Arzu Toker, από το “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”

Στην Ανατολία πέρασα τα παιδικά μου χρόνια.
Εκεί και τη ζωή μπορούσε η τιμή να σου στοιχίσει.
Τα νιάτα μου τα πέρασα στην Ιστανμπούλ,
η τιμή εκεί δεν ήταν θέμα.
Απ’ το ’74 ζω μες στην Ευρώπη,
κρυφά και ύπουλα η τιμή μ’ ακολούθησε
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».
Είσαι η τιμή μου.

Και τώρα σου στοιχίζει και πάλι τη ζωή
μες στον πολιτισμό
μες στην Ευρώπη.
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».

Είσαι η τιμή μου.
Η φαμελιά μας,
οι άντρες μας αποφασίζουν τον θανατό μας.
Και οι μανάδες μας υφαίνουν την τριχιά
μακρόβια, γερή.
Η τιμή δένει τον κόμπο
μειλίχια, απαλά.
Κι εμείς πιστεύουμε σ’ αυτά.
Εμείς, τα κορίτσια, οι γυναίκες.
Εμείς, η Τιμή.

Σαφής η ριπή, αναντίρρητη.
Το πέσιμο ασαφές απ’ το μπαλκόνι.
Σαν δεν υπάρχουν μάρτυρες, η πράξη δεν υπάρχει.
Πήδηξε μόνη της; Τη σπρώξανε;
Εμποδίστηκε
το τελευταίο στο κάγκελο
γάντζωμα.
Απορρίφθηκε
το τελευταίο στον πατέρα
γάντζωμα,
στ’ αδέρφι.
Κανείς δεν άκουσε
την τελευταία κραυγή.

Εμείς, του μπαλκονιού τα κορίτσια,
εμείς, η τιμή τους,
πιστεύουμε σ’ αυτά.
Βίασε ο θείος το κορίτσι;
Αυτή τον προκάλεσε.
Στρογγυλεύει η κοιλιά της;
Αυτή τον παρέσυρε.
Μπορεί να μας κουτσομπολεύει ο κόσμος.
Το στόμα δεν είναι σακί,
δεν μπορείς να το δέσεις.

Σήμερα το ξέρει μόνον αυτή,
αύριο θα το ‘χει ακούσει η φίλη της
μεθαύριο όλοι θα το ‘χουνε μάθει:
Η οικογένεια, η υπόληψή μας
πάει η τιμή.
Τι θα γίνει μ’ αυτό το κορίτσι;
Το ξεσκάλωμα του χεριού απ’ το κάγκελο
σιωπηλό, αναίμακτο.
Δεν μιλάει το μπαλκόνι.

Οι μανάδες μας περνάν στον λαιμό την τριχιά,
ο Πατήρ ημών—
η οικογένεια ημών
αποφάσισαν τον θάνατό μας.
…………………………………………
(θα συνεχιστεί)

*Από το βιβλίο “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”, σε δίγλωσση στα γερμανικά και ελληνικά έκδοση, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 (κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκη Eideneier.
**Η Arzu Toker (Αρζού Τοκέρ) γεννήθηκε το 1952 και είναι Τουρκάλα συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια. Από το 1974 ζει στη Γερμανία και μαζί με την Νίκη Eideneier εκδίδουν την τρίγλωσση Ανθολογία “Καλημέρχαμπα”.

Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 2

Άσκοπα παλεύω κάθε πρωί με τα σύννεφα, για τη διεκδίκηση του καθαρού ουρανού. Αφού έρχεσαι εσύ και μου τον γκριζάρεις.

Εισχωρείς στον χαμηλοτάβανο ουρανό τού δωματίου μου και τον σπρώχνεις ακόμη πιο κάτω. Μου πατά το κεφάλι και το στέρνο. Ασφυκτιώ. Είσαι τόσο κοντά στο πρόσωπό μου, αλλά απόκοσμα μακριά. Σε παρατηρώ να στέκεις ψηλά στη δεξιά γωνία και να με κοιτάς. Σαν την αράχνη που ετοιμάζεται να δημιουργήσει και να κατακτήσει το χώρο μου. Προσπαθώ να τραβηχτώ από το κρεβάτι, σέρνοντας το κορμί μου στο πάτωμα.

Είναι όλα τόσο μικρά εδώ μέσα. Το δωμάτιο με πνίγει αλλά εσύ κοιτάς ασάλευτη. Μόνο τα μάτια σου μιλούν τα ίδια πάντα θλιμμένα λόγια. Όνειρα που καήκανε από την υπερβολική έκθεσή τους στο φως. Λάθος τύπωμα.

Κυλιέμαι ως τη γραφομηχανή μου, εκεί όπου θα σε σκοτώσω. Θα σε σπάσω σε λέξεις και θα σε βάλω στη σειρά όπως εγώ θέλω. Θα σε κάνω βιβλίο για να σε κρύψω στο ράφι μου και να σε κατεβάζω κάθε που ο περασμένος χρόνος θα μου χτυπά την πόρτα. Τότε όμως θα έχω ασχοληθεί τόσο με τη μορφολογική σου σημασία που δεν θα φοβάμαι πια να σε κοιτώ. Θα έχω ασχοληθεί και με εμένα. Θα έχω βρει την επεξήγηση των πράξεών μου και της επιλογής τού χρώματος που έκανα για σένα. Θα κοιτάζω με άνεση τα μάτια σου και δεν θα υποκύπτω στους πόθους που κρύβουν, γιατί θα σε έχω κάνει κτήμα μου.
Να φύγεις από αυτή τη γωνία.

Είναι το μέρος που μου αρέσει να κοιτώ όταν είμαι ξαπλωμένος και να προβληματίζομαι με τις διαστάσεις διαφόρων καταστάσεων. Ώρες ώρες ακόμη και της ύπαρξής μου ή του λόγου μου.
Όσο γράφω εσύ μικραίνεις και το δωμάτιο επιστρέφει στο πραγματικό του μέγεθος. Με το τέλος αυτής της πρότασης, το σώμα από λέξεις που σου πλάθω θα εχει μεγαλώσει κι εσύ θα είσαι τόσο μικρή, που πια δεν θα σε προσέχω.

Ο χώρος επανήλθε στα φυσιολογικά του πλαίσια ώστε να μπορώ να σταθώ όρθιος στα πόδια μου. Σου λέω ένα αόριστο καλημέρα, φορώ το παλτό μου και χύνομαι στο δρόμο για τον πρωινό καφέ μου και τα φρέσκα κουλουράκια με κανέλα. Ίσως να κρυφω λιγα ψίχουλα στις τσέπες μου και για σένα.
Αν συνεχιστεί αυτό, νομίζω ότι το δωμάτιο δεν θα αντέξει την καθημερινή συστολή-διαστολή.Ένα πρωι θα μας πλακώσει και τους δυο.

Θα φροντίσω να κοιμάμαι με τη γραφομηχανή στο πλάι μου.

Σου είπα να φύγεις από αυτή τη γωνία.

*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ένα όνειρο τέλεψε

Άλλο όνειρο τώρα αρχινάει.

Αντίο 

(να μας γράφετε)

του χτες γραφειοκράτες.

Χαίρετε 

(άντε χέστε με)

του σήμερα σπεκουλαδόροι.

Γειά σου κι’ εσένα

κότσυφα τραγουδιστή

Αλήτη των χτεσινών ονείρων μου / και των σημερινών.

26/12/2002 

(11η επέτειος της υποστολής της σοβιετικής σημαίας)

***

ΚΑΚΒΙΜΑΡΤΖΟΣ*

Αν είναι δυνατόν

Εγώ

ο ποιητής

να τα πίνω απόψε μαζί μ’ έναν

μπάτσο

(!)

(πρώην, 
στην Ε.Σ.Σ.Δ.)

γερτοί ο ένας στο νώμο τ’ άλλου

τους παλιούς καλούς καιρούς και να κλαίμε

(μπαλαλάϊκες… πού ‘ν’ τες, φέρτε μας μπαλαλάϊκες!)

τότες που
– ο λόγος στον φίλο μου: –
Κάτι χούλιγκαν σαν εσέ,

αδελφέ, ευχαρίστως τους έστελνα στη Σιβηρία διακοπές.

(*) Κακβιμάρτζος: εις υγείαν, στα Γεωργιανά.

***

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Μια ψιλή βροχή ήταν μόνο

κι’ άκου! 
τί χαρούμενα τα πουλάκια

λες και τέλεψε κάνας πόλεμος

λες και δεν έχει πια μπόρες άλλες για τη φτώχεια η ζωή.

***

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΩΛΑΔΙΚΩΝ

“Όλες τις πόρτες ξέρω των μελιχρών ναών

Μ’ ευλάβεια μπαίνω και πράττω τα κανονισμένα

Την Ωραία Κυρία εκεί προσμένω… κλπ. κλπ.”

(Αλ. Μπλοκ)

Για δυο-τρία ποτιράκια που την κεράσαμε

-χαλάλι της!-

χτες βράδυ, στο μπαρ με τις ρωσσίδες

η Ωραία Κυρία

μας απήγγειλε / στα ρώσσικα, από στήθους

στίχους

του Πούσκιν

και

του Μπλοκ

και

της Τσβετάγιεβα / η αγκαπιμιένιμιι μυ πιίτρια! μας λέει…

Εγώ (καιρό είχα να βρεθώ σε μια πραγματική ποιητική βραδυά)

Δεν το κρύβω, συγκινήθηκα.
(5.V.1997)

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ταινία “Good Bye Lenin”.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, VII σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ

τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως.
Ὡριμάζο-ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.

Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –

κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ

κυνικός –ἁπλῶς ἡ πείρα ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε ὅλα τά
τε
χνάσματα. Κάπου-κάπου, μονάχα, τό σῶμα θυμᾶται τό ἀδέξιο

ποίημα πού ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα παλιό μυστικό πού
ἡ τέ-χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.


*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του Μανδαρίνου”, Εκδόσεις “ύψιλον βιβλία”, 2002.

Jeltje Fanoy, launch of “Flying into the hands of strangers”

As part of the Melbourne Spoken Word and Poetry Festival (mswpf.com.au),
I hope you can join collective effort press/ftloose on

Friday, May 18 from 6-8.30pm

for the launch of my new collection Flying into the hands of strangers

at the iconic Collective Works Bookshop (1st Floor, Nicholas Building, 37 Swanston St.)…

with highlights from the book and intriguing guest performances by Anna Fern, Peter Murphy and Sjaak de Jong. The book (plus CD by jeltje + friends) will be introduced by John Hawke. MC: Loran Steinberg

Les Wicks wrote: “Words running across the keys” characterises the collection – energy, fascination, belief.

Anna Couani wrote: Forceful, unpredictable and playful, truly Australian, referencing the post war migrant experience, connecting to current asylum seeker policy and what it is to live in Melbourne today

Ali Alizadeh wrote: Melbourne and its windy skies, its beaches and its homeless, are the backdrop and also participants in Jeltje Fanoy’s interrogations of her life and memories as an immigrant and an artist. The poems are sharp and experimental, but also gentle and accessible.

Claire Gaskin wrote: Poetry that is never separate from a consciousness of language and sound, as utterance, as brought forward by the breath, by the sensate body. This, along with the mastery in lineation, lends a timelessness and tenderness to the political statement.

Έφη Καλογεροπούλου, Ποιήματα από το “Έρημος όπως έρωτας”

Είναι ένα καρότσι
οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.
*
Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.
*
Η πέτρα που ονειρεύεται τους χαμηλούς γκρεμούς
γαντζώθηκε στην άκρη.

Πριν γκρεμιστεί
ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα
που τους χαμηλούς γκρεμούς φοβάται.
*
Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα
το δάπεδο βουλιάζει
οι τοίχοι τρέμουν
οι αρμοί της σκάλας λύνονται
η στέγη υποχωρεί
τα γείσα πέφτουν.

Τρέξε! σου φώναξα,
τρέξε!
όσο είναι καιρός
προλαβαίνεις ακόμα
να σωθείς!

*
Χαράματα σε φόντο μπλε
σκουπίζει.
Το σκουπάκι της γράφει
τετράγωνους κύκλους στον αέρα
στο βυθό τα σκουπίδια
στο βυθό τα σκουπιδάκια, τραγουδάει.

Το φως τρέχει ανάμεσα
σαν τρομαγμένο ελάφι.
*
Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
ανύποπτη
ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους
τροφή για ψάρια
δίχως κουπί δίχως σκαρί
ταξιδεύει.

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη.
*
Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο·
η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου.
*
Το άδειο
τρύπα από σιωπή
κρεμασμένη στο σκοτάδι

πάντα
άσπρο.

*“Έρημος όπως έρωτας”, δίγλωσση έκδοση σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά Ποιείν, Αθήνα 2015.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/04/2937/

Γρηγόρης Σακαλής, Επιλογές

Η ανία, ως γνωστόν
είναι αριστοκρατικό συναίσθημα
πλήττει κυρίως τους αστούς
μεγάλους και μικρούς
πως να ξοδέψουν τον χρόνο
καθώς και τα λεφτά τους.
Το συναίσθημα των κολασμένων
είναι η απελπισία
κι αυτήν την πολεμάει ο καθένας
όπως μπορεί
άλλοι αγωνίζονται καθημερινά
άλλοι αφήνονται
πέφτουν στα ναρκωτικά
την πορνεία, το αλκοόλ
βλέπεις το σύστημα
σου δίνει πολλές δυνατότητες
για να καταστραφείς
αλλά καμμία για να σωθείς
σώζονται μόνο αυτοί
που έχουν δύναμη μέσα τους
κουράγιο κι αντοχή
να παλέψουν γι΄ αξιοπρέπεια
κι ελευθερία.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από “Τα παραμύθια της έρημος”

Σε γενικές γραμμές δεν έπαιζε να ρυθμίσω τον ουρανό
μες στη φτέρνα μου. Τόσες χαρακιές μες στα χέρια μου
ξαφνικά ξηρασίες ένας τόπος έρημο δέρμα που φαντα-
σιωνόμουν να διαβιούνε καμήλες. Τις έβλεπα μπρος
στα μάτια μου να ξεδιπλώνονται αργά κομπολόι στο
χέρι μες στο καμίνι του ήλιου. Στα μάτια μου ζάρωνε
η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε
βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο
κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και
μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ’ ακούμπαγες σκουλήκι
κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα.
Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειο-
φόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω
την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.

***

Έπεφτα και πατούσα τη γλώοοα μου. Πίσω απ’ την
κουρτίνα της άμμος υπήρχα εγώ και πίσω από μένα
δεν υπήρχε κανένας. Αγκάλιαζα την κραυγή μου και
την παρηγορούσα. Κι όμως ήμουνα σίγουρος πως κάτι
υπήρχε εκεί έξω πέρ’ από μένα. Φανταζόμουνα ένα
τέρας με πράσινα δόντια. Φοβόμουνα κι έκρυβα το κε-
φάλι μου στην άμμο. Κάτω από την άμμο έσφυζ’ ένας
ολόκληρος κόομος. Παζάρια ντελάληδες διαλαλουσα-
νε την πραμάτεια τους γυναίκες τραβούσαν απ’ το χέρι
τους τα παιδιά τους κι εκείνα στρέφοντας το κεφάλι
δείχναν με το δάχτυλο κάτι στον πάγκο και ο χασάπης
ακονίζοντας με στριγκλιές τα μαχαίρια του χαμογελού-
σε χαϊδολογώντας το μουστάκι. Γελούσε ο ψαράς με
την πελάτισσα. Πάνω στον πάγκο σπαρταρούσαν τα
ψάρια γεμάτα ζωή. Ανέβαιναν καπνοί κι ο ψήστης μες
στην τσίκνα. Στην είσοδο με τις ποδιές οι λοκαντιέρη-
δες τσούγκριζαν τα ποτήρια. Χόρευ’ η ατσιγγάνισσα
πόσα τσακίσματα στον πάγκο παθητικά να γουργουρί-
ζουν ναργιλέδες. Δάκρυζα με χαρούμενους λυγμούς και
με το μανίκι σκούπιζα τα μάτια μου γελώντας.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.

Δημήτρης Τσαλουμάς (1921-2016) Καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Φέτος το Φλεβάρη έκλεισαν δύο χρόνια από τον θάνατο του πολυβραβευμένου Ελληνοαυστραλού ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, ο οποίος απεβίωσε στις 4-2-2016 σε ηλικία 94 ετών. Ο Τσαλουμάς υπήρξε αναμφίβολα ένας καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα) ποιητής. Το παρακάτω κείμενο καταχωρείται ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη του, ευελπιστώντας, παράλληλα, να φωτίσει κάποιες πτυχές του ανωτέρω οξύμωρου φαινομένου.

Η στάση της ελλαδικής κριτικής απέναντι στον Τσαλουμά: Το πιο παράδοξο στην περίπτωση Τσαλουμά είναι το γεγονός ότι μολονότι έγραψε και εξέδωσε το πρώτο μισό περίπου της ποιητικής του παραγωγής στα ελληνικά, η ελλαδική κριτική (με εξαίρεση ελάχιστων κριτικών όπως π.χ. τους Μ. Γ. Μερακλή, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Π. Παρασό και κάποιους άλλους) ουσιαστικά τον αγνόησε παντελώς – από την αρχή έως το τέλος της ποιητικής του σταδιοδρομίας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Τσαλουμάς να παραμείνει σχεδόν άγνωστος στο ελλαδικό αναγνωστικό κοινό. Στο εύλογο ερώτημα γιατί το ελλαδικό λογοτεχνικό κατεστημένο αδιαφόρησε τόσο επίμονα και ανεξήγητα απέναντί του – ακόμη κι όταν αυτός έδρεψε δάφνες στον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο – δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις· μόνο εικασίες. Διατυπώνω εδώ τις ευλογοφανέστερες:

Δύο κρίσιμοι παράγοντες, αυτός της γεωγραφικής απόστασης αλλά και της ιδιοσυγκρασίας του Τσαλουμά, θεωρώ ότι στάθηκαν τροχοπέδη στην προβολή και διάδοση του έργου του στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο ποιητής καταγόταν από ένα ακριτικό νησάκι των Δωδεκανήσων (τη Λέρο) και δεν είχε καθόλου σχέσεις με την ελληνική πρωτεύουσα (υπενθυμίζω ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή Επιστολή στον ταξιδεμένο φίλο τυπώθηκε, ως αυτοέκδοση, στη Ρόδο το 1949) υπήρξε αναμφίβολα ανασχετικός παράγοντας. Η κατάσταση αυτή όμως (της γεωγραφικής απόστασης) επιδεινώνεται όταν ο ποιητής αναγκάζεται, για πολιτικούς και βιοποριστικούς λόγους, να μεταναστεύσει στη μακρινή Αυστραλία το 1952. Αυτό σημαίνει ότι την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία παράγει το corpus του ποιητικού του έργου στα ελληνικά (1974-1982) ο ποιητής, πρώτον, δεν έχει καμία ευχέρεια πρόσβασης στο ελληνικό κέντρο – καθώς τα ταξίδια την εποχή αυτή είναι σχεδόν απαγορευτικά. Δεύτερον, οι τηλεπικοινωνίες, ήταν από σχεδόν ανύπαρκτες έως προβληματικές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να παραμένει ο ίδιος αποκομμένος από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τύχη του ποιητικού του έργου. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις ιδιορρυθμίες του ποιητή (την εσωστρέφεια, τον μονήρη χαρακτήρα του, την απέχθειά του για γνωριμίες, κοινωνικές και δημόσιες σχέσεις, κτλ) τότε η όλη κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αναφορικά με την προβολή και διάδοση του έργου του.

Ένας άλλος σοβαρός παράγοντας (γιατί το έργο του Τσαλουμά παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα) σχετίζεται άμεσα με την καθαυτή λογοτεχνική του αξία. Μολονότι όμως πρόκειται, ίσως, για την πιο καθοριστική παράμετρο αυτής της υπόθεσης, είναι ένα ζήτημα το οποίο διόλου δεν έχει θιγεί δημόσια, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, μόνο ιδιωτικά σε στενούς λογοτεχνικούς κύκλους. Θέλω να πω ότι ορισμένοι ελλαδίτες ποιητές και κριτικοί που γνωρίζουν καλά την ποίηση του Τσαλουμά, θεωρούν ότι το ποιητικό έργο του τελευταίου είναι, σε γενικές γραμμές, μέτριο. Αυτός είναι και ο λόγος – υποστηρίζουν – που ούτε έγινε ιδιαίτερα γνωστό ούτε και αναγνωρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Αυτό όσον αφορά το λογοτεχνικό συνάφι των Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη οι ειδήμονες είναι πιο συγκρατημένοι και λιγότερο εκδηλωτικοί – αν και αυτοί διατηρούν επιφυλάξεις. Απλώς δεν εκφράζονται τόσο ανοιχτά όσο στην Αθήνα. Αυτή η στάση, προφανώς, εξηγείται από το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς είχε μεγαλύτερη διασυνδέσεις με λογοτεχνικούς κύκλους της συμπρωτεύουσας (όπως λ.χ. με αυτόν του Τηλέμαχου Αλαβέρα), ενώ με την πρωτεύουσα οι σχέσεις του ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αυτές τις εντυπώσεις έχω αποκομίσει, συζητώντας κατά καιρούς με διάφορους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η αρνητική στάση των τελευταίων οφείλει να προβληματίσει κάποτε σοβαρά τους μελετητές του εν λόγω ποιητή. Για το αν δηλαδή υπάρχει κάποια αλήθεια στην προβαλλόμενη επιχειρηματολογία τους (περί «μετριότητας») ή πρόκειται για καθαρά μεροληπτική στάση.

Το θαύμα της αναγνώρισης: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Τσαλουμάς διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και συνειδητοποιεί πλέον ότι οι προοπτικές να προσεχθεί – πολύ δε περισσότερο να αναγνωρισθεί το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα – είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσο για τα ιδιωτικά του εγχειρήματα να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές του στη Μελβούρνη ιδίοις αναλώμασιν, αυτά μπορούν να ερμηνευθούν και ως πράξεις απόγνωσης, καθώς δεν περιμένει τίποτα πλέον από την γενέτειρα. Αλλά και από την, κατά τα άλλα, «μεγάλη και δυναμική ομογένεια της Αυστραλίας» (και ιδιαίτερα της Μελβούρνης όπου ζει κι εργάζεται) ελάχιστα μπορεί να περιμένει. Διότι το πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων μεταναστών είναι απελπιστικά χαμηλό και, συνεπώς, ελάχιστοι ενδιαφέρονται για ποίηση. Έτσι, τα εν Μελβούρνη εκδιδόμενα βιβλία του τυπώνονται σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Ορισμένα μάλιστα με την χαρακτηριστική ένδειξη «εκτός εμπορίου», και διακινούνται κυρίως χέρι με χέρι ανάμεσα σε κάποιους κύκλους διανοουμένων της παροικίας. Περιττό να τονίσω εδώ πως το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς παραμένει πάντα αποκομμένος από κάθε ενεργό συμμετοχή στη ζωή της παροικίας, δεν βοηθά ιδιαίτερα την προβληματική διακίνηση των βιβλίων του. Έπειτα, την εποχή εκείνη (δεκαετία του ’70) ο Τσαλουμάς, εκτός από ένα μικρό κύκλο διανοουμένων, είναι ελάχιστα γνωστός στον ευρύτερο παροικιακό χώρο. Όσο για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού ο ποιητής γράφει και δημοσιεύει μόνο στην ελληνική γλώσσα. Που σημαίνει ότι κι εκεί παραμένει παντελώς άγνωστος.

Ενώ όμως η κατάσταση για τον γηραιό πλέον Ελληνοαυστραλό ποιητή φαίνεται από κάθε άποψη ζοφερή (καθώς είναι πια 62 ετών, έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί ως εκπαιδευτικός, και όλες οι πόρτες του είναι ερμητικά κλειστές) ξαφνικά γίνεται εν έτει 1983 ένα μεγάλο θαύμα που κανείς (πολύ περισσότερο ο ίδιος) δεν περιμένει: Η μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Philip Grundy ποιητική συλλογή του The Observatory (Το Παρατηρητήριο – που κυκλοφορεί από τον έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο Queensland University Press) κερδίζει το μεγάλο κι επίζηλο αυστραλιανό λογοτεχνικό βραβείο Australia Book Council Award, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς. Η ανακοίνωση αυτής της βράβευσης, που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αποτέλεσε ένα αληθινά ιστορικό γεγονός για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι το μεγάλο αυτό βραβείο απέσπασε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, ένας άγνωστος, μη αγγλόφων μετανάστης ποιητής, ο οποίος δεν έγραφε στα αγγλικά αλλά στη μητρική του γλώσσα. Δεύτερον, διότι το βραβευμένο βιβλίο κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και αγγλικά) από έναν έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο – κάτι πρωτοφανές στα αυστραλιανά εκδοτικά και λογοτεχνικά ειωθότα, αφού έσπαγε πολιτισμικές πρακτικές και ρατσιστικά ταμπού δεκαετιών. Τρίτον, διότι το βιβλίο δεν ήταν αγγλόγλωσσο, αλλά μετάφραση από τα ελληνικά. Τέταρτον, διότι το βιβλίο, από άποψη περιεχομένου, δεν ήταν πρωτότυπο (καινούργιο) αλλά παλαιό. Δηλαδή μια επιλογή παλαιότερων ποιημάτων που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορες ελληνικές συλλογές του ποιητή (συγκεκριμένα από τις συλλογές Παρατηρήσεις υποχονδριακού, Το βιβλίο των επιγραμμάτων και από τη σύνθεση Μια ραψωδία γερόντων). Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα βραβευόταν, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, ένα καθ’ όλα πρωτότυπο ποιητικό, μεταφραστικό κι εκδοτικό εγχείρημα, ως γενικότερη καινοτομία, με πρωταγωνιστή έναν άγνωστο μεν, πλην ταλαντούχο κι «εξωτικό», μετανάστη ποιητή.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η παράδοξη, για την εποχή της, αυτή βράβευση θα ξεσήκωνε θύελλα διαμαρτυριών, τελικά δεν προκλήθηκε η παραμικρή αντίδραση. Απεναντίας, μετά το αρχικό «μούδιασμα», οι περισσότεροι άρχισαν να μιλούν ενθουσιωδώς για τον άγνωστο Ελληνοαυστραλό ποιητή και το έργο του. Αλλά και για την έναρξη μιας νέας εποχής στην αυστραλιανή ποίηση, που σηματοδοτούσε η βράβευση αυτής της «αλλόκοτης» μεταφρασμένης συλλογής του. Καιρός όμως, μετά από 35 ολόκληρα χρόνια, να εξετάσουμε, όσο πιο νηφάλια γίνεται, πώς και γιατί συνέβησαν όλα αυτά τα παράδοξα, αλλά και ποιες ερμηνείες επιδέχονται εκ των υστέρων.

Προσωπικά ανέκαθεν θεωρούσα πως η ποίηση του Τσαλουμά είχε μια ιδιαιτερότητα, καθότι προσωπική, αξιόλογη και, ενδεχομένως, σημαντική – τουλάχιστον για τα αυστραλιανά λογοτεχνικά δεδομένα. Κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Αυστραλία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποιητική παράδοση, όπως άλλες χώρες. (Ήμουνα δε από τους πρώτους μελετητές που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συλλογή του Το βιβλίο των επιγραμμάτων (βλ. περ. Παροικία και Η νεοελληνική λογοτεχνία της διασποράς: Αυστραλία, Gutenberg, Αθήνα 1997). Ωστόσο, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι, πέραν από την όποια αξία του καθαυτού ποιητικού έργου του Τσαλουμά καθοριστικό ρόλο έπαιξε, αναμφίβολα, και η συγκυρία εμφάνισης και βράβευσής του. Διότι η τελευταία συνέπεσε – τύχη αγαθή – στην καταλληλότερη στιγμή: Στις απαρχές της περίφημης δεκαετίας του ’80 όπου είχε αρχίσει να γονιμοποιείται η όλη ιδέα και φιλοσοφία της πολυπολιτισμικότητας. Το δε έργο του Τσαλουμά έμελλε να εγκαινιάσει και σφραγίσει αυτή τη νέα εποχή στα πολιτιστικά δρώμενα της Πέμπτης Ηπείρου. Εξού και φρονώ ακράδαντα ότι αν το ποιητικό έργο του Τσαλουμά δεν μεταφραζόταν και δεν κυκλοφορούσε στα αγγλικά εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η τύχη του θα ήταν εντελώς διαφορετική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καθαυτό έργο δεν είχε να πει κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο στον αγγλόφωνο αναγνώστη από τον όποιο «εξωτισμό» του. Ωστόσο, αναμφίβολα, η αναγνώριση και καθιέρωση του μεταφρασμένου έργου του Τσαλουμά υπήρξε κατ’εξοχήν αναπόσπαστο προϊόν μιας εποχής που το χρειαζόταν για να την αντιπροσωπεύσει. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι Το Παρατηρητήριο έκανε δύο εκδόσεις μέσα στη δεκαετία του ’80 (1983 και 1984) και μια τρίτη το 1991. Κανένα άλλο βιβλίο του Τσαλουμά στην αγγλική δεν κατάφερε να κάνει τρεις εκδόσεις.

Η δεύτερη (αγγλόφωνη) περίοδος του Τσαλουμά: Παραδόξως, η καταλυτική δεκαετία του ’80 αποτέλεσε ένα επαμφοτερίζον ορόσημο: Το τέλος μιας εποχής και το ξεκίνημα μιας άλλης στη δημιουργία του ποιητή. Συγκεκριμένα, το έτος 1981 σηματοδοτεί το τέλος της ελληνόγλωσσης δημιουργίας του, καθώς Το βιβλίο των επιγραμμάτων είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή στα ελληνικά. Δυο χρόνια αργότερα (1983) σηματοδοτεί την έναρξη της αγγλόγλωσσης ποιητικής περιόδου του (με τη μετάφραση και βράβευση του Παρατηρητηρίου). Για την ακρίβεια όμως αυτό συμβαίνει πέντε χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή του γραμμένη απευθείας στα αγγλικά (UQP, 1988). Συμβολικά αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκινά το 1983, με το μεγάλο θόρυβο που προκαλεί η δίγλωσση έκδοση του Παρατηρητηρίου.

Κατά την επόμενη δεκαετία του ’90, ο Τσαλουμάς γράφει στα αγγλικά κι εκδίδει 8 ποιητικές συλλογές. Όταν εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, γραμμένη απευθείας στα αγγλικά το 1988, ο ποιητής πλησιάζει την έβδομη δεκαετία της ζωής του (για την ακρίβεια είναι 67 ετών). Αλλά πώς και γιατί αποφάσισε σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία να εγκαταλείψει τη μητρική του γλώσσα και να υιοθετήσει την αγγλική; Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ώθησε σε μια, προφανώς, καθόλου ανώδυνη απόφαση; Ο ίδιος, βέβαια, έχει δώσει διάφορες εξηγήσεις – απόλυτα κατανοητές και σεβαστές – σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, η ταπεινή μου άποψη είναι η εξής: Ο Τσαλουμάς είχε διαπιστώσει προ πολλού – δικαίως άλλωστε – ότι είχε οριστικά και αμετάκλητα αγνοηθεί και αποκλεισθεί από τη μητέρα Ελλάδα – ακόμη και μετά την επίσημη αναγνώρισή του από την υιοθετημένη πατρίδα του την Αυστραλία. Κι αυτή η στάση δεν υπήρχε πιθανότητα να αλλάξει. Συνεπώς, το να επιμένει να γράφει ελληνικά (ιδιαίτερα μετά τη βράβευση και αναγνώρισή του) σε μια αγγλόφωνη χώρα, όχι μόνο δεν είχε κανένα νόημα αλλά ίσως να ήταν κι επιζήμιο γι’ αυτόν. Αλλά ούτε και η μετάφραση αποτελούσε μια πραγματικά ικανοποιητική λύση, παρόλο που μέσω αυτής είχε αναδειχθεί. Ίσως και να φοβόταν ότι η συνέχεια δεν θα ήταν το ίδιο επιτυχής όσο την πρώτη φορά.

Υποψιάζομαι βάσιμα ότι η απόφαση του Τσαλουμά να υιοθετήσει την αγγλική ως εργαλείο της δουλειάς του, ήταν πρωτίστως μια διπλά συμβολική πράξη: Σηματοδοτούσε μια ενσυνείδητη αποσκίρτηση («διαζύγιο») από τη μητρική του γλώσσα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά της πατρίδας απέναντί του. Ταυτόχρονα, επισημοποιούσε τη νέα σχέση που είχε συνάψει με τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του – ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όλα όσα γενναιόδωρα του είχε προσφέρει: ευκαιρίες μόρφωσης, καριέρας, οικογένειας, κυρίως όμως λογοτεχνικής αναγνώρισης. Επρόκειτο λοιπόν για μια συναισθηματική αντίδραση η οποία, ωστόσο, δεν ήταν απαλλαγμένη και από κάποιες εμφανείς σκοπιμότητες: Ότι από τη βράβευσή του κι εντεύθεν, μόνο ως αγγλόφων-Αυστραλός ποιητής είχε νόημα και όφειλε να συνεχίσει. Προφανώς αυτό δύσκολα θα συνέβαινε αν δεν είχε μεσολαβήσει η επίσημη αναγνώρισή του. Αμφιβάλλω σοβαρά ότι ο Τσαλουμάς ερωτεύτηκε τόσο ξαφνικά και… παράφορα την αγγλική γλώσσα, και μάλιστα σε ηλικία 70 ετών! Άλλωστε, έως τη βράβευσή του δεν είχε εκδηλώσει τέτοια τάση, ούτε είχε γράψει ή μεταφράσει τίποτα στα αγγλικά. Το σημαντικότερο: Εάν ένιωθε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση με την αγγλική, τότε γιατί δεν ασχολήθηκε νωρίτερα μ’ αυτήν όταν ήταν νεότερος; Κι ακόμη: Γιατί δεν μετέφρασε ο ίδιος τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του (Το Παρατηρητήριο και Το βιβλίο των επιγραμμάτων) αλλά ανάθεσε σε άλλον αυτό το δύσκολο εγχείρημα; Προβληματισμό, επίσης, δημιουργεί και η μετάφραση της ανθολογίας των Αυστραλών ποιητών στα ελληνικά (Contemporary Australian Verse, η οποία κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νέα Πορερία το 1986). Το γεγονός δηλαδή ότι οι όποιες «αγάπες» του Τσαλουμά για την αγγλική γλώσσα και την αυστραλιανή ποίηση δεν εκδηλώνονται πριν, αλλά μετά το 1983 (ημερομηνία βράβευσης και αναγνώρισής του από την Αυστραλία). Έτσι, και αυτό το εγχείρημα μπορεί εύλογα να ερμηνευθεί ως μια ακόμη απτή ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη δεύτερη πατρίδα του.

Η τύχη των αγγλόγλωσσων έργων του: Ο Τσαλουμάς, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσε συνολικά 8 αγγλόγλωσσες ποιητικές συλλογές. Απ’ αυτές, διαπιστώνουμε ότι μόνο μία γνώρισε δεύτερη έκδοση (The Stoneland and Harvest: New & Selected Poems, 1999, 2004) η οποία κυκλοφόρησε στο Λονδίνο από τον εκδοτικό οίκο Shoestring Press. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ποιητής Matt Simpson, στην Αγγλία, ο Τσαλουμάς αντιμετώπισε μεγάλα προβήματα στο να βρει εκδότη, αλλά και όταν βρήκε [σημ.: μετά από μεγάλη προσπάθεια του Matt Simpson], οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν ήταν ικανοποιητικές. Επιπλέον, οι κριτικοί δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με το έργο του (βλ. “The Poetry of Dimitris Tsaloumas: a British Perspective” στο Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 224-225). Οι υπόλοιπες αγγλόγλωσσες συλλογές του από αυστραλιανούς εκδοτικούς οίκους δεν ευτύχησαν να κάνουν δεύτερη έκδοση. Ούτε καν γνωρίζουμε αν εξάντλησαν την πρώτη τους έκδοση. (Ίσως όχι, γιατί, λογικά, θα ακολουθούσε δεύτερη έκδοση). Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ προαναγγέλλεται (βιαστικά, και κάπως ανεύθυνα – αφού ουδέποτε ανακοινώθηκε αυτό επίσημα από τον Αυστραλό εκδότη του) η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Τσαλουμά από τον εκδοτικό οίκο UQP (βλ. Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 291) αυτή τελικά δεν πραγματοποιείται. Μια ακόμη ένδειξη ότι η αντίστροφη μέτρηση στην ποιητική τροχιά του Τσαλουμά είχε ήδη αρχίσει. Προφανώς η λανθασμένη επιλογή του να στραφεί στην αγγλόγλωσση ποιητική δημιουργία, τελικά αποδείχτηκε μπούμερανγκ. Πρώτον, διότι γενικά (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) δεν κατάφερε να πείσει πως ως αγγλόγλωσσος ποιητής ήταν εξίσου αυθεντικός και πρωτότυπος όσο με τα ελληνόγλωσσα ποιήματά του. Δεύτερον, διότι, μοιραία, είχε αρχίσει να αυτοεπαναλαμβάνεται, όσον αφορά τις πηγές, τη θεματολογία, τα μοτίβα, την τεχνοτροπία, κτλ, έτσι που στην ουσία επρόκειτο για μετεγγραφή – ένα μπόλιασμα του ελληνικού DNA των ποιημάτων του στην αγγλική γλώσσα.

Μια ακόμη απόδειξη ότι ο Τσαλουμάς είχε αρχίσει να χάνει πλέον την αρχική λάμψη του ως ποιητής, είναι και το εξής γεγονός: Από τις 65 αγγλόγλωσσες κριτικές που επισκόπησα κάπως πρόχειρα, οι 45 δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’80 (όπου αναδύθηκε κι έλαμψε το άστρο του κατά την περίοδο ακμής του πολυπολιτισμού) και οι υπόλοιπες 20 (λιγότερες και από τις μισές) τη δεκαετία του ’90. Για τη δεκαετία του 2000 δεν μπόρεσα να εντοπίσω κριτικές, παρόλο που κυκλοφόρησαν δύο αγγλόγλωσσα βιβλία του. (Αυτό όμως δεν σημαίνει κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχουν, αφού η δική μου βιβλιογραφική επισκόπηση δεν ήταν συστηματική ή εξαντλητική).

Η (ποιητική) κληρονομιά του Τσαλουμά: Δύο χρόνια μετά το θάνατό του, τα καίρια ερωτήματα που προκύπτουν είναι: Ποιες ακριβώς ποιητικές παρακαταθήκες (ελληνικές; αγγλικές;) μας κληροδοτεί, και πόσο σημαντικές και ανθεκτικές είναι αυτές; Οι απαντήσεις, προφανώς, δεν είναι εύκολες, καθώς η αυστραλιανή κριτική παραμένει αναποφάσιστη και διχασμένη. Ή, σωστότερα, μάλλον αδιάφορη. Η πλειοψηφία των Ελληνοαυστραλών μελετητών, για ευνόητους λόγους, διάκειται άκρως εγκωμιαστικά προς το έργο του (βλ. π.χ., το άρθρο του Βρασίδα Καραλή «Dimitris Tsaloumas and the Music of the Unseen”, Sydney Review of Books, 12.02.2016), ενώ ορισμένοι μελετητές μη ελληνικής καταγωγής παραμένουν επιφυλακτικοί, αμφίρροποι, ακόμη και επικριτικοί (βλ. π.χ. τη βιβλιοκριτική “Ali Alizadeh Reviews Dimitris Tsaloumas” στο περ. Cordite Poetry Review, 13.02.2008).

Ακόμη πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα τα λογοτεχνικά βραβεία/διακρίσεις που του απενεμήθησαν στην Αυστραλία, ο Τσαλουμάς ποτέ δεν κατάφερε να μπει επίσημα στον ‘κανόνα’ της αυστραλιανής ποίησης ως «μεγάλος» ποιητής. Έγκυροι ιστορικοί της αυστραλιανής λογοτεχνίας, όπως ο Laurie Hergenhan, τον αντιμετωπίζουν ως Έλληνα ποιητή, του οποίου η ποίηση «έχει παραμείνει σταθερά ριζωμένη στην ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τα έθιμα, παρόλο που έφυγε από τη γενέθλια Λέρο του για να έρθει στην Μελβούρνη το 1952. Στην πρώτη δίγλωσση ελληνο-αγγλική επιλογή των ποιημάτων του Το παρατηρητήριο (1983) – μετά απ’ το οποίο ακολούθησαν επτά τόμοι ελληνικών εκδόσεων, δημοσιευμένων κυρίως στην Αθήνα – ο μεταφραστής του Τσαλουμά Philip Grundy, ισχυρίζεται ότι η ποίησή του ενσαρκώνει μια πεισματάρικη εμμονή του Ελληνισμού όσον αφορά τη συναισθηματική του ένταση, την αίσθηση του απόμακρου από το παρόν περιβάλλον και την υποδόρια νοσταλγία για τη ‘μακρινή πατρίδα που θυμάται.’ Λίγα ποιήματα ασχολούνται άμεσα με την Αυστραλία» (βλ. Penguin New Literary History of Australia, 1988, μετάφραση δική μου).

Εν κατακλείδι: Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά επιφυλάσσει το μέλλον για το ποιητικό έργο του Τσαλουμά. Οι ενδείξεις πάντως δεν είναι ενθαρρυντικές. Ο θάνατός του, για παράδειγμα, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα αυστραλιανά ΜΜΕ. Αν δημοσιεύτηκε κάτι (ουσιαστικά ψιλοπράγματα), αυτό έγινε με πρωτοβουλία Ελληνοαυστραλών – ελάχιστα από ξένους. (Στην Αθήνα όπου πέθανε κι έζησε αναγκαστικά, λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας τα τελευταία χρόνια, κοντά στην κόρη του που τον φρόντιζε, δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό, ούτε και γράφτηκε μισή λέξη! Προφανώς επειδή, στην ελληνική πρωτεύουσα, ήταν παντελώς άγνωστος). Επιπλέον: Οι Αυστραλοί ή Βρετανοί εκδότες δεν έχουν επανεκδώσει καθόλου έργα του, ενώ ούτε στα αυστραλιανά βιβλιοπωλεία και τις δημόσιες βιβλιοθήκες βρίσκεις πλέον βιβλία του – εκτός σπανίων περιπτώσεων. Γεγονός ωστόσο παραμένει πως, με μία και μόνο ποιητική συλλογή, αυτός ο ιδιότυπος και αρχικά περιθωριακός Ελληνοαυστραλός ποιητής, κατάφερε να βάλει στο χάρτη όχι μόνο την Ελληνοαυστραλιανή αλλά και γενικότερα τη μεταναστευτική/πολυπολιτισμική ποίηση, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αυστραλιανή λογοτεχνία, η οποία έως τότε ήταν κατ’ εξοχήν αγγλο-κελτική. Και μόνο το γεγονός ότι το έργο του αναγνωρίστηκε επίσημα από το λογοτεχνικό κατεστημένο και, παράλληλα, αγκαλιάστηκε από τους Αυστραλούς αναγνώστες (τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο), κάθε άλλο παρά μικρό επίτευγμα είναι.

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, τιτλοφορείται: «Η περιπέτεια της γραφής: καταθέσεις/μαρτυρίες 27 Ελλήνων πρωταγωνιστών», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2018.