Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης

Συγνώμη
σας ζητώ,
σύντροφε Καστρόφ,
από τα βάθη
της ψυχής,
που μέρος
των στροφών μου
στο Παρίσι
σε συλλογή ποιητική
θα σπαταλήσω.
Για φανταστείτε:
μπαίνει
στη σάλα η καλλονή,
με γούνα και με χάντρες
στολισμένη.
Εγώ
αποφάσισα
να πω στην καλλονή:
– να έκανα καλά
ή όχι;
Σύντροφος είμαι,
από τη Ρωσία,
διάσημος στη χώρα μου εγώ,
είδα
κορίτσια πιο ωραία,
είδα
πιο λυγερά κορίτσια.
Τα κορίτσια
αγαπούν τους ποιητές.
Κι ακόμα είμαι έξυπνος
και φωνακλάς,
και αποσπώ την προσοχή
– και μόνο
να μ’ ακούσεις συμφωνείς.
Δεν
με πιάνεις
σε ανάξια πράγματα
με εφήμερα
αισθήματα.
Είμαι
αιώνια
πληγωμένος από έρωτα
– μόλις που σέρνομαι.
Ο έρωτάς μου
γάμους δεν χρειάζεται:
παύει να μ’ αγαπάει,
εξαφανίζομαι.
Εγώ, σύντροφε,
σκοτίστηκα εντελώς
για το στεφάνι.
Να μπω στις λεπτομέρειες,
παρατήστε τα αστεία,
λοιπόν, η καλλονή μου,
δεν είναι είκοσι
ούτε τριάντα…
και κάτι.
Ο έρωτας
δεν φουντώνει
εντυπωσιακά,
ούτε
σε καίει στα κάρβουνα,
αλλά
σηκώνει και βουνά στα στήθια
και
πάνω απ’ τα μαλλιά τη ζούγκλα.
Αυτό σημαίνει
έρωτας:
στο βάθος της αυλής
να κυνηγάει
μέχρι το βράδυ τις κουρούνες,
και με λαμπρό τσεκούρι,
κούτσουρα θα σκίζει,
καμαρώνοντας
για τη δική του
δύναμη.
Έρωτας
είναι τα ξεσχισμένα από την αϋπνία
σεντόνια,
και ορμώντας έξω από αυτά
ζηλεύω τον Κοπέρνικο,*
αυτόν
κι όχι τον άντρα της Μαρίας Ιβάνοφ**
αυτόν
θεωρώ
αντίπαλό μου.
Ο έρωτας
για μας
δεν είν’ παραδεισένιος,
ο έρωτας
ο δικός μας
θορυβεί,
που έβαλε πάλι
σε λειτουργία
η καρδιά
τον παγωμένο κινητήρα.
Εσείς
εκεί στη Μόσχα
μου κόψατε το νήμα.
Τα χρόνια
δημιουργούν απόσταση.
Πώς θα μπορούσα
εγώ
εξήγηση
να δώσω;
Στη γη
φώτα μέχρι τον ουρανό…
Στον καταγάλανο ουρανό
αστέρια
μέχρι να φαν κι οι κότες.
Και αν δεν ήμουν
ποιητής,
ίσως
γινόμουν
αστρονόμος.
Αχός στην πλατεία ανεβαίνει
κινούνται αμάξια,
περπατάω
γράφοντας στιχάκια
στο καρνέ.
Τρέχουν γρήγορα
τα αυτοκίνητα
στον δρόμο,
μα δε με ρίχνουν καταγής.
Αντιλαμβάνονται
τα ξύπνια:
Ο άνθρωπος
είναι σε έκσταση.
Σωρός οράματα
και ιδέες
γεμάτος
μέχρι την κορφή.
Εδώ κι οι αρκούδες
θα μπορούσανε
να βγάλουνε φτερά.
Κι εδώ
σε κάποια
φτηνιάρικη τραπεζαρία,

όταν
μαγειρευτεί αυτό εντελώς,
από το λαρύγγι
στ’ αστέρια
αναδύεται ο λόγος
σαν χρυσογέννητος κομήτης.
Απλώνοντας
την ουρά του
στο τρίτο του ουρανού,
λάμπει
και φλέγει το φάσμα του,
για να βλέπουν τ’ αστέρια
οι δύο εραστές
απ’ το δικό τους
κιόσκι
με τις πασχαλιές.
Για να σηκώσει,
να οδηγήσει,
να προσελκύσει,
την όραση όσων χαλάρωσε.
Και για να κόψει τα κεφάλια
των εχθρών
από τους ώμους
με της ουράς
το λαμπερό σπαθί.
Εγώ
μέχρι τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς,
σαν σε ραντεβού,
περιμένοντας,
αφουγκράζομαι:
ο έρωτας ο απλός,
ο ανθρώπινος
θα κραυγάσει.
Θύελλα,
πυρκαγιά
νερό
με περικυκλώνουν με γογγυτά.
Ποιος
μπορεί να τ’ αντιμετωπίσει.
Αν μπορείτε;
Δοκιμάστε…

(1928)

* Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543), γεννήθηκε στην Πρωσία, επικράτεια της σημερινής Πολωνίας, αστρονόμος που έθεσε τη θεωρία για το ηλιοκεντρικό σύστημα.
**Έκφραση για έναν καθημερινό άνθρωπο.

***Το 1928 ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι πήγε στη Γαλλία ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος. Είχε οριστεί συντάκτης στην εφημερίδα “Κομσομόλσκαγια Πράβντα” από τον Ταράς Καστρόφ στον οποίο έστελνε ειδήσεις για τη ζωή και την πολιτική στο εξωτερικό. Μετά από δύο μήνες έστειλε στον φίλο του Ταράς το ποίημα που ακολουθεί. Αιτία γι’ αυτό στάθηκε η γνωριμία του με τη Ρωσίδα πρόσφυγα Τατιάνα Γιάκοβλεφ την οποία ερωτεύτηκε.

****Από το Διάστιχο στο http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/7359-vladimir-mayakovsky?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=%CE%92%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82%2C+Ureneck%2C+%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%85%2C+%CE%9A%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1%2C+%CE%9C%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%83%CE%BA%CE%B9%2C+%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82+%7C+18+%CE%BD%CE%AD%CE%B1+%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1+%CF%83%CF%84%CE%BF+diastixo.gr Απόδοση: Ελένη Κατσιώλη.

Ένας τρόπος να πεις φεύγω | Ευθύμης Λέντζας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

letz

α’

Βλέπω πρόσωπα τσακισμένα
στο φως της νύχτας
το χαμόγελο – πορσελάνη
σέρνεται απ’ το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα
ξηλώνει το φόρεμα της ψευτιάς
η ηθική της περσόνας
αφήνει το σώμα γυμνό
πάνω σε σατέν σεντόνια
βρωμάει το κραγιόν
όταν ξεβάφει
τα μάτια μουτζουρώνονται
μπερδεύεται η εικόνα
καθαρή η δαντελένια κιλότα
στο πάτωμα
οι εραστές όλο επιστρέφουν
τι γυρεύουν;
Η αγάπη
πέθανε
κάποιος φωνάζει:
ας γαμηθούμε.

View original post 102 more words

αλυκές

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

View original post

Νίκος Σταμπάκης, Η νύφη φόρεσε σκυλίσια μάσκα

Έργο Κώστα Πλιάτσικα

Η νύφη φόρεσε σκυλίσια μάσκα
Νεροσυρμής κλαγγή στις παρειές της
Κι οι ανεπαίσθητες κινήσεις της
Υπέκρυπταν διαρκώς το θαμπό φέγγος
Όπου διεκρίνοντο μόνον παμπάλαια δρώμενα
(Της εποχής των Αδελφών Λυμιέρ)

Ανασηκώνοντας το φόρεμά της
Ένα παραθαλάσσιο καφενείο
Σχηματίσθηκε αργά ενώπιον μας
Ήταν νύχτα κι εδώ όπως κι εκεί
Σκοτισμένες από το ημίφως
Οι ζαριές κι ο άνεμος ξεμαλλιάρης
(Τι μεταίχμιον κι αυτό!) αντηχούσαν
Μανιασμένα ως την άγουρη αυγή

Στις σελίδες που κλείναν με πάταγο
Δίχως να ’χεις ορίσει τη λέξη
Μέναν μόνο διαγώνια σφυρίγματα
Των παλιάτσων π’ ολοένα ξεγράφονταν
Ως τους έγλειφε η γλώσσα της μνήμης
Και το εξώφυλλο σκέτη ταφόπλακα
Που να λέει δίχως πια να σημαίνει

Kι η νύφη φόρεσε σκυλίσια μάσκα
Μην κι αλαφιάσει τα ωτομοτρίς
Περιγελώντας τους πυρομανείς νιπτήρες
Διατρέχοντας ερειπωμένες κάμερες
Με την αιφνίδια αφή του poltergeist
Μα στους παλμούς των ακροδάχτυλών της
Προλέγει την εκκόλαψη των γκυ.

*Από το βιβλίο “Το Άλας των Ηφαιστείων”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Γιώργος Β. Μακρής, Δαπανήθηκα στις λόχμες


Δαπανήθηκα στις λόχμες

μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά

έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.

Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου

και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια

μισούς ήχους στον αγέρα

λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο

ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους

και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού

στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο

στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.

Τριάλαριαλό τουλίτ λο.

Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;

Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.

Georg Trakl, Grodek

To βράδυ αντηχούν στα φθινοπωρινά δάση στις
Χρυσαφένιες πεδιάδες και στις γαλανές θάλασσες
Θανατηφόρα όπλα, και πάνω τους κυλά
Πιο σκοτεινός ο ήλιος· η νύχτα αγκαλιάζει
Τους μελλοθάνατους πολεμιστές, τον άγριο θρήνο
Στα διαμελισμένα τους στόματα.

Όμως στα βοσκοτόπια συγκεντρώνεται αθόρυβα
Ένα άλικο νέφος, μ’ έναν οργισμένο θεό
Να κατοικεί στα σπλάχνα του,
Το αίμα που χύθηκε η παγωνιά της σελήνης·
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε μαύρη σήψη.

Κάτω από τα χρυσά κλωνάρια της νύχτας
Και των αστεριών
Τρεκλίζει η σκιά της αδελφής, καθώς διασχίζει
Το σιωπηλό άλσος
Για να χαιρετήσει τα πνεύματα των ηρώων,
Τις ματωμένες κεφαλές·
Και γλυκά ηχούν στις καλαμιές οι σκοτεινοί αυλοί
Του φθινοπώρου.

Ω, πένθος, ω, περήφανο πένθος! Ω, σιδερένιοι βωμοί,
Άκρατος πόνος θρέφει σήμερα την θερμή
Φλόγα του πνεύματος,
Τους αγέννητους απογόνους.

*Από το βιβλίο “Georg Trakl, Η γαλάζια ψύχωση – Ποιήματα και πεζά 1909-1914”, σε μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Γενάρης 2010.

***

Ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος Grodek του Georg Trakl

Το ποίημα Grodek αποτελείται από μία στροφή 17 στίχων. Έχουμε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (στ. 1-10) έχουμε την περιγραφή της μάχης και τις συνέπειές της, στο δεύτερο τη φρίκη του πολέμου και τις επιπτώσεις του στο μέλλον. Στους εννέα πρώτους στίχους το πεδίο της μάχης —ένα ωραίο φθινοπωρινό τοπίο-δάση-χρυσές πεδιάδες-γαλάζιες λίμνες. Στις ωραίες εικόνες της φύσης αντιπαρατίθενται οι εικόνες του πολέμου: τα δάση —αντηχούν από όπλα του θανάτου, πάνω από γαλάζιες λίμνες και χρυσές πεδιάδες —κατρακυλάει ήλιος σκοτεινός, πολεμιστές ξεψυχούν, αίμα ποτίζει το έδαφος. Στ. 5, Άγριος θρήνος, μία μεταφορά για τις κραυγές πόνου των στρατιωτών, οι οποίοι είναι τεμαχισμένα στόματα. Ο δέκατος στίχος δίνει μία συνοπτική περιγραφή της μάχης και της κατάληξής της. Ακολουθεί μία διακοπή στην αφηγηματική ροή της περιγραφής με ένα «επεισόδιο» που κινείται σε ένα μη πραγματικό, μεταφυσικό επίπεδο (στ. 12-13). Έχουμε την εμφάνιση μιας αδελφής-νοσοκόμας—με τη λέξη αδελφή—μία αναφορά στην αγαπημένη αδελφή του ποιητή, που ο ίσκιος της σαλεύει στο δάσος χαιρετώντας τα πνεύματα των ηρώων. Είναι μία παρουσία ή όραμα παρήγορο για κάθε στρατιώτη που πεθαίνει. Είναι η γυναίκα, η αγαπημένη, που η σκιά της τον αναζητάει να τον αποχαιρετήσει και να τον χαιρετήσει ως ήρωα.

Στους τελευταίους στίχους (15-17) to ποιητικό εγώ εκφράζει το πιο περήφανο πένθος (στα γερμανικά έχουμε υπερθετικό βαθμό του επιθέτου) τον φοβερό πόνο στη σκέψη που του προκαλούνοι αγέννητοι εγγονοί. Στους χάλκινους βωμούς θυσιάζονται οι πεσόντες που με τον θάνατό τους χάνεται και η γενιά των απογόνων.
Η πρόσβαση στο ποίημα είναι δύσκολη. Ο αναγνώστης προσεγγίζει συναισθηματικά τη σκοτεινή ατμόσφαιρά του. Την ανάγνωση δυσχεραίνει επίσης η κατακερματισμένη υφολογικά φόρμα, οι συνεχείς ανατροπές των γλωσσικών συμπεριφορών των λέξεων, οι νεολογισμοί, το οξύμωρο, η αυθαίρετη σχέση με τη γραμματική (π.χ. η αντωνυμία sich που ανήκει στο ρήμα sammeln, δύο στίχους παρακάτω!) οι αντιθέσεις που εκφράζονται με ζοφερά επίθετα, για παράδειγμα: ο ήλιος κατρακυλάει σκοτεινός, το σκότος γίνεται πιο απειλητικό, με τον ήχο που εμπεριέχει το ρήμα κατρακυλάει, πέφτει ως κεραυνός —κόκκινο σύννεφο μία αναφορά και στον ήλιο που δύει και στο κόκκινο αίμα, το ρόδινο ηλιοβασίλεμα οδηγεί στην παγωνιά του φεγγαριού— έχουμε λοιπόν μια αρνητική ποιητική συμπεριφορά απέναντι στο παραδοσιακό λυρικό ύφος των λέξεων. Επίσης λείπει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία.
Το ποιητικό εγώ, πιεσμένο από τις βιωματικές εντυπώσεις της μάχης, εντελώς απελπισμένο, αδυνατεί να εκφραστεί με μια σχετική αρμονία ομοιοκαταληξίας.

Οι εμπειρίες του πολέμου απαιτούν μία άλλη γλώσσα. Το ίδιο φαινόμενο (1) παρατηρούμε και στη γλώσσα των Γερμανοεβραίων ποιητών που έγραψαν μετά το Άουσβιτς. «Ό,τι βιώσαμε ήταν τόσο εφιαλτικό, ώστε κατακερματίστηκε η ποιητική έκφραση, η ομοιοκαταληξία, οι λυρικές λέξεις, το μέτρο αμφισβητήθηκαν», γράφει η Γερμανοεβραία ποιήτρια Rose Auslander.

Αυτή η «καταστροφική» δομή της γλώσσας του Τρακλ εκφράζει τη μαυρίλα του πολέμου αλλά και της ψυχής του. Ο ποιητής παρουσιάζει όλη τη φρίκη του πολέμου και ένα μέλλον χωρίς φως.

1. Ν. Σιδέρη-Σπεκ, «Γράφοντας ποίηση μετά το Αουσβιτς», Ένεκεν, τχ. 21.

*Επιλογή-μετάφρααη-σχόλια: Nτάντη Σιδέρη-Σπεκ
**Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Άλικος τόνος

Φώτο: Christina by the boat, 1913, Lieutenant Colonel Mervyn O’Gorman © National Media Museum, Bradford SSPL.

Στη στεριά η ψαρόβαρκα τραβηγμένη
λες αποκαμωμένη, λοξά γερμένη
κίτρινα δίχτυα παρατημένα σωρός.
Πώς ανακατεύεται το κίτρινο
με του φορέματός της το κόκκινο
καθώς χορεύει κυκλωτικό χορό
μέσ’ στης σελήνης το ρυθμό.
Τον κύκλο της σιγαλιάς
της γλυκερής νυχτιάς
σπάει μια ανεπαίσθητη μελωδία
του τραγουδιού γλυκιά νοσταλγία.
– μέχρι και τα νερά σταμάτησαν τη μιλιά –
Σμαλτώνει του φεγγαριού το πρίσμα
μπράτσο ώμο μασχάλες
ευωδιάζει του πέπλου η ίριδα
στήθος κοιλιά λαγόνες.
Καθώς το τούλι γλύφει σερπετικά
τους αστραγάλους
μόλις που φαίνεται ένα ξέφτι
– ίνα που ξεκινά από τα δίχτυα του ψαρά

*Από τη σελίδα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου στο facebook.

Το ίδιο λευκό

Έργο: Analisa Aza

Στο ίδιο λευκό υπήρξανε κι υπάρχουνε οι ποιητές.
Ε, λοιπόν, το ίδιο λευκό κι εγώ κρατώ
λευκό όσο αντέχω.
Το ίδιο λευκό μαθαίνω να ζω, να αγαπώ
με όσο λευκό υπάρχω.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2017/06/22/%CF%84%CE%BF-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CF%8C/

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τρία ποιήματα

Η στάση

Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.
Ακούμπησα το πρόσωπό μου στα γεννητικά σου όργανα
κι έβαλα το φαλλό σου στο στόμα μου.
Μεταξένια η υφή,
πάνσεπτη, ερεθιστική η μυρωδιά.
Αποθησαυρίζοντας όσα μοιραστήκαμε μέσα στα χρόνια,
το συναισθηματικό σου σύμπαν
ολοκληρωμένο, συμπυκνωμένο,
με ευγνωμοσύνη το απόθεσα,
το κατέθεσα στα γεννητικά σου όργανα.
Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.

***

Άνθιζε

Χάθηκα στην ηφαιστειώδη ορμή του οργασμού
που μου έδωσες στον έρωτα.
Η ύπαρξή μου άρχισε να διαστέλλεται,
κάθε σημείο, κάθε πόρος στο δέρμα μου
άνοιγε, μπουμπούκιαζε κι άνθιζε.
Η λατρεία μου για σένα,
σαν κάτι παντοδύναμο κι άτρωτο,
συνεχώς ανατροφοδοτείται,
γιγαντώνει τη θέρμη.
Στο απόγειο του οργασμού,
κάθε πόρος στο δέρμα μου ολάνθιστος τόπος.

***

Ύψιστη τρυφερότητα

Φορούσα το λευκό μπουρνούζι
και μ’ έκλεισες στην αγκαλιά σου
-το σώμα μου ακόμα υγρό από το λούσιμο.
Το απαλό, ευωδιαστό ύφασμα από το μπουρνούζι,
καθώς με έσφιγγες
και το αισθανόμουν στο δέρμα μου,
έμοιαζε να ενσωματώνεται, να συμμετέχει,
να εμβαπτίζεται στην ύψιστη
τρυφερότητα της αγκαλιάς μας.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2015 του περιοδικού ‘Ένεκεν”.

Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

από «Τα οθόνια κείμενα»

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.

Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

View original post