Ποίηση – η ύψιστη επαναστατική πράξη

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Η ποίηση είναι αίνιγμα. Τίποτα απολύτως δε γνωρίζουμε για το αόρατο πνεύμα που καθοδηγεί το χέρι μας, τη στιγμή που το ποίημα γεννιέται από το τίποτα. Είναι χορός σημαινόντων κι ερωτοτροπία σημαινομένων, ψίθυρος λέξεων που κυματίζουν εντός μας, είτε από μόνες τους είτε εν παρατάξει, κραυγή, παιχνίδι ή ανταρσία. Και πυροτέχνημα. Πυροτέχνημα εσωτερικής καύσης κι εξωτερικής θέας.

Ποίηση είναι το όνειρο που δεν ξέρει να ξυπνήσει ή ένα όνειρο που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι να ανοίγεις το παράθυρο να πέσεις και να σε σώζει μια παγωμένη ριπή ανέμου σε μια νύχτα απόλυτης άπνοιας. Να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς ελπίδα νίκης ή ήττας, απλώς από ανάγκη να παλέψεις για κάτι. Μόνο στη μάχη της νιώθεις βολικά, μια οικειότητα τρόμου, μια γλυκύτητα τρέλας, μια διέγερση πόθου. Μια ψυχική ακροβασία είναι η ποίηση. Για κάθε συνάντηση μαζί της ανταλλάσσεις λίγο ζωή και λίγο θάνατο. Η γοητεία έγκειται στο ποιος ανάμεσά σας θα πάρει τι. Είναι η κόκκινη φέτα σελήνη. Ο τρόπος που υπάρχουμε στο περιθώριο και μια καταφυγή για το παιδί του μέλλοντός μας, το προϊόν μιας εγκεφαλικής χημικής αντίδρασης ενάντια στη ματαιότητα της ύπαρξης, ενάντια στο δολοφόνο χρόνο, ένα χαστούκι στο πρόσωπο που χάσαμε πριν το βρούμε, το τελευταίο τσιγάρο του μελλοθάνατου, η πιτζάμα του ισοβίτη.

Ποίηση είναι εκείνο το Πλήρες, από το οποίο πάντα κάτι θα λείπει. Μια ματιά πίσω από τις γρίλιες και μια διαρκής πάλη με τον άλλο σου εαυτό. Διάχυτη και ρευστή, υπάρχει παντού. Μπορεί να υπάρχει σε έναν πίνακα ζωγραφικής, στη θεατρική σκηνή, στη διατύπωση μιας σκέψης, στον κινηματογράφο, στην αθωότητα ενός παιδιού, στην τρυφερότητα του ζώου. Και σε ένα βιβλίο βέβαια ή σε ένα κομμάτι μουσικό που παραλύει τη σκέψη σε έλλογες ερμηνείες. Είναι στον αέρα πάντοτε, ωσάν το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον. Ένας αυτόματος μηχανισμός είναι η ποίηση, σε τοξικό περιβάλλον. Μια άμορφη, ατέλειωτη μάζα, που άοκνα διασπάται, συντίθεται κι αποσυντίθεται. Είναι ο τρελός λαγός του Σαχτούρη, η καραμπίνα του Χεμινγουαίη και το περίστροφο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Ποίηση είναι το κάλεσμα του υπέροχου αόριστου, μια φωνή Σαιξπηρικής στρίγγλας, ο ύστατος των πειρασμών, ίσως ο πιο μεγάλος. Είναι υπόγειο ρεύμα, μετατροπή του μικρόκοσμου σε Σύμπαν, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, αμφισβήτηση όσο και πίστη, ταπεινότητα όσο και πείσμα, προσανατολισμός προς το μεγάλο και διαρκές Ερώτημα. Είναι το κουβάρι της Αριάδνης, τροχός και μάτι και κεφάλι αρχαγγέλου, κεραυνός και βροχή, μια λέξη κι ένας στίχος που θα τρέξει από το μελάνι πίσω στο αίμα. Είναι κακή. Καλή. Καλύτερη. Σπουδαία. Μεγαλοφυής. Όλες οι μορφές της είναι χρήσιμες. Όπως και η ασχήμεια, που ταυτοποιεί την έλλειψη της ομορφιάς.

Ποίηση είναι η προσπάθεια να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το κουκούτσι της σκέψης, όπου κρύβεται η Ευρυδίκη. Αν είναι απόγνωση, σοφά είναι. Είναι ο αντίποδας του αυτονόητου, του χρηστικού, της συνήθειας. Έχει μέσα της το σπέρμα της ανυπακοής. Ποτέ δε γίνεται καθεστώς, αρνείται την ακινησία κι εξοστρακίζει την προσαρμογή, θαμπώνοντας μέρα-νύχτα τα κουτοπόνηρα μάτια της πραγματικότητας. Γυμνή περιφέρεται στους κοινόχρηστους χώρους, κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα, πλάι στα κομπρεσέρ, στα πεζοδρόμια, ψάχνοντας έναν λόγο, σαν το πληγωμένο φάντασμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ξέρει να αφουγκράζεται, συμπάσχει, οργίζεται, δεν ξεχνά να μιλά για Υποτέλεια κι Υπολογισμούς, πνίγεται στην αρένα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλεγόμενα πεδία βολής.

Η ποίηση δε μας ανακουφίζει, ούτε παρηγορεί, ούτε καθησυχάζει. Δε δικαιώνει, δεν εκπολιτίζει, δεν εξωραΐζει. Είναι συνεχής εκχωμάτωση, η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου. Η ύψιστη επαναστατική πράξη. Η έκρηξη της εσωτερικής έντασης, όπου ο ποιητής λιγοστεύει για να υπάρξουν μέσα του οι άλλοι.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/06/blog-post_16.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Μαλανδρίνο

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα “ευλόγησον” παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου…

View original post 47 more words

Federico Garcia Lorca, Είναι οι ψυχές που έχουνε

Είναι ψυχές που έχουνε
γαλάζια αστέρια,
μαραμένα πρωινά
ανάμεσα στου χρόνου τα φύλλα,
και κόχες αγνές
που φυλάνε μια παλιά
μουσική νοσταλγίας
κι ονείρων.
Άλλες ψυχές … έχουν
φαντάσματα πονεμένα
από τα πάθη. Καρπούς
με σκουλήκια. Αντίλαλους
από βασανισμένες φωνές
που έρχονται από μακριά,
όπως το ρέμα από ίσκιους….!!!

Πέτρος Σκυθιώτης, Δύο ποιήματα

12.
Είσαι το μόνο μου στήριγμα
της είπε
και με το μαχαίρι έδωσε μια κι έκοψε
τα σχοινιά
γύρω απ’ τους λαιμούς και τα χέρια τους
τώρα μόνο θα δούμε αν μπορώ
να πετάξω
κι η εικόνα πάγωσε
και το φιλμ σταμάτησε
κι ο ουρανός άνοιξε
ενώ εκείνη έβαλε τα δάχτυλα στα μάτια
και σιωπηλή περίμενε το σήμα
του σκηνοθέτη
για ν’ αρχίσει να κλαίει
ολόκληρη η ζωή σου

13.
Με δυο κιθάρες
στον σκοτεινό πεζόδρομο του Θησείου
να ψελλίζουν
δεξιά αριστερά παρέες
ζευγάρια
άνθρωποι πολλοί
και πάνω φωτισμένη η Ακρόπολη φεγγάρι
σαν υπνωτισμένος
από το άρωμα της Αθήνας
ανεβαίνεις ξανά θέση β΄ μη καπνίζοντες
στο παράθυρο
να μετράς τι άφησες και τι κέρδισες
τι ξέμεινε στο υπολοιπο απ’ τη βίαιη αφαίρεση
και τι χάθηκε
για να μη σε πάρει ο ύπνος
προς Θεού
χωρίς συνταξιδιώτη που έμεινες
και βρεθείς αλλού
πολύ μακριά από τον προορισμό σου
πίσω στην αφετηρία
των σκέψεων
χωρίς σημεία στίξης.

*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γρηγόριος Σακαλής, Είναι δύσκολο

να μη ζητάς καταφύγιο στους πολλούς
είναι δύσκολο να μην εντάσσεσαι
να μένεις μόνος
να σε χτυπάει η βροχή, τ΄ αγέρι
μα είναι τόσο ωραίο
ν΄αναπνέεις την ελευθερία
είναι τόσο συναρπαστικό
να λες, να κάνεις ό,τι θέλεις
που λες χαλάλι
ας έχω τρύπια παπούτσια
ας είναι τα ρούχα μου τριμμένα
ας είναι το φαϊ μου λιγοστό
φτάνει που βάζω μόνος
τους κανόνες στη ζωή μου
που δεν είμαι φαντάρος
ν΄ακούω τη σάλπιγγα
να με καλεί
αρκετά με τάϊσαν
παραμύθι κι εξουσία
θέλω να είμαι ελεύθερος.

το να τιτλοφορείς έχει τη χάρη του ασχέτως του κειμένου που ακολουθεί

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η εξίσωση της ποίησης δεν πρέπει να είναι αδύνατη.
Χίλιες φορές να είναι αόριστη παρά αδύνατη.
Τουλάχιστον έτσι θα ΄χούμε μια ζωή μπροστά μας.

Τα ζώα είναι σαν τη θάλασσα.
Σε μαθαίνουν να αναπνέεις.

Το μεσοδιάστημα είναι η μεγαλύτερη απόσταση.

Μπορούμε να προβάρουμε όλες τις αλήθειες του κόσμου
μα και πάλι θα κοιμηθούμε γυμνοί.

Με τόσο ξύλο που έχω φάει όταν δε σε δαγκώνω
πρέπει να θεωρείται αγάπη.

Όταν γεράσω και γίνω ανθρωπιστής μην παρερμηνεύσετε
την εξέλιξη αυτή ως κάτι άλλο από ενοχές.

Ο χρόνος σε τρώει κατάσαρκα. Ότι αγάπησες προβοκάρει το μίσος.

Σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μην σκέφτομαι τίποτα.
Απέτυχα κι ιδού η απόδειξη.


View original post

Μίλτος Σαχτούρης, Κοιτάμε με τα δόντια

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

Από τη συλλογή Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη (1964) του Μίλτου Σαχτούρη

View original post

9ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

1. I.D. Scan Front.jpg

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Αναρριχώμενος εκ γενετής γράμματα ελληνικά επιστρέφω την υπνοβασία του περιπατητή στα δροσερά  κεραμικά ενός ιδιόρρυθμου μοναχικού κελιού. Η εξάχνωση του ράμματος προϋπαντεί το άλμα του πνεύματος. Ένας προκατακλυσμιαίος σταδιοδρομέας ασκείται άωρος στην πτήση της καταδύσεως με ορισμό τον πλανήτη Ήλιος. Ο μώλωπας στο καλάμι του μηρού οστρακίζει την αρχέγονη βασιλική γενεά των προσγειωμένων στη Γης ανθρώπων που τηρήσανε την εντολή και δεν υπέκυψαν στον πειρασμό της αναμίξεως με άλλα ζωντανά της Πλάσης τούτης. Cuando se estudia un acto histórico, o un acto individual, se ve que la intervención humana en la naturaleza acelera, cambia o detiene la obra de ésta, y que toda la historia es solamente la narración del trabajo de ajuste, y los combates, entre la naturaleza extrahumana y la naturaleza humana.

View original post 480 more words

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Τα ημικύκλια

Η καρέκλα δυο ευθείες που δεν συναντιούνται
Άρα μετέωρη η ανάγκη να κάτσεις
Στα ημικύκλια του κώλου σου
Και να θελήσεις να γράψεις έναν όγκο αράδες
Να συγκεντρωθείς και ν’ αναρωτιέσαι
Την φοβισμένη προοπτική που δημιουργεί
Το κενό ανάμεσα στα γράμματα

Το τραπέζι η τετράγωνη σκέψη που δεν θες
Ν’ ακουμπήσεις

Και το α με το μπαστουνάκι της στήριξης
Το ο ένας κύκλος χωρίς ανοίγματα
Και τα οπίσθια του ω μέγα
Να ενώνονται
Να χωρίζουν
Σαν στήθη κρεμάμενα δίχως ζουμί
Από λέξεις

***

H φλοκάτη

Πώς να ξεχάσω τα φωτάκια
Πάνω στη λίμνη;
Τα τζάμια μπροστά;
Την ξυλόσομπα;
Φλοκάτη-φλοκάτη το βήμα;
Το σώμα σου που έμοιαζε
Να κινείται με αόρατες κλωστές
Σε χαμηλό ταβάνι;
Είσαι εσύ η μαριονέτα;
Ή
Είμαι εγώ η πρωταγωνίστρια
Που βάζεις πάντα σ’ ένα σκηνικό-
Καλοστημένο δε λέω-
Χωρίς θίασο, χωρίς σενάριο,
Χωρίς τέλος;

*Τα σχέδια που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Κλείτος Κύρου, Η καμπή

Goya, Desastres de la Guerra (1863)

Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ

Προδομένη απ’ το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ’ επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων

*Από τη συλλογή “Κλειδάριθμοι” (1963).