Victor Jacinto Flecha, Δεν έχει νόημα να κρύβεσαι

Δεν έχει νόημα
Να κρύβεσαι βαθιά στο σκοτεινό πηγάδι του σπιτιού σου
Να κρύβεις τις λέξεις σου
Να καις τα βιβλία σου
Δεν υπάρχει λόγος.

Θα ’ρθουννα σε βρουν
Με φορτηγά, στοιβαγμένα μέχρι πάνω φυλλάδια
Με γράμματα που κανείς δεν έγραψε για σένα
Θα γεμίσουν το διαβατήριό σου με γραμματόσημα
Από χώρες που ποτέ δεν έχεις επισκεφτεί.

Θα σε σύρουν μακριά
Σαν κάποιο νεκρό σκυλί
Και τη νύχτα αυτή θα μάθεις τα πάντα για τα βασανιστήρια
Στο σκοτεινό δωμάτιο
Εκεί όπου οι βρωμερές μυρωδιές του κόσμου αναθρέφονται
Δεν έχει νόημα
Το κρυφτό σου
Από τη μάχη, φίλε μου.

*Ο Victor Jacinto Flecha (1947) είναι Παραγουανός ποιητής, δοκιμιογράφος και πανεπιστημιακός. Έγινε γνωστός στα μέσα της δεκαετίας του 1960 με τη συλλογή “Ποιήματα από τη φυλακή” (1966), που αντανακλούσε τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ίδιος, όταν αντιστάθηκε στη δικτατορία του Αλφρέδο Στρέσνερ.

**Μετάφραση: Κώστας Δρουγαλάς. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Βασίλης Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

Ερημία αισθημάτων

Σιωπηλός πορεύομαι
ενδεής, περίτρομος,
κατακερματισμένος.
Σκότος βαθύ,
Ερημία αισθημάτων.
Ο Άνθρωπος
σε διαρκή πτώση.
πού να στρέψεις το βλέμμα σου;
παντού μαχαίρια,
προσωπεία και μάσκες.
Άδειο κουφάρι η ζωή,
πεταμένο σακί,
χωρίς φωνή συρρικνωμένη.
Μέσα απ’ τον φόβο και τον φόνο
κερδίζεται η επιβίωση.
με ακρωτηριασμένα μέλη
καλύπτεις το πρόσωπο,
να μη βλέπεις
το αίμα που αναβλύζει,
τα στυγερά εγκλήματα.
Γεμάτοι πτώματα οι δρόμοι,
κι οι δολοφόνοι περιχαρείς,
αδίστακτοι,
οι ίδιοι πάντα,
σε ρόλους κυλιόμενους,
εκτελεστές, θεματοφύλακες
και νομοθέτες.
Η αιδώς στίγμα ανεξίτηλο
μαρκάρει τις ψυχές
ισόβια τις φυλακίζει,
τις εξορίζει απ’ το φως.
Σιωπηλός πορεύομαι,
ενδεής, ευθυτενής, περίλυπος.
Μέσα στην έρημο δοκιμάζομαι
να κρατήσω το ακέραιο
πρόσωπο.

***

Η μόνη σου εξουσία

Διάτρητο το κορμί μου, όρθιο.
Μου στερείς τον ήλιο
και το φως λάμπει μέσα μου.
Ρίζες βαθιές
από τη γη στον ουρανό απλώνονται.
Μέσα στα όνειρα ταξιδεύω.
Αδύνατο να φράξεις το δρόμο μου.
Αέρας είμαι,
έμπλεος από αγάπη.
Με θανατώνεις
κι από το αίμα μου
ανθίζουν τριαντάφυλλα.
Μες στο σκοτάδι η μοίρα σου.
Η μόνη σου εξουσία εκεί.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2014 του περιοδικού ‘“΄Ενεκεν”.

Manolis Anagnostakis/translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

managno

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς άνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτὰ ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγὼ που μόνο τό `ξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνῃ, δεν θα `ρθώ την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ, μια ολόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την εξαγοράσω
Πολὺ ακριβὰ κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμού εν ειρήνῃ. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα `σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταιος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

ah, Lavrentis, only I knew what…

View original post 93 more words

Άρης Αλεξανδρου, Είμαστε υπεύθυνοι

Για να χτίσουν μιά καλύβα
Παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια
ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν
τ’ αραδιάσουνε στον ήλιο.
Εμείς το μόνο πούχαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο
συρματόπλεγμα.
Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί μου
μ’ αυτά τα υλικά
χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο
να τον μεταμορφώσουμε
Ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται
Απ’ τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.
Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά
για τις λιποψυχίες μας
είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας
να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια
τη στάχτη και το αίμα.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης Οδών”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, “Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα (1941 -1974)”, ΕκδόσειςΎψιλον, γ’ έκδοση, Αθήνα 1991.

Γρηγόριος Σακαλής, Αποστολή

Στον Αλέξανδρο Αραμπατζή

Το απόγεμα
όταν γυρνάς στο σπίτι
αποκαμωμένη από τη δουλειά
τόσα πράγματα σε περιμένουν
οι δουλειές, τα παιδιά
“η αποστολή του ανθρώπου
είναι να κάνει οικογένεια”
λέγαν οι παλιοί
μα τι μένει για σένα
ήσουν καλή στα γράμματα
μα ο έρωτας σε σταμάτησε
τώρα κάνεις από ανάγκη
μια ταπεινή δουλειά για να ζήσεις
όμως τα όνειρά σου τα εφηβικά
δεν έχουν πεθάνει
ποτέ δεν πεθαίνουν τα όνειρα
έρχονται και σου τυλίγουν
μ΄ένα πανί τα μάτια
τα βράδια μόλις ξαπλώσεις
κι εσύ ανίσχυρη
παραδίνεσαι σ΄αυτά
όλη τη νύχτα.

Νικόλαος Κάλας: Ο εξοστρακισμός ενός μεγάλου ποιητή

«Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου˙ και στο βάθος φοβάσαι όχι τόσο τα τυχόν θραύσματα, όσο εκείνη την τρυφερότητα την διαπεραστική που διαισθάνεσαι πως υποκρύπτουν» Ν. Κάλας

….Ο Νικόλαος Κάλας ή Νικήτας Ράντος ή Μ. Σπιέρος(κατ’ αποκοπή τού Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος), κατά κόσμον Νικόλαος Καλαμάρης εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα πρώτα ως κριτικός (με το άρθρο του «Οι λιποτάχτες της ζωής» στο έντυπο του σοσιαλιστικού σωματείου «Φοιτητική Συντροφιά», το 1929), και στη συνέχεια ως ποιητής το 1930 (από τις σελίδες της «Ν. Εστίας» με το ποίημα «Ο Σταυρωμένος», εξοβελισμένο από τις συγκεντρωτικές εκδόσεις του έργου του).

«Πρώιμα αναπτυγμένο ταλέντο» κατά την έκφραση του Αργυρίου (το ’29 είναι μόλις 22 ετών), ο νεαρός Καλαμάρης ταράζει τα νερά των ελληνικών γραμμάτων με άρθρα επιθετικά (στρέφεται όχι μόνο εναντίον του Καρυωτάκη λέγοντας πως τα ποιήματά του «μυρίζουν πτωμαΐνη» αλλά και του Παλαμά και του ίδιου του Σολωμού, επηρεασμένος και από την πολεμική του φουτουρισμού ενάντια στην παράδοση) και πρωτοποριακά (είναι ο πρώτος από τη Γενιά του ’30 που μίλησε θετικά για τον Καβάφη και συνδύασε μαρξισμό και φροϋδισμό στις αναλύσεις του), που μαρτυρούν όμως μια στέρεη παιδεία, μελετάει τη σχέση μαρξισμού και τέχνης γινόμενος ένας από τους πρώτους απολογητές της αριστερής διανόησης στην Ελλάδα ενώ από το 1932 ασχολείται και με τον υπερρεαλισμό κερδίζοντας τον τίτλο του «θεωρητικού του υπερρεαλισμού» στη χώρα μας– γεγονός στο οποίο συνέτεινε και η έκδοση στο Παρίσι το 1938 των Εστιών Πυρκαγιάς που αναγνωρίστηκαν από τον ίδιο το Μπρετόν ως ένα από τα εγχειρίδια του υπερρεαλισμού (η κριτική του παραγωγή της ελληνικής περιόδου έχει συγκεντρωθεί από τον Αλ. Αργυρίου στον τόμο, αρκετά δυσεύρετο σήμερα Νικόλας Κάλας. Κείμενα Ποιητικής και Αισθητικής, Πλέθρον 1982, τον οποίο αξιοποιεί σε σημαντικό βαθμό το «Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων» του «Μ»).

Κατακλύζει παράλληλα τα περιοδικά με ποιήματά του (αλλά και μεταφράσεις και κριτικές κινηματογράφου) και το 1932 (τυπ. ένδειξη 1933) εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα.

Τα ποιήματά του, στα χνάρια του φουτουρισμού που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή στην Ιταλία αλλά και τη Ρωσία, «μια ποιητική επεξεργασμένη έξω από τα ελληνικά σύνορα» κατά την έκφραση του Vitti και σαφώς επηρεασμένα από τη δεδηλωμένη πολιτική του τοποθέτηση, ταράζουν τα νερά με την αποδόμηση του στίχου και την εκτεταμένη χρήση του «πεζού στίχου» που ορίζουν τη μετάβαση από τον παραδοσιακό στον ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα και δικαιολογούν τον τίτλο του «πρώτου συνειδητά μοντέρνου μας ποιητή» κατά την έκφραση του Αργυρίου.

Η εκρηκτική, πληθωρική του εμφάνιση που κατέκλυσε σε σύντομο διάστημα τα λογοτεχνικά έντυπα της εποχής και τα έντονα πρωτοποριακά στοιχεία του πολυδιάστατου έργου του, σε συνδυασμό με την πρωτοποριακή του πρωτοβουλία στον κοινωνικό τομέα (ο Κάλας είχε στρατευθεί ενεργά στον τροτσκισμό…) που μας επιτρέπουν να μιλάμε, κατά την έκφραση του Vitti, για μια «καθολική επανάσταση» του Κάλα στην Ελλάδα, σοκάρισε έντονα τον πνευματικό κόσμο της εποχής του προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων.

Η κριτική στο σύνολό της σχεδόν, με προεξάρχοντα τον Καραντώνη που δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει «αμαθή» και να του αρνηθεί οποιοδήποτε ίχνος ταλέντου και τον κύκλο των «Νέων Γραμμάτων», τον κατακεραυνώνει.

Είναι εμφανές ότι αυτό που ενόχλησε ιδιαίτερα στην περίπτωση του Κάλα ήταν, εκτός των άλλων, και η μεγαλοαστική του καταγωγή που καθιστούσε περισσότερο προκλητική την πολιτική του τοποθέτηση και τη γενικότερη επαναστατική του διάθεση, και μεταφραζόταν ως απειλή για το κατεστημένο κάθε λογής: «Κάθε λογικός άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να πιστέψει πως ένα από τα δύο είναι δικά του, ή ο πλούτος ή ο κομμουνισμός, όχι όμως και τα δύο μαζί», αναφέρει δηκτικά ο Καραντώνης αμφισβητώντας στη συνέχεια και αυτή την ειλικρίνεια των πολιτικών του πεποιθήσεων. Τα έντυπα της Αριστεράς τον αποκλείουν με τη σειρά τους ως αιρετικό μετά από το άρθρο του στους «Νέους Πρωτοπόρους» το 1932 όπου εκφραζόταν αρνητικά για την αποκλειστική χρήση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη. Τις θυελλώδεις αντιδράσεις ακολούθησαν, ή συνόδευσαν χλευασμοί και τους χλευασμούς σιωπή. Ο Κάλας αποπέμφθηκε σιωπηλά από τα έντυπα της εποχής και δεν έγινε πια, και για πολλά χρόνια, καμιά αναφορά στο έργο του. Η απομόνωσή του ήταν απόλυτη. Το συναίσθημα αυτό επιβιώνει και εκφράζεται και σε μεταγενέστερο ποίημά του της περιόδου 1977-1983 («Επί Νικήτα Ράντου με συγκρατούσε μιας Συντροφιάς η ύπαρξη»).

Το ποίημα του Γιώργου Θεοτοκά «Ηδυπαθής ευπατρίδης από το Κουρδιστάν» που αναδημοσιεύεται στο «Μ» (σ. 68) αποδίδει με περισσή ενάργεια, και με προκάλυμμα την αθώα σάτιρα, τη χλευαστική διάθεση με την οποία αντιμετώπισαν οι ομότεχνοί του την πρώτη εμφάνιση του Κάλα (θα μπορούσε να δει κανείς ίσως εδώ και μια εσκεμμένη προσπάθεια υποτίμησης;)

Η αντίδραση των πνευματικών κύκλων είχε άμεσο αντίκτυπο στο έργο του. Το 1933 και 1934 δημοσιεύει τρεις μικρές συλλογές (τα «Τετράδια» Α´, Β´, Γ´), αλλά εκτός εμπορίου. Η θεματική των ποιημάτων αλλάζει. Κοινός τόπος γίνεται το αίσθημα της αποτυχίας και οι τάσεις φυγής.

Από το 1934 έχει αρχίσει να πηγαινοέρχεται στο Παρίσι όπου γνωρίζεται με τον κύκλο των Γάλλων υπερρεαλιστών με τους οποίους θα συνδεθεί στενά στη συνέχεια (ο Μπρετόν θα χαρακτηρίσει τον Κάλα ένα από «τα πιο φωτεινά και τολμηρά πνεύματα του καιρού του». Στη συναναστροφή αυτή και στο κλίμα της γαλλικής πρωτεύουσας είναι προφανές ότι ο Κάλας είδε μια νέα ελπίδα. Το 1936 γράφει το πρώτο υπερρεαλιστικό του ποίημα, στο επίσης εκτός εμπορίου «Τετράδιο Δ´», το εκτενές «Συμβόλαιο με δαίμονες» (απόσπασμα του ποιήματος θα αναδημοσιευθεί πάντως στα «Νέα Φύλλα» το 1937), στο οποίο ο τόνος είναι τελείως διαφορετικός από αυτόν των υπόλοιπων «Τετραδίων», ήδη από τον εναρκτήριο στίχο: «Επανήλθαν οι ελπίδες ο απάτητος δρόμος των».

Το 1938 φεύγει οριστικά για το Παρίσι, επηρεασμένος οπωσδήποτε και από το βαρύ για ένα χαρακτηρισμένο αριστερό κλίμα της μεταξικής Ελλάδας, απ’ όπου θα αναχωρήσει με την έκρηξη του πολέμου μέσω Λισσαβώνας και θα εγκατασταθεί οριστικά στη Νέα Υόρκη (τα ταξίδια του και οι σύντομες παραμονές του στην Ελλάδα στο εξής σχετίζονται σχεδόν αποκλειστικά με την τακτοποίηση περιουσιακών υποθέσεων).

Στο Παρίσι αναζητάει μια καινούρια ζωή. Το μαρτυρεί και η δήλωσή του στην επιστολή του στο Θεοτοκά της 16.4.39: «Δεν ζητώ τον Ράντο αλλά καινούριο παρελθόν», αλλά και οι ποιητικές καταγραφές στο «Συμβόλαιο με δαίμονες»: «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν», και παρακάτω, «Γεννήθηκε το παρελθόν σήμερα κάποιο δικό μου είναι». Είναι προφανές ότι το «Συμβόλαιο με δαίμονες» συνδέεται συνειρμικά με το συμβόλαιο του Δόκτωρ Φάουστους με το Διάβολο για την απόκτηση της χαμένης νεότητας.

«Να φεύγεις είναι λίγο σα να πεθαίνεις», λέει κάπου ο ίδιος και πράγματι η φυγή του από την Ελλάδα σήμανε το θάνατό του «ποιητικά». Θα περάσουν 30 σχεδόν χρόνια για να ξαναδημοσιεύσει ποιήματα, στο περιοδικό «Πάλι» το 1963 (η χρονολόγηση 1945-1982 των ποιημάτων της ενότητας «Οδός Νικήτα Ράντου» της ομώνυμης συλλογής τού 1977 φαίνεται να προσπαθεί να καλύψει στο μεγαλύτερό του μέρος το κενό της ποιητικής του απουσίας, καθώς τα μοναδικά ανέκδοτα ποιήματα που δημοσιεύονται εκεί είναι τα «Έντεκα και δύο ποιήματα», κάποια από τα οποία χρονολογούνται από τον ίδιο το 1977).

Η επιταγή «Θα συνεχίσω» του Επίμυθου του «Τετραδίου Δ´» έμεινε κενό γράμμα, και η μετοίκησή του δεν συνέβαλε στην ανατροφοδότηση του ποιητικού του έργου. Σ’ αυτό πρέπει να συνέτεινε και η δυσκολία έκφρασής του σε ένα ξενόγλωσσο περιβάλλον όπως έχει ήδη επισημανθεί από τον Αργυρίου και για την οποία υπάρχει και η ποιητική του μαρτυρία το 1975: «(…) Πώς μεταφέρονται απ’ τ’ αγγλικά στη γλώσσα μας οι εικόνες;».

Μετά την εγκατάστασή του στη Νέα Υόρκη αφοσιώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά σε μια καινούρια δραστηριότητα, την τεχνοκριτική στην οποία θα διαπρέψει ιδιαίτερα, εγκαταλείποντας όχι μόνο την ποίηση αλλά στην ουσία και την κριτική δραστηριότητα στον τομέα αυτό, ενώ παραδίδει και μαθήματα Ανθρωπολογίας και Ιστορίας της Τέχνης για να ζήσει καθώς έχει στο μεταξύ απεμπολήσει την τεράστια πατρική του περιουσία.

Μια ενδιαφέρουσα απάντηση για την αποφασιστική αυτή στροφή δίνει στο Χρήστο Τσιάμη (σε συνομιλία τους που απόσπασμά της αναδημοσιεύεται από το περ. «Αντί», τχ. 397, 10/3/1989 στο «Μ»):

Του ζήτησα κάποτε να μου εξηγήσει γιατί είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει την ποίηση για χάρη της κριτικής της τέχνης. Μου απάντησε ότι έβλεπε τη ζωγραφική σαν ένα είδος γραφής και πως τον ενδιέφεραν οι πιθανότητες της σύνταξης πάνω στον καμβά, όσο και οι πιθανότητες της γλώσσας με λεκτικές ιδιότητες, παραστάσεις που μπορούσαν να διαβαστούν σαν κείμενα (βλ. και το πολύ ενδιαφέρον σύντομο κείμενο του Κάλα με τίτλο «Η γραφή σαν στοιχείο οπτικής ποίησης» που δημοσιεύεται μεταφρασμένο από τον Κ. Σταθόπουλο μαζί με το γαλλικό Οπτικό ποίημα, «Μ», σ. 80).

…………………..

Αντίθετα, η δημοσίευση ελληνικών ποιημάτων σε έντυπα της ημεδαπής όταν είχε την ανάλογη παρότρυνση και αποδοχή από ομοτέχνους του στην Ελλάδα από το ’63 πια και εξής, όπως ο Ν. Βαλαωρίτης με το περ. «Πάλι» και ο Α. Παγουλάτος με το «Χνάρι», και η αίτηση βοήθειας για την έκδοση συλλογής προς τον Ελύτη (πρόκειται για την Οδό Νικήτα Ράντου, το 1977 – η μαρτυρία περιέχεται σε επιστολή του στον Ελύτη της 22/5/1976 [βλ. σχετικά την Ανέκδοτη Αλληλογραφία του Κάλα στο Αφιέρωμα του «Μ»]) που κατ’ ουσίαν σηματοδοτεί την ποιητική του επιστροφή και την αρχή αποδοχής του στην Ελλάδα (με την απονομή και του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 1977), δείχνει ότι αυτό που πάντα επιθυμούσε ήταν να αναγνωριστεί στη χώρα του…

Ρήσεις και ποιήματα

Οι πίνακες κρέμονται στα μουσεία μέχρι να γίνουν αριστουργήματα. Οι αλήτες μένουν κλειδωμένοι στα κελιά τους μέχρι να γίνουν εγκληματίες.

Γιατί να προσεύχεσαι ενώ μπορείς να ανησυχείς; (από τους Αφορισμούς)

Αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι μεγάλοι δάσκαλοι που σπάνια βρίσκονται στα πανεπιστήμια, γιατί ο ρόλος των δασκάλων δεν είναι να εξηγούν αλλά να επι-κοινωνούν ανακαλύψεις. Οι μεγάλοι δάσκαλοι μπορούν μόνο να εμπνεύσουν, γι’ αυτό δεν γίνονται καθηγητές αλλά ηγέτες. (Αποσπάσματα από Πανεπιστημιακές διαλέξεις και κείμενα)

«Άναψες φωτιά μεσ’ στην καρδιά μας

Μη σβύσει προτού κάψει πύργους και παλάτια» (αφιέρωμα «Μ»).

«Οι δειλοί φοβούνται τ’ αποτελέσματα, είναι τύποι αντιποιητικοί. Μα η τέχνη είναι πυριτιδαποθήκη, απόδειξη ο Παρθενών!».

Συχώρεσέ με, δάσκαλε, για την ασέβειά μου

συχώρεσέ με αν ευχηθώ

να ’ναι λίγα τα ψωμιά σου.

(…) (Γραφή και Φως, σ. 21)

« Ελευθερώστε τους προφήτες

Σκεπάστε τον ουρανό με ποιήματα

Τρομοκρατήστε τον κόσμο!»(«Τραγούδι της λησμονιάς»)

*Ξένη Σκαρτσή: αποσπάσματα από εκτενές άρθρο στο Poeticanet

**Πηγή: http://www.poeticanet.gr

***Το πήραμε από εδώ: http://www.artinews.gr/%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BF-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE.html

Η γυναίκα μου έφυγε | Ηλίας Κουρκούτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kourkout

με φώναξαν
να αναγνωρίσω το πτώμα
στην υπόγεια αίθουσα
του Δημοτικού Νεκροτομείου
του Περιφερειακού Νοσοκομείου,
η γυναίκα μου,
ακίνητη νεκρή παγωμένη

κάποτε στους κήπους μας
υπήρχαν λεμονιές

αναγνώρισα το πτώμα
από την φρικτή οσμή
ένα ακίνητο σύννεφο αέρα
που κάλυπτε το κεφάλι της

View original post 584 more words

Η Θάλασσα με τα 150 Επίπεδα – Για το έργο του Φάνη Παπαγεωργίου

Η Θάλασσα με τα 150 Επίπεδα – Ο Σπύρος Σούρλας μιλάει για το έργο του Φάνη Παπαγεωργίου

Αποδέχτηκα με μεγάλη χαρά την τιμητική πρόταση του Φ.Π. να μιλήσω,για το βιβλίο του,πρωτίστως,γιατί όταν συναντιόμαστε για καφέ ,επιλέγει ένα παλιό παραδοσιακό καφενείο στην Αγία Παρασκευή, εκεί δηλαδή που ακόμα συναντιέται η ‘βοή’ σημαντικών και ασήμαντων γεγονότων, που μπορεί να εκκινούν από το πόσο μεγάλος παίκτης ήταν ο Τακης Λουκανίδης ή το κύπελλο Ελλάδας του Πανιωνίου στα 1979, και να φτάνουν στην σημερινή πολύμορφη κρίση.

Ο Φ.Π.ανήκει ηλικιακά στην αποκαλούμενη και ‘Γενιά του Δεκέμβρη του 2008’, όπου βέβαια συχνά αναρωτιέται κανείς τι να έγιναν όλα εκείνα τα παιδιά που συμμετείχαν στην τότε ‘εξέγερση΄.

Αν μη τι άλλο ο Φ.Π. δεν επέλεξε να γίνει ‘επαγγελματίας των κινημάτων’, παρ’ότι πολιτικό ον, αλλά αποφάσισε να δοκιμαστεί στην ποίηση (Πρώτη του συλλογή ‘Το Πλυντήριο Αστρων).

Ο Φ.Π. στα 32 του, δημιουργεί μια ποιητική συλλογή, που αντιστοιχεί στα βιώματά του.

Και εδώ καλό θα ήταν να αναφερθεί, πως διαβάζοντας ως αναγνώστες, μια ποιητική συλλογή (εξαιρετική, κακή ή μέτρια) ίσως είναι πρέπον να ξεχνάμε την ηλικία του δημιουργού και να επικεντρωνόμαστε σε αυτό που μας επικοινωνεί και αφηγείται, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να επηρεαστούμε, από την γνωστή κοινωνική συνθήκη του ηλικιακού κριτηρίου περί ‘φερέλπιδος νέου ποιητή’ ή ‘του ποιητή που έφτασε στα έργα της ωριμότητάς του’, γεγονός που η ιστορία της ποίησης δεν μοιάζει να επικυρώνει ως ‘κριτήριο γραμμικότητας’, συμφωνώντας και με τα αντίστοιχα κριτήρια της Ιστορίας…

Διαβάζοντας τη συλλογή του Φ.Π.,που πραγματεύεται ‘οικεία κακά’, αλλά τόσο αναγκαία και διαχρονικά,όπως ο έρωτας, το πάθος,η επανάσταση, η ήττα σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο, το ατελές και το ανολοκλήρωτο, υπάρχει κάτι που θα μπορούσα, ίσως και αδόκιμα, να ονομάσω: ’Απόμακρο της εξοικείωσης’.

Ο Φ.Π. επιλέγει, μέσα από τις λέξεις, να διατηρήσει μια επιφανειακή απόσταση, από αυτά που τον ‘καίνε’, γιατί έτσι αισθάνεται πως μπορεί να ‘μιλήσει ‘ καλύτερα.

Η απογοήτευση του έρωτα, που χωλαίνει, που δεν ολοκληρώνεται, όπως και η επανάσταση, δεν τον καθηλώνει στο επίπεδο του ηττημένου, αλλά ούτε και του ‘αφελούς στρατευμένου της νομοτέλειας’..Πιο πολύ μοιάζει να βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση αποδοχής της παλίρροιας και της αμπώτιδος, που καθορίζουν την δυναμική και όχι στατική κατάσταση των πραγμάτων:΄Μπορούσε ο κήπος ετούτος να’χε λουλούδια και τριαντάφυλλα και βιολέττες και γαρούφαλα νυφιάτικα και ηλιοτρόπια στην γωνιά .’(Μάρκος Μέσκος :H Eρημιά)

Η πως έγραφε ο Β. Μπένγιαμιν στην Θέση ΙΧ για την Φιλοσοφία της Ιστορίας: ’O άγγελος,……θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα’

Αν μπορούσαμε να κάνουμε έναν μουσικό παραλληλισμό της ποίησης του Φ.Π., ίσως θα ταίριαζε σημαντικά ο Brahms…Ο πολλάκις παρεξηγημένος Brahms,δεν υπήρξε μελίρρυτος στον ‘ρομαντισμό’ του και στον ιδεαλισμό του,και ουδέποτε χρησιμοποίησε το συνθετικό του τάλαντο με ‘μελό’ τρόπο για να διακινήσει το συναίσθημα. Αντιθέτως διακρινόταν για τον ‘δομημένο ρομαντισμό’ του,όπου το πάθος ήταν υπόκωφο και γινόταν αισθητό,μέσα από τις δονήσεις που προκαλούσε στις απόπειρες να ‘σπάσει’ την αυστηρή φόρμα

ΠΡΩΙΝΗ ΥΛΗ

Οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους
Τους στρίμωχναν σε γυάλινα βάζα
Τους κυνηγούσαν στις ραφές των βαποριών
Τους σφράγιζαν στα βάθη των κινήσεων
Που ανάβουν στο σκοτάδι

Απλώνουν έτσι οι χορδές
Μεταλλικό χάος
Σφυγμούς στις γαλέρες
Και έλικες στην κρημνιζόμενη βροχή

Η αγαπημένη έπιασε τους στροβίλους από το λαιμό
Και έβγαζε από τα δάχτυλά της το λα και το σολ
Κίτρινα από τα τσιγάρα που κάπνιζε
Και κόκκινα από τα μελανά αμπέλια.

Και από την μέση της περνούσε τα μαλλιά της
Τα μαλλιά της ,τις χορδές της

Τυλιγμένη την μέρα σε ήχους.

…………………………………………………

Διαβάζοντας, ως αναγνώστης την συλλογή του Φ.Π. έρχονται στο νου κάποια αποσπάσματα από τα Minima Moralia του Theodor W.Adorno

Aπόσπασπα από no 51

‘Mέσα στο κείμενό του ο συγγραφέας,εγκαθίσταται σαν στο σπίτι του..Όπως δημιουργεί αταξία σέρνοντας χαρτιά ,βιβλία,μολύβια,υποστηρίγματα από ένα δωμάτιο στο άλλο,έτσι συμπεριφέρεται και μέσα στις σκέψεις του…Οι τελευταίες,γίνονται γι’αυτόν έπιπλα,στα οποία θρονιάζει,αισθάνεται βολικά ή άβολα..Τις χαϊδεύει τρυφερά,τις φθείρει από την πολλή χρήση,τις μπερδεύει ανακατώνοντάς τες,τις ανακατατάσσεις ,τις χαλάει. Οποιος δεν έχει μια πατρίδα,κατοικία του γίνεται το γράψιμο.Και εκεί δημιουργεί αναπόφευκτα,όπως άλλοτε η οικογένειά του,σκουπίδια και ρετάλια.

Τώρα όμως δεν έχει αποθήκη,κι δεν είναι διόλου εύκολο να αποχωριστεί από την σαβούρα….Ετσι λοιπόν τη σπρώχνει μπροστά του παντού και κινδυνεύει τελικά να γεμίσει με αυτή τις σελίδες του..Το δεοντολογικό παράγγελμα να αντιμετωπίζει κανείς με σκληρότητα τον αυτοοικτιρμό του,περικλείει και την τεχνική απαίτηση να αντιστέκεται με ύψιστη επαγρύπνηση στη χαλάρωση της διανοητικής έντασης και να εξαλείφει οτιδήποτε αρχίζει να απλώνεται σαν κρούστα στο έργο,ό,τι συνεχίζει να περιστρέφεται στο κενό,ό,τι σε ένα προηγούμενο στάδιο ως φληνάφημα δημιουργούσε ίσως τη ζεστή ατμόσφαιρα που ευνοεί την ανάπτυξή του, “τώρα όμως παραμένει μουχλιασμένο και άνοστο……Τελικά δεν επιτρέπεται στον συγγραφέα να κατοικεί ακόμα και στο γράψιμο.”

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΑΟΡΤΗ
Είμαι ο μοναδικός ήχος που εξυφαίνεται
στον καμβά των σκόρπιων διηγημάτων
κάτω από τη νοτισμένη κάπα υπερπόντιου ταχυδρόμου
όταν προσμένει τη θαλπωρή της βροχής-
η γύψινη πλαστικότητα της ελαφρότητάς μου
υπαγορεύει την κίνηση
Πρέπει να είναι η εμμένεια στη φιλοσοφική εξήγηση
του βήματος προς το εσωτερικό τοπίο
αργό σαν οργανική θεμελίωση του έρωτα
ενεργοποείται σαν αφόδευση
στους στυλιζαρισμένους μου στίχους
Για μένα είσαι η Ελπινίκη
Όταν διαλέγομαι με το πανομοιότυπο,ορμητήριο
Της φιλήδονης σάρκας
Στις πτωτικές τάσεις της ανάσας.

………………………………………………………………………………………..

Minima Moralia no 72 ,απόσπασμα

Δεύτερος τρύγος,-Το ταλέντο δεν είναι ίσως τίποτε άλλο παρά το επιτυχώς εξαγνισμένο μένος,η ικανότητα να μετουσιώνει κανείς εκείνη την ενεργητικότητα,η οποία άλλοτε επαυξανόταν άμετρα καταλήγοντας στην καταστροφή ατίθασων αντικειμένων,στη συγκέντρωση της υπομονετικής θεώρησης ,και να μην υποχωρεί,προτού ανακαλύψει το μυστικό των αντικειμένων,όπως ακριβώς άλλοτε δεν ησύχαζε,αν δεν έφτανε να αποσπάσει από το κακοποιούμενο παιγνίδι την παραπονιάρικη ψιλή φωνή.

Ποιος δεν έχει παρατηρήσει πάνω στο πρόσωπο του βυθισμένου σε σκέψεις,του αποσπασμένου από τα πρακτικά αντικείμενα,σημάδια της ίδιας επιθετικότητας,η οποία κατά τα άλλα ασκείται πρακτικά?Μήπως ο δημιουργικός παραγωγός δεν βιώνει τον εαυτό του μέσα στην ευφορία ως αποκτηνεμώνο ,ως ‘μανιωδώς εργαζόμενο’?..Πράγματι ,μήπως δεν είναι απαραίτητο ακριβώς ένα τέτοιο μένος,προκειμένου να απελευθερωθεί κανείς από την αμηχανία του και από το μένος για την αμηχανία του; Μήπως το συμφιλιωτικό ακριβώς δεν είναι κάτι που χρειάστηκε πρώτα να αποσπασθεί με πείσμα από το καταστρεπτικό?’

ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Βίδωνε τις τελευταίες βίδες
λίγο πριν την ανακατάληψη του ουρανού
θα τον κατέβαζε με μαλακές κινήσεις
κανείς να μην καταλάβει τίποτα
θα του έβγαζε τη μασκα
και θα γυάλιζε τα άστρα
θα έπρεπε να είναι νύχτα
θα φτερούγιζαν τα πουλιά στο ταβάνι
και ο κόσμος θα ξύπναγε
θα τον έψαχναν
θα
δοκίμασε το βάδισμα
κρέμασε τη μεταλλική του στολή στο άστρο
και φίλησε τον ήλιο
-είπε,είπαν,
πολύ ζεστά τα χείλη σου αγαπημένη
Και ήταν κόκκινος σαν μήλο
είχε καταπιεί τον ήλιο.

………………..

Ο Walter Benjamin,στην προ-μαρξιστική του περίοδο ,στα 1916,έγραφε στο Δοκίμιό του ‘Για την γλώσσα εν γένει και για την γλώσσα του ανθρώπου’…:Γιατί η γλώσσα είναι σε κάθε περίπτωση,όχι μόνο κοινοποιήση του κοινοποιήσιμου, αλλά συγχρόνως και σύμβολο του μη –κοινοποιήσιμου’, αυτού που όπως εξηγούσε ο Φώτης Τερζάκης ‘Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο,εντέλει,από εκείνο ,που λεμε ποιητικότητα της γλώσσας ,και η ποίηση,η τέχνη,είναι ο τελευταίος κληρονόμος αυτού του ακατανόμαστου αινιγματικού,τρομακτικού,όσο και αφόρητα γοητευτικού θροΐσματος του απείρου,που κάποτε διαφυλασσόταν περιδεώς ,μέσα στην σφαίρα του ιερού..

Αντίθετα με τον Witgenstein που ισχυριζόταν πως ‘Για ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε,πρέπει να σιωπούμε’, οι Adorno και Benjamin επέμεναν πως ‘Η μοίρα της γλώσσας είναι να μιλάει ακατάπαυστα, για εκείνο ,για το οποίο δεν μπορεί να μιλήσει’.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΔΥΟ ΝΕΩΝ

Θα γύριζαν την υδρόγειο
συζητούσαν την ύπαρξη ηπείρων
θα βούλιαζαν στο λευκό χυλό του φωτός
μετρούσαν τις αποστάσεις των αστεριών
θα περιπολούσαν τον κόσμο
γκρεμίζονταν αστέρι το φιλί τους
θα γέμιζαν το κενό
οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους
θα γινόντουσαν δίκοπο πρόσωπο
τα ποτάμια κρεμόντουσαν πάνω από τη θάλασσα
θα ήταν μέλλον
αν είχαν παρόν.

……………….

Ο Benjamin επέμεινε πως ‘Η εμπειρία διαλύεται κάτω από την επίδραση των κλονισμών’,δηλαδή πως ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε νευρόσπαστο ,λόγω των αλλεπάλληλων κλονισμών και η καταστροφή της εμπειρίας έχει μοιραία συνέπεια και για την γλώσσα και για την αφήγηση…Ο θρυμματισμός της ψυχικής αύρας ,μέσα από τους αλλεπάλληλους κλονισμούς,οδηγεί στη διάλυση του συνεχούς του βιώματος σε αποσπασματικες και ασύνδετες αναμνήσεις.

38 ΒΑΘΜΟΙ ΑΚΡΙΒΩΣ

Η γλώσσα ήταν θυροκολλημένη
με ένα ρίγος,σπαραγμούς από α-
βέβαια μπορούσες να διακρίνεις
μεταξύ των λέξεων ,αυτές :
ασταμάτητα,αβυσσαλέα,αλησμόνητη
Αλλοίμονο
ασφαλώς μιλούσε για κάποια γυναίκα
κινούταν προς τον αρνητικό του πόλο
σερνόταν σε μαγνητικό πεδίο
και με τον ονειροκρίτη ανά χείρας
τον βαστούσε η Μοίρα
θα ήταν βεβαίως χαμερπής
καθώς ξεφυσούσε και φυσούσε,έμοιαζε
να επιθυμεί να θηλάσει τα λουλούδια
βέβαιος ίσως πως άγγιζε την έρημο
και πως αυτή κολλούσε πάνω του σαν άμμος
Του είχε γίνει πυρετός.

…………………..

Ο Φάνης Παπαγεωργίου δεν ανήκει σε εκείνους,που αποζητούν να ενταχθούν σε γκρούπες διανοουμένων ή ποιητών, που να συνδέονται οργανικά με την Νομενκλατούρα του πολιτισμού που “βραβεία έχει-βραβεία δίνει” (όπως έγραφε κάπου ο Βύρων Λεοντάρης στα 1960).

Εχει επιλέξει ως τώρα έναν διαφορετικό δρόμο ,πολύ πιο χαμηλόφωνο και μοναχικό,χωρίς όμως αυτό να αναιρεί την κοινωνικότητά του και ως εκ τούτου ,παίρνει το ρίσκο να εκτεθεί σε ένα μη επιλεγμένο κοινό,που δεν προέρχεται από τους αυλικούς του ‘ηγεμόνα’ και τους παρατρεχάμενους

Τιτίβισμα του τίποτε
ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις
Δε μπλέχτηκες εσύ σε οράματα
και σε χαμένες υποθέσεις
ήξερες να φυλάγεσαι περίκομψα
ξέφυγες την αισθητική καταστροφή
Έντομο ανθεκτικό της μετατέχνης
ζουζουνι της τεχνολογίας του αισθήματος
χαζοχαρούμενο και χαζολυπημένο
διακοσμητικό του ανύπαρκτου
ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις
-όχι σαν την δική μου την φωνή
που πνίγηκε
στο βόγγο του υπαρκτού

Βύρων Λεοντάρης
Εν Γη Αλμυρά

Ετσι που τραύλισα VIII

…………………………………………………………………………

Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ αναλυτικά στα ίσως ,πιο εμφανώς ‘πολιτικά ‘ ποιήματα του Φ.Π. ‘Σεισάχθεια στον Ηλιο’ και ‘Συνθήκη μιας Παρτίδας’(σε όσους και όσες μοιραστήκαμε την κομμουνιστική ανανέωση),γιατί συνηχούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο μέσα μου και ως εκ τούτου δεν θα είμαι αντικειμενικός…Αγοράστε την συλλογή των 49 ποιημάτων και διαβάστε τα ,τουλάχιστον όσοι δεν είστε ακόμα γοητευμένοι από εκείνον ,που το μόνο που δεν έχει διαπράξει ως τώρα είναι να αναγορεύσει το άλογό του σε Ύπατο..

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Φ.Π.,οφείλω να σημειώσω πως αυτή η ‘δομημένα αποστασιοποιημένη ‘ποίηση του Φάνη, η ποίηση της εν μέρει ήττας ,της αναζήτησης του έρωτα και της χαμένης επανάστασης,του συνδυασμού του ατομικού με το κοινωνικό ,όπου κάποτε επικρατεί το ένα και κάποτε το άλλο,(μα πάντα όμως παραμένουν σε διαρθρωμένη αλληλεπίδραση),συμπυκνώνεται κατ’αναλογίαν,στο περίφημο ‘Παρ’όλα αυτά’ του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου στον διάλογό του με τον Παναγιώτη Κονδύλη,στο περιοδικό ‘Σημειωσεις’ ,που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1977 με τίτλο ‘Παλιά και Νέα θεότητα’

‘’H Eξουσια μπορεί να οικοδομεί συνεχώς την πραγματικότητά της αδιαφορώντας τόσο γι αυτούς, που προσποιούνται τους δραπέτες της,ζωγραφίζοντας στα τείχη της ΄φτερούγες ελευθερίας’,όσο και γιά τους άλλους ,που γκρεμίζονται από τα τείχη της στην ελευθερία του μηδενός.Ετσι και αλλοιώς ούτε για τους μεν,ούτε για τους δε έχει σημασια αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνια είναι άπιαστο όραμα.
Γιατί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ο παράδεισος ,γιά να υπάρχει το όραμά του-αρκεί που υπάρχει η κόλαση :¨το ‘Εκείθεν των επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’από τα σπλάγχνα του ‘Εντεύθεν΄.
Δεν έχουμε διόλου την “αφελή απορία πως είναι δυνατόν μια κοσμοθεωρία να επαγγέλλεται την καθολική απελευθέρωση και πρακτικά να μεταφράζεται σε νέες κυρίαρχες σχέσεις”(Κονδύλης)…Πιστεύουμε, αντίθετα ,πως αυτός ακριβώς είναι ο κανόνας -οι εξουσιαστές πριν ανατείλουν σ΄όλη τους την δόξα και την δύναμη περνούν μέσα από το κουκούλι του ‘ελευθερωτή’..Αλλά όπως δυσπιστούμε στις κοσμοθεωρίες των ‘ελευθερωτών’,έτσι δυσπιστούμε και σ’εκείνους που με επιστημονική βεβαιότητα σύρουν την γραμμή που χωρίζει την ‘ιδέα’ του ανθρώπου ,από την εμπειρική πραγματικότητα ,ορίζοντας τι ακριβώς ανήκει στο ‘Εκείθεν’ και τι στο ‘Εντεύθεν’,τι στο όνειρο και τι στην πραγματικότητα χωρίς να αναρωτιούνται ποτέ αν το όνειρο είναι πραγματικότητα’…

Η μόνη αλήθεια είναι ότι τα κορμιά
Στήνουν ερείσματα
Όταν σφαλίσουν τα δόντια
Και ξεπεραστεί η αγωνία
Των δανεικών φιλιών.

Μικρό απόσπασμα από το ποίημα του Φάνη Παπαγεωργίου ‘Η ΣΚΟΤΑΔΗ’ της συλλογής του ‘Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα’…

*Αναδημοσίευση από το http://www.nostimonimar.gr/i-thalassa-me-ta-150-epipeda/

Oliverio Girondo, Ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ

Καμιά προκατάληψη δεν είναι τόσο γελοία
όσο η προκατάληψη της μεγαλοπρέπειας.
.
════════════
.
❝ Σχέδια στην άμμο ❞
.
Το πρωινό σεργιανίζει στην παραλία
πασπαλισμένο με ήλιο.
Χέρια.
Πόδια ακρωτηριασμένα.
Σώματα που επανενώνονται.
Κεφάλια από καουτσούκ που επιπλέουν.
.
Όλα είναι χρυσά και γαλάζια!
.
Η σκιά από τις τέντες.Τα μάτια των κοριτσιών
που, ενδοφλέβια,παίρνουν μυθιστορήματα και
ορίζοντες. Η χαρά μου, φτιαγμένη από λαστιχένια
παπούτσια,με κάνει να χοροπηδώ στην άμμο.
.
Και πάνω απ’ όλα είναι η θάλασσα!
.
Η θάλασσα!… Ρυθμός της περιπλάνησης.
Η θάλασσα! Με τα σάλια και την επιληψία της.
.
Η θάλασσα!… Μέχρι να φωνάξεις
ΦΤΑΝΕΙ!
Όπως στο τσίρκο.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Ανάθημα ❞
.
Τα κορίτσια του Φλόρες έχουν μάτια γλυκά σαν
τα ζαχαρωμένα αμύγδαλα της Confiteria del
Molino, και φορούν μεταξωτούς φιόγκους που
γεύονται τους γλουτούς φτερουγίζοντας σαν
πεταλούδες.
.
Όταν σουρουπώνει,όλες τους κρεμούν τα άγουρα
στήθη τους στα σιδερένια κλαδιά των μπαλκονιών,
ώστε τα φουστάνια τους να κοκκινίσουν
όταν τις νιώσουν γυμνές, και τη νύχτα, ρυμουλκούμενες
από τις μαμάδες τους — σημαιοστολισμένες
σαν φρεγάτες — βγαίνουν βόλτα στην πλατεία,
για να εκσπερματώσουν οι άντρες
λόγια στο αφτί τους και οι φωσφορίζουσες θηλές τους
να αναβοσβήσουν σαν πυγολαμπίδες.
.
Τα κορίτσια του Φλόρες ζουν με την αγωνία
μην τυχόν σαπίσουν οι γλουτοί τους σαν
πολυκαιρισμένα μήλα,και ο πόθος των ανδρών τις
πνίγει τόσο που κάποιες φορές θα ήθελαν να
απαλλαγούν απ΄ αυτόν όπως από έναν κορσέ,
μιας και δεν έχουν το κουράγιο να κόψουν το
κορμί τους κομματάκια και να το πετάξουν σε
όσους περνούν απ’ το πεζοδρόμιο.
.
{Φλόρες: γειτονιά με μπορντέλα στο Μπουένος Άιρες}
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Νυχτερινό ❞
.
Δροσιά απ’ το τζάμι όταν το μέτωπο ακουμπάει
στο παράθυρο.Φώτα ξενυχτισμένα,που
όταν σβήνουν μας αφήνουν ακόμα πιο μόνους.
.
Τι μας θυμίζει το ουρλιαχτό των γάτων σε οίστρο,
και ποια να ‘ναι η πρόθεση των χαρτιών
που σέρνονται στις άδειες αυλές;
.
Κάποιες φορές σκεφτόμαστε,καθώς γυρνάμε το
διακόπτη του ηλεκτρικού,την τρομάρα που θα
πάρουν οι σκιές,και θα θέλαμε να τις προειδοποιήσουμε
για να προλάβουν να κουλουριαστούν στις γωνιές.
.
Νύχτες που επιθυμούμε ένα απαλό χάδι στην
πλάτη,και που ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι
δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από το να χαϊδεύεις
κάτι που κοιμάται.
Σιωπή! — γρύλλος δίχως φωνή που χώνεται στ’
αφτί μας.Τραγούδι από βρύσες που στάζουν!
— μοναδικός γρύλλος που ταιριάζει στην πόλη.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Αδέσποτες σημειώσεις ❞
.
Στον υπαίθριο χώρο ενός καφέ είναι μια γκρίζα
οικογένεια.Περνούν κάτι στήθη αλλήθωρα
που γυρεύουν ένα χαμόγελο πάνω στα τραπέζια.
Ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα ξεθωριάζει
τα φύλλα των δέντρων.Σε έναν πέμπτο όροφο,
κάποιος σταυρώνεται ανοίγοντας διάπλατα ένα
παράθυρο.
.
Σκέφτομαι πού θα φυλάξω τα περίπτερα,τους
φανοστάτες, τους περαστικούς που τρυπώνουν
από τις κόρες των ματιών μου. Αισθάνομαι
τόσο γεμάτος που φοβάμαι μήπως σκάσω… Θα
χρειαζόταν να αφήσω λίγη απ’ τη σαβούρα στο
πεζοδρόμιο…
.
Με το που φτάνω σε μια γωνία,η σκιά μου με
αποχωρίζεται και,άξαφνα,ρίχνεται στις ρόδες
ενός τραμ.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Από το βιβλίο “Oliverio Girondo, Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ”. Εισαγωγή — Επιμέλεια μετάφρασης Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2017. Εμείς πήραμε τα ποιήματα και τη φωτογραφία της ανάρτησης από τη σελίδα της Anna Doulia στο facebook. Photo: Jean—Baptiste Mondino, Subway Angel

Σχέδιο | Νίκος Δασκαλόπουλος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis g

Το σχεδίασμα της ζωής μου
βρίσκεται στο δωμάτιο ενός σπιτιού,
το οποίο δεν είναι δικό μου·
δε γνωρίζω σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται
κρυμμένο.
ξέρω ότι το σχεδίασμα αυτό, oμοιάζει
σε πρόσωπο και είμαι εγώ,
αλλά δεν είναι το δικό μου πρόσωπο.
Πρέπει να συνεχίσω να σχεδιάζω, χωρίς
να μπορώ να δω την πρόοδο της εργασίας μου.
Ήμουν πάντα ηλίθιος με τον εαυτό μου·
αν δω ποτέ το σχεδίασμα και δε με ικανοποιήσει,
δε θα μετανιώσω·
όντας ηλίθιος με τον εαυτό μου, κατάφερα
να μην έχω πια ένα ολόδικό μου πρόσωπο.
Σε τι θα χρησίμευε;

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post