σ. 4.
3 Βρισιμιτζάκης Γ., «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη», πρόλογος και φιλ. επιμ. Γ. Σαββίδη Γ. Π. , εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1985, δεύτερη έκδοση, σσ. 78-81.
4. Σαρεγιάννης Ι. Α., «Το πιο τίμιο – την μορφή του», (1944), στον επίσημο δικτυακό τόπο του Αρχείου Καβάφη http://www.kavafis.gr/, (12.12. 2011).
5. Θα καταφέρει να φτάσει μέχρι τη β΄ τάξη του σχολαρχείου (Σύμη, Πειραιά, Αλεξάνδρεια), ενώ θα χάσει τον πατέρα του στα δώδεκά του χρόνια (Αλιθέρσης Γλ., ό.π., σ. 14).
6. Αλιθέρσης Γλ., ό.π., σσ. 10-13.
7 Τσαρνά-Κόχυλα Η., «Νησιώτες ποιητές και πνευματικός περίγυρος στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 20ού αιώνα», στο περιοδικό Λόγου και Τέχνης Νησίδες, τε. 1, Ρόδος, 2009, σσ. 38-39.
8. Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σ. 38.
-Χατζηφώτης Ι.Μ., «Αλεξάνδρεια Οι δύο αιώνες του νεώτερου ελληνισμού 19ος – 20ός αιών», εκδ. Publica-tions, Αθήνα, 1999, σ. 136.
-Δασκαλόπουλος Δ., Στασινοπούλου Μ., «Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002, σ. 85.
9. Δασκαλόπουλος Δ., Στασινοπούλου Μ., ό.π., σ. 85.
10. Γιαλουράκης Εμμανουήλ, «Η Αίγυπτος των Ελλήνων Συνοπτική ιστορία του Ελληνισμού της Αιγύπτου», πρόλογος Σουλογιάννης Ευθ., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2006, δεύτερη έκδοση, σ. 685.
11. Βρισιμιτζάκης Γ., «Το έργο του Κ.Π. Καβάφη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1985, σ. κη΄.
12. Καβάφη Κ.Π., «153+1 ποιήματα Καβάφης – Καβαφική ποίηση και Απουάνοι», εισαγωγή-επιμέλεια, Καρμάτζος Π., εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2004, σ. 14.

13. Τσαρνά-Κόχυλα Ηρώ, ό.π., σσ. 28-41.
14. Ο Κατράρο όπως και ο Βρετανός Φόρστερ, είναι οι δύο Ευρωπαίοι διανοούμενοι που φρόντισαν και κοπίασαν πολύ για την αναγνώριση του Καβάφη εκτός ελληνικών συνόρων.
15. Κατράρο Ατανάζιο, «Ο φίλος μου ο Καβάφης», μτφ. Ράλλη Αρ., εκδ. ΄Ικαρος, Αθήνα, 1970, σσ. 72-74.
16 .Χατζηφώτης Ι.Μ., «Ιστορία της Αλεξανδρινής Λογοτεχνίας», Αθήνα, 1967, σσ. 81-82.
17. Καβάφης Κ.Π., «153+1 ποιήματα Καβάφης – Καβαφική ποίηση και Απουάνοι», Καρμάτζος Π., (εισαγωγή-επιμέλεια), εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2004, σσ. 14-15, 20.
18. Μαλάνος Τ., «Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού – αυτοβιογραφικές, φιλολογικές, κοινωνικές», εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήναι, 1971, σσ. 190-192 [πρβ. Καβάφης Κ.Π., ό.π., σσ. 16, 21].

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Ροδιακή» ως μέρος του Κεφαλαίου 17 με τίτλο «Καβάφης και σύγχρονοί του Αιγυπτιώτες Δωδεκανήσιοι» του βιβλίου του Κώστα Ε. Σκανδαλίδη, «Κωνσταντίνος Π. Καβάφης και Δωδεκανήσιοι στην Αίγυπτο των Ελλήνων». Η εφημερίδα δημοσίευσε σε συνέχειες αποσπάσματα από το Κεφάλαιο 17. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Μέρος 9o με τίτλο «Νίκος Σαντορινιός και Απουάνοι» στις 21/3/2014 και ηλεκτρονικά βρίσκεται εδώ: http://www.rodiaki.gr/article/274084/o-kwnstantinos-p-kabafhs-kai-oi-dwdekanhsioi-ths-aigyptoy#ixzz3CXxrGbRS

Γιάννης Σγουρούδης, Οι ευχές του πάθους

Καλώς ήρθες στον κόσμο μου ξένε
Δεν υπάρχουν όρια εδώ

Μονάχα δίψα
Δίψα για την πανάρχαια ηδονή

*
Χόρεψε μαζί μου
Εκείνο το κορίτσι γνωρίζει
Όσα εγώ δεν πρόλαβα
Να πω
Εκείνο το κορίτσι
Φωτογραφία της θάλασσας
Εκείνο το κορίτσι
Απ’ τα μαλλιά της
Τα καλοκαίρια πέθαινα

*
Ακούστε
Είναι τέτοια η δομή του ανθρώπου
Που εις γνώσιν του πληγώνει

Και εις γνώσιν του σταυρώνει

Και η εκδίκηση που λάμπει στα μάτια του πληγωμένου
Ερωτεύσιμη μέχρι την τελευταία σταγόνα

*
Να κρεμιέσαι απ’ τα χέρια των άλλων
Θα προτιμούσα να χορεύεις στη βροχή
Και πάλι ελεύθερη να ‘σαι

Τώρα πήδα
Δεν θα σε πιάσει κανείς
Μονάχα ο πόνος.

*«Οι ευχές του πάθους» περιλαμβάνονται στη συλλογή «Η σκάλα δίπλα στη θάλασσα», εκδόσεις Θράκα, 2015.

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Ήταν μια όμορφη γωνιά

μια όμορφη μέρα

με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε

βαθιά ο ήλιος έβγαινε

κι ύστερα χάνοταν παράξενα

ήταν μια όμορφη γωνιά μια όμορφη μέρα

μέσα στο θάνατό μου

πετούσαν πεταλούδες

κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε

κι ύστερα

χάνονταν έσβηνε

παντοτινά.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ.

«ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962»

View original post

Νυχτερινό | Άννα Σωτρίνη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Γράψε
για τον Έρωτα
μου λες.
Όχι, όχι τα συνηθισμένα
τ’ άλλα.
Κάτι παιχνιδιάρικο
κι αθώο.
Γελάω
Μου άρεσε
η παραγγελιά
αλλά έλα που
η τσιγκολελέτα
είναι βαρύ ζεϊμπέκικο
για μένα.

View original post 67 more words

Χοακίν Χιανούτσι, Δύο ποιήματα

ΡΟΔΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Τούτο το ρόδινο
τσαμπί από σταφύλια
ανήκει σε άλλο βασίλειο.
Κείτεται, πάνω στο τραπέζι μου,
στην ψυχρή ακεραιότητα του στέρνου του
ενώ εγώ παραμένω σιωπηρός
ανίκανος
να αντιτάξω τη ζωή μου στην σαρκική του υπεροχή
Σχεδόν με τρόμο θαυμάζω εκείνη τη στιγμή
την δριμύτητα του νερού
πάνω στις φθαρτές του φλούδες.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένα όριο
μα ο συσχετισμός του με το χρόνο
με δυσχεραίνει.

Πιο μακριά, υπάρχει η ίδια γη
στην οποία επιστρέφουμε σαν ξένοι.

***

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗ

Όταν ο μικρός μας αδερφός έκλεισε
τα πενήντα
η μητέρα είδε ένα τρομακτικό όραμα για το μέλλον·
έτσι κι είπε – κι είδα πώς τραντάζονταν
οι ώμοι της –
«γερνάμε όλοι μαζί». Και όταν
πρόσθεσε
«πάντοτε κρυώνω», κατέβηκε
στο υπόγειο, αγκάλιασε το κορμί της
και σε κάποιο μέρος του σκελετού της
ψηλάφισε ανέλπιδα ένα κόκκαλο.
Τα αδέρφια ενώσαμε τα κεφάλια, περιμένοντας
κάποιο είδος αποκάλυψης. Υπάρχει κάτι;
Τι νόημα έχει αυτή η ακατάπαυστη συσσώρευση
ζωής; Εν τέλει. Πότε παύουμε
να συσχετιζόμαστε μαζί της; Τότε ψιθύρισα·
έχει ζήσει τόσο
που κατέληξε να λησμονήσει
τους δυο ή τρεις λόγους που είχε να πεθάνει.

*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”, σε μετάφραση Σταθη Ιντζέ. Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Azuria #6 is coming out

Dear Friends,

Azuria#6 is now with the printers, and will be quietly launched next week. It will be posted to past contributors & supporters.

This edition contains an essays on Poland by Sue Littleton & one on St. Paul by Michael Victory, extracts from novels-in-progress by Catherine Hoffmann (Hungary) & Jura Reilly, and a short story by associate editor Justine Stella. The Poetry section includes a group of three poems by the noted Georgian poet Tamaz Chkhenkeli, and by others, as well as several reviews.

Extra copies will be available @ $20. I also have some spares of Azuria#5 available also @$20 each.

As every penny is precious, please indicate by return e-mail if you would like to receive 1 complimentary copy, providing your best postal address for the next few weeks.

I have also attached a copy of the call for submissions to Azuria#7, due out in early 2018, and whose theme will be Madonna. Circulate this notice widely & encourage your friends and colleagues to support this little literary journal.

Yours sincerely,

Ted


Dr. E. Reilly
PO Box 6415
Highton
Victoria 3216
Australia

***

Call for Submissions: Azuria #7: Madonna

Over the period June – November 2017, the editorial group will be collecting material for publication in Azuria#7 for publication in early 2018. The projected editorial theme is Madonna, which can be interpreted in any manner, & this issue will feature essays, short stories, photographs & poetry (English & LOTEs) by members of Geelong Writers inc. & other local, Australian & overseas writers & artists.

Submissions should be sent by e-mail at tedreilly100@hotmail.com with the annotation “Submission_Surname_Azuria#7” in the subject line. Please attach work as an MSWORD *.doc or *.docx file: any images should be set in JPG format.

Address the e-mail to: The Editorial Group / Azuria / Geelong Writers inc., including a concise 50 – 70 word literary biography, along with contact and postal information in the body of the e-mail.


As GW is a voluntary organization, our funds are very limited & so payment will be in the form of 1 copy per contributor. Donations from our supporters are welcome & should be in the form of a personal or bank cheque made out to “Geelong Writers inc.” & posted to PO Box 1306 Geelong 3220 Victoria Australia: all donations will be acknowledged.

Ανθρώπινο έλεος (Човешка милост), Aksinia Mihaylova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

md

Τώρα, που όλοι οι φράχτες
εντός μας
γκρεμίστηκαν καταγής
και με μερικούς τοίχους λιγότερο
στις ψυχές
είδαμε πώς πλησιάζει
ο ουρανός,

τώρα, που καρφώσαμε
και την τελευταία σπασμένη σανίδα
πάνω στη σκάλα,
που από μιαν άλλη ζωή
μεταφέραμε,
και τίποτε πια δεν μας χωρίζει
από τους κήπους του Θεού,

View original post 55 more words

Μια τόσο δα κάφτρα

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα.
Νιώθω ένα μικρό κάψιμο στην άκρη της γλώσσας.
Κάθε φορά.

Να ράψω τη φωνή μου
με τα όσα σε αποτελούν,
μια συνήθεια που ακόμη δεν κατέκτησα.

View original post

Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Καιροφύλλα

[1]
Κήρυκας ελεφθερωτής
αντιπαλέβει τα σκοτάδια.
Ο ήλιος
διασκορπά
το πρωινό αγιάζι-
ήρεμη ώρα
και τα δέντρα
χαμηλώνουν τις κορφές τους.

[2]
Αρχαίοι ποταμοί
ποτίζουν τους αιώνες.
Ο φρύνος κρύβεται
στις σκόρπιες καλαμιές-
όμορφος τόπος
κι ο βαρκάρης
λάμνει
στ’ όνειρό του.

[3]
Αμείλικτες ιδέες
γονιμοποιούν το μέλλον.
Ο σπόρος έπεσε
σε μήτρα καρπερή-
εικόνα αγάπης
και το άβριο
στολίζει τα μαλλιά του.

[4]
Ανεξιχνίαστος καιρός
γεννά τα πάθη.
Ο νέος
χάνεται
σε δρόμους ηδονής-
ώριμα λόγια
και ο γέρος
ταξιδέβει
σ’ άλλα μέρη.

69
[5]
Άγριος άνεμος
θερίζει τα σπαρμένα.
Ο αετός
αναζητά
τις άκριες τ’ ουρανού·
παιδιών οράματα
και ο σοφός
σκαλίζει
το μικρό του κήπο.

[6]
Υπόγειες χαρές
διακλαδίζουνται στη μνήμη.
Ο ερημίτης
ξαγρυπνά
στην ιερή σπηλιά’
άγγελοι φύλακες
και ο έρωντας
ανοίγει
τις βαριές αμπάρες.

***

Σκέψεις

Όπως η νύχτα
τ’ ανθισμένα ρόδα
κρύβει
απ’ τα μάθια·
έτσι κι εγώ,
τις πιο καλές,
τις πιο ακριβές μου
πεθυμιές,
κρύβω
στου λογισμού
τα δύσβατα κι ανεξερέβνητα
σκοτάδια.

*Από τη συλλογή “Ο Κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992.

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”
“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”
Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com