Κώστας Δεσποινιάδης, Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το περιοδικό “Σημειώσεις” και τις εκδόσεις Έρασμος.
Ομιλία, στο πλαίσιο του διημέρου για το περιοδικό «Σημειώσεις» στις 27/10/2017.
(Το συνοδευτικό βίντεο, από την Ντίνα Μαυρίδου).

3 ποιήματα | Φανή Αθανασιάδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (2)

Επέτειος

Έστησε τη φιέστα
μπροστά στο μνημείο των πεσόντων
διανέμοντας σε τιμή ευκαιρίας
εμφιαλωμένα πλαστικά
λίγο πιο ’κει
στο κτίριο της μέριμνας κυριών
συνεδρίαζε το συμβούλιο
για την δίκαιη κατανομή του φιλοπτώχου
την ίδια ώρα
που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωνε
τις συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου
από ιπτάμενα αντικείμενα αγνώστου εθνικότητας.

View original post 84 more words

“Η ποιητική ως πολιτική θεωρία: Ήττα, απόγνωση και μελαγχολία στη μετεμφυλιακή αριστερή ποίηση”

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

[Ανακοίνωση στην εξαίρετη διημερίδα “Το περιοδικό Σημειώσεις: Άνθρωποι, πολιτικές, θεωρίες” στις 28 Οκτωβρίου 2017 στη Θεσσαλονίκη.  Στο βίντεο της συνεδρίας το οποίο αναρτήθηκε στο ΦΒ η ομιλία είναι στο 31:00-1:00:00.]

Με την μελέτη αυτή θέλω να προτείνω την εξής άποψη. Οι Σημειώσεις είναι πρωταρχικά και θεμελιακά ένα περιοδικό ποιητικής. Η παρέα του αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανθρώπους τους οποίους, ανεξαρτήτως παιδείας και επαγγέλματος, τους διακατέχουν ποιητικές ανησυχίες και αμφιβολίες. Οι πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές και άλλες θέσεις τους αφορμώνται από τους ποιητικούς τους προβληματισμούς. Η κρίση που επισημαίνουν στη χώρα, τη δικαιοσύνη, την ιδεολογία, την πίστη κλπ. είναι μια κρίση που πρώτα τη διέγνωσαν στην ποίηση, κι εκεί την πρωτο-στοχάστηκαν. Όρισαν αυτή την ποιητική οπτική τους ήδη από την πρώτη τους έκδοση μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας το 1971: “Η ‘κρίση της ποίησης’ συνοψίζει σε μια ειδική μικρογραφική μορφή τη γενική κρίση του ανθρώπου” (Λυκιαρδόπουλος: “Ο ποιητής απέναντι…

View original post 2,275 more words

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αποκεφαλισμός του ποιητή

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σαν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθη στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή/10), Αθήνα 2016.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Διαπίστωσις

Ἀπὸ τὸ πρῶτο τραγούδι μέχρις ἐδῶ
ἔκλεισε ὁ καιρὸς τὰ περάσματα
ἔγιναν οἱ περιουσίες
χτίστηκαν οἱ ἀγάπες καὶ οἱ προδοσίες.
Πόσος πόνος
ποὺ σοῦ ἄφησα τὸ χέρι!
Σοῦ ἄφησα τὸ χέρι
κι ἔχασα μέσα στὸν κόσμο
τὸ βλέμμα σου.
Τώρα
γράφω ποιήματα ποὺ δὲν τὰ ξέρεις·
σὲ στοχάζομαι πάλι μὲ τὸν δικό μου τρόπο.
Ἕνα τσιγάρο δρόμος εἶναι ἡ συγγνώμη.
Μέχρι τὴ Θήβα.
Κι ὅμως,
δὲν ἔχει νόημα ἡ συγγνώμη·
σὰν μαύρη βουὴ έρχεται τώρα ὁ καιρὸς
κι ὅλα τὰ καταπίνει
ἡ κάθοδος πρὸς τὶς ὁμίχλες τῆς ἀνυπαρξίας.

* Από τη συλλογή “Τὸ Φράγμα τῆς Μνήμης”, ἐκδόσεις Οροπέδιο, 2017.

William Butler Yeats, Τρία ποιήματα

Νανούρισμα

Οι άγγελοι γέρνουν
Πάνω από το κρεβάτι σου.
Κουρασμένοι μαζεύουν
Των νεκρών τους λυγμούς.

Ο Θεός στον ουρανό χαμογελά
Που σε βλέπει τόσο καλά,
Και οι εφτά πλανήτες πλέουν
Χαρούμενοι μες στη χαρά του.

Στα φιλιά που σου δίνω, κρύβω αναφιλητά
Μιας και το ξέρω καλά
Πόσο πρόκειται να μου λείψεις βαριά
Σαν μεγαλώσεις.

(Το ρόδο, 1893 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Οι παντοτινές φωνές

Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.
Στους ποιμένες πηγαίνετε του ουράνιου κοπαδιού
Την τροχιά του ταξιδιού τους ορίστε κατά τη θέλησή σας
Φλόγα μέσα στη φλόγα μέχρι ο καιρός να σβήσει.

Δεν έχετε ακούσει πως οι καρδιές μας έχουνε γεράσει;
Και πως εσείς καλείτε τα πουλιά, στου βουνού τον αέρα,
Στα τρεμάμενα κλαδιά, στην παλίρροια της ακτής;
Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.

(Ο άνεμος στις καλαμιές, 1899 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
Εγώ γέρασα -χρόνια και χρόνια- αγαπώντας
Και κατάντησα εκτός μόδας,
Σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
Δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
Από του άλλου τη σκέψη·
Κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
Μην αγαπάς για πολύ καιρό,
Ειδάλλως καταντάς -γερνώντας-
Εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.

(Στα επτά δάση, 1903 – Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

*Από το βιβλίο ”Ποιήματα του William Butler Yeats”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011.

Ελένη Παπάζογλου, Τρία ποιήματα

ΘΑ ΓΡΑΦΩ

Πού να τολμήσω να σταθώ;
Ένα μικρό απολειφάδι
ένα μύδι
μια ασήμαντη σκιά.
Το βάρος του χρέους βαρύ για τους μικρούς μου
ώμους
οι εξομολογήσεις μου ημερολογιακές
οι λέξεις μου αδύναμες
σαν το κούφιο στάχυ το άκαρπο.
Κοιτάζω πίσω μου τους Ποιητές και ριγώ.
Όσα έχω μέσα μου με πνίγουν.
Λίγο αέρα καθαρό αποζητώ.
Λίγο γλυκό αίμα απ’ τη χρυσή τους φλέβα την
αστείρευτη
και την αρνούνται.
Πώς τολμάς εσύ μια ζητιάνα των λέξεων
να ψωμολυσσάς και να διψάς εις τον αιώνα
για δυο ψίχουλα ποίησης
για δυο σταγόνες λέξεις;
Σαν τον πιστό γέρικο Άργο
που καρτερά τον κύρη του
μέσα οι μνηστήρες σκυλεύουν την ψυχή
ως περιουσία τους
κι εσύ αναμένεις το γέρο με το τόξο
που τάξη θα φέρει και φονικό.
Κόψε το περιλαίμιο!
Δάγκωσέ τους το πόδι να λυσσάξουν
κι αφού σκοτώσεις τα φαντάσματα του φόβου,
πήγαινε στάσου δίπλα σ’ αυτούς,
που στα γρανάζια της ζωής είναι η άμμος.

10/5/2005

***

ANDREW

Πάλι γκρεμίζεται μέσα μου μια πόλη
για να χτιστεί από τις στάχτες της.
Ο φόρος βαρύΰς μα τα τείχη μπροστά μας
φράζουν το μέλι του γιου της Αφροδίτης
που ο Διγενής τον Πενταδάκτυλο αγγίζοντας
άνοιξε πληγή αγιάτρευτη.
Το σπουργίτι που ’χει φωλιάσει μέσα μου
Φτεροκοπάει σκορπώντας αστερόσκονη
ματώνεται στ’ αγκάθια καημών ανέκφραστων.
Ω! πώς ποθώ την Ανάσα ενός αγγέλου
καυτή πάνω στα χείλη μου να πυρπολεί το θάνατο
και τ’ όνειρο να παίρνει φλόγα πνοής αιώνιας.

23/3/2007

***

ΔΕΝ ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΥΛΗΣΕ

Απόψε δεν θα ξενυχτήσω
στο γλυκό ψίθυρο της ανάσας των Ερώτων.
Η αγκαλιά μου είναι άδεια.
Αυτός με αγαπά μονάχα ως ιδέα
και δεν τολμά να πει τη Λέξη
κρατώντας το σώμα και την ψυχή Κλειστά.
Μα άλλο δεν μπορώ να περιμένω,
ο Χρόνος γδέρνει Αλύπητα και δε λογάει από έρωτες
και πόθους της ψυχής.
Το ασήμι του νου χλομιάζει
μπρος στα Ασύλληπτα και τα Παράλογα.
Τον πόνο από πάνω μου πετώ
σαν λιγδιασμένο παλιό βρώμικο ρούχο ξεσκονόπανο
να τρίψω τα όνειρά μου να γυαλίσουν.

16/1/2005

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2009.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη…

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Κι ήθελε ακόμη
(ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Κι ήθελε ακόμη…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσις σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Εννέα ποιήματα

ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό
στην υγρασία των αιώνων.
Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βάζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυμάτισμά
του ενθουσιασμού.
Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

***

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ

Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα ούτε κλωστή κόκκινη
να με κρατά στο δρόμο.
Ποιο δρόμο θα μου πεις εσύ,
που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς
που θα ’θελες να ζήσεις.
Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει πάντα
ένα τέλος.

***

ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΟ

Στου έρωτα φαινόσουνα το βάθος
μ’ ένα φτερό για άνθος στο κεφάλι,
θαμπή φιγούρα μέσα στο μπουκάλι,
της νύχτας όνειρο ή πάλι λάθος;
Της νύχτας με οδηγεί μια φωταψία
σ’ ένα σοκάκι μέσα στην αιθάλη
κι έτσι γλυκιά που έρχεται μια ζάλη
σαν αναπάντεχη είναι χειραψία.

***

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

[1993]

Χειρουργός ή πλαστουργός;
Σ έναν κόσμο που θέλει αφαίρεση
τι να προσθέσει ένας ποιητής;

***

ΣΑΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Δεν ήρθε η ώρα να ειπωθεί
της νύχτας το άδειο κοχύλι,
τους ψίθυρους να σκορπίσει
στη διεύθυνση του χιονιού.
Ο κράχτης πωλητής
στη σιωπή απεργεί.
Η νύχτα κάτασπρη
σε απελπίζει.
Κι εγώ θα ’ρθω τότε που θα ’χεις πάψει
να ελπίζεις στο γυρισμό μου,
ολόκληρος βαμμένος στα μαύρα
σαν μέρα που πενθεί το θάνατό μου.

***

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ

Θροΐζουν τα φύλλα της καρδιάς
σαν της λεύκας αναστρέφονται
για να αναδείξουν το λευκό
κυρίαρχο του φθινοπώρου.
Η νύχτα, έξαλλη με την επιμονή του κύκνου,
ταξιδεύει στον ουρανό
κόντρα στη βάρδια των εναέριων ελεγκτών.

***

ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.
Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.

***

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.

***

ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά τον καταιγισμό των τιμών
οι ήρωες επιστρέφουν τα παράσημα
στη θυρίδα της μνήμης.
Να οπισθοχωρήσουν δεν μπορούν
με τόσες άδειες λέξεις φορτωμένοι,
μόνο βάζουν το δάκτυλο στο στόμα
και ξερνούν
την αλλαγμένη ιστορία.

*Από την ποιητική συλλογή “Το δέρμα του χρόνου”. εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.
Δημοσίευσησε : http://journeyinpoetry.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb
και http://selidestexnis.blogspot.com.au/2017/08/blog-post_88.html#more