Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Οι πληγές των αγαλμάτων
Απ’ τις πληγές των αγαλμάτων
έτρεχε βροχή σ’ ένα παλιό μου ποίημα.
Κάποιες λέξεις όμως μείναν πεισματικά εκεί,
μωρές παρθένες,
περιμένοντας κάποια ανταλλαγή χέρι με χέρι.
Οι πληγές συνεχώς ακριβαίνουν από τότε
καίνε όλο και πιο πολύ συναίσθημα.
Έσχισα μια φθινοπωρινή μέρα,
τα κουρέλια της έφθασαν να ντυθεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Πέταξα βότσαλα στη θάλασσα
και εν αγνοία μου πετροβολούσα νεκρούς.
Κι απ’ τις πληγές των αγαλμάτων τρέχει βροχή.
*Από τη συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόσεις Βακχικόν, 2018.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Με απληστία
Συζητώντας με τον Julio Cortázar.
Προφανώς και το έβρισκε ερωτικό να τη βλέπει να γδύνεται.
Κουρασμένος από τη ζωή ήταν· όχι νεκρός.
Μα το πιο ερωτικό απ’ όλα
ήταν να τη βλέπει να ντύνεται·
και με κάθε της ρούχο ξανά να κρύβεται.
Κι εκείνος
με απληστία
ν’ αγγίζει μία τελευταία φορά το κάθε της θαύμα
πριν κάθε της θαύμα κρυφτεί από τους νόμους τους.
Θαύμα ντροπιασμένο που είναι θαύμα.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com
Εκδήλωση παρουσίασης – Ντέμη Κωνσταντινίδη, Σε κλειστά βιβλία
Μαρία Πανούτσου, Αστροβόλο
τα χέρια μου βαστάνε ένα ψωμί
ένα βιβλίο
ένα μολυβί
ένα κουτί
ένα γράμμα
ένα μαντήλι
ένα απόκομμα μια εφημερίδας
ό, τι βαστάνε,
οι δυο μου χούφτες,
τίποτα περισσότερο
όλοι οι άνθρωποι είναι εν δύναμη δολοφόνοι
είναι μαζί με την κάρδια ένα συνονθύλευμα
από νεύρα που στάζουν υγρά πολλών χρωμάτων
μια αλυσίδα από εφιάλτες και φύλακες της μιας νύχτας
που βγάζουν σε δρόμους λασπωμένους
εκεί στο τέλος του λαβυρίνθου
είναι ένα ποτάμι
ακολούθησε και σμίξε
με τις νεραΐδες τα ξωτικά
εκεί σε περιμένει και ένα κομμάτι ανυπόμονο
από μένα
κρατώ στα χέρια μου όλα όσα άφησες πριν φύγεις
αντικείμενα φαγητού και μέθης
πέταξε τα στο ποτάμι
πλύνε τα χέρια και ακολούθησε τα αερικά
μόνο πρόσεξε μη κοιτάξει πίσω σου φεύγοντας
την μορφή μου
δεν είμαι πια αστρόβιλος της γης
αλλά μια δισκοβόλος του ουρανού
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Και τώρα έρχεται η ατέλειωτη νύχτα
Το καλοκαίρι ξέφτισε τα πούπουλά του στις γωνιές του δρόμου
και στις ακρογιαλιές γυρίζεις ακόμα μισόγυμνος εσύ
πάνω στ’ αχνάρια των πουλιών που έφυγαν
σφίγγω τα χείλη μου, φιλώ ευλαβικά τα χέρια σου
αντίλαλος μες στα μαλλιά από σάπιο μήλο
το καλοκαίρι κύλησε κι εμείς χωρίζουμε
Πρίγκιπα, δε μιλάς και λέω η ώρα
αργεί ακόμα. Βάζω το χέρι στον ώμο σου
και λέω στ’ αποκαΐδια των ζεστών σπιτιών που υπήρξαμε
είσαι ακόμα ένας χτύπος αγάπης
στη μαλακή φωνή σου τρέμει η ελπίδα μου
για σένα ζω τη σκοτεινιά μιας άνοιξης που παραπαίει
λέω αυτό το σώμα είναι η καρδιά μου σωστή
Μ’ αφήνεις, Άρχοντα. Το καλοκαίρι έφυγε. Η βουή
της φθινοπωρινής θάλασσας αργά σταλάζει
το τέλος που είναι πάντα πνεύμα και δάκρυ
φωτεινός στρόβιλος, ήχος καθάριου νερού, εγκαρτέρηση
πως έτσι θα πάνε όλα ως το τέλος. Ιδωμένα
σ’ ένα καινούριο όραμα που μας μεθάει
εκβιάζει άσκοπα λόγια και μικρές κραυγές
μας κάνει αδέρφια
***
ΠΡΙΓΚΙΠΑ, Η ΜΕΡΑ ΑΡΓΟΣΒΗΝΕΙ
Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη
Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και τα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα
Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει
*Από τη συλλογή “Ωδές στον Πρίγκιπα” (1981).
**Πηγή: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0
Anastasia N. Margeti, Symplegades
Between
fear and rage
your ships sank.
Then there was only the ocean floor.
Mirror of the world,
the sea.
Light, a reflection.
Consequently
you find yourself
the third from Τruth.
Symplegades: In Homer the Symplegades or Clashing Rocks are a pair of rocks that pound and crush the voyager passing between them. They were defeated by Jason and the Argonauts. Homer’s rocks are analogous to the pair of islands at the conjunction of the Black Sea and the Bosporus.
The third from Truth: Plato maintains that the world, as it is perceived through the senses, constitutes an image, a phantom, an idol, or reflection of the true beings, which are actually the ideas. The poet – and generally speaking all artists – functions as an imitator , copying things perceived by senses, which are the images of the ideas. Thus, the poet, “the third from truth,” creates misleading conceptions of the nature of the cosmos. Furthermore, works of art, with their emotional content, arouse the passions and feelings, misleading the individual (or the citizen). Consequently, the poet cannot be considered a valid conveyor of truth, knowledge, or science; and thus his is exiled from Plato’s republic. As Plato maintains, philosophy is the only path that through logic can point toward the truth and progress toward valid knowledge. Thus, philosophy can lead citizens to the exercise of virtue in the city.
*Translated by Robert Crist and Despina Lala Crist.
ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ
του Βασίλη Κύρκου
Ανάμεσα
φόβου και θυμού
ναυάγησαν τα πλοία σου.
Ύστερα μόνο ο βυθός.
καθρέφτης του κόσμου
η θάλασσα.
Το φως μια αντανάκλαση.
Συνεπώς
βρίσκεσαι
τρίτος από της αληθείας.
*Από τη συλλογή “Τρίτοι από της Αληθείας”, ΑΩ εκδόσεις, Νοέμβριος 2015.
Χαϊκού | Ι. Σ. Ιωσηφίδη

21. Με το χρυσό του
σε χρύσωσε ο ήλιος∙
δύει κουρελής.
21. The sun gilts you all
with its gold; now is setting
as a ragged beggar.
***
22. Στολίδι είσαι
στον καθρέφτη. Πίσω του
κρύβεις θησαυρό.
22. In front of mirror
you’re or nament. Behind it
you hide a treasure.
View original post 451 more words
Πελαγία Φυτοπούλου, Δύο ποιήματα
ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ
ο πιστολέρο ξέρει
απ΄ το δεύτερο φονικό
θα τον ερωτευθεί η μάνα του
στο μαξιλάρι του γράφει
“κι αν βλέπεις τα δάκρυά μας
δεν είναι που έφυγες είναι
που μας αγάπησες πολύ”
το μαξιλάρι της γράφει
“σπρώξτε τις αγορές τα γίδια
τα βοσκάω και μόνη μου”
ο πιστολέρο ξέρει
την πρώτη φορα τα κάνει πάνω του
τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μια μάνα
***
ΣΤΑΝΤΙΝΓΚ (STANDING) 1
“εμείς οι ερωτικοί θα νικήσουμε”, είπες
και έπεσες χάμω σπαταλώντας το αίμα σου πάνω μου
όλοι νομίζουν πως σκοτώθηκα εγώ
οι άνθρωποι σαστίζουν μπρος στην ομορφιά
με συνόδεψαν με μεγαλοπρέπεια
είχα καιρό να πιω κονιάκ
το λουκουμάκι δε χρειαζόταν
δεν είναι ενζενί
το αγροτικό μου κάνω
το παιδί στο ασθενοφόρο με φίλησε, το είδες;
ήταν γκρο; ε;
*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.
Χρήστος Μαρτίνης, Τρία ποιήματα
4.
σε είδα μεσάνυχτα από τον δρόμο
στεκόσουν άυπνος
στο ανοιχτό παράθυρο του ισογείου
έρημος φάρος
σε μια πόλη κοιμισμένη
κλειστά τα μάτια σου η κάφτρα του τσιγάρου
κι αυτή σβηστή
σε είδα
κι έφερα το πηδάλιο πάλι προς τη θάλασσα
γιατί τριγύρω ψήλωναν τα κύματα
και σκίζονταν οι τέντες
5.
μπερδεύω τελευταία το κόκκινο του ήλιου με το αίμα
κι έπαψαν να ριζώνουν μέσα στα χέρια μου λουλούδια
το όπλο της ζωής μου θαμμένο στο συρτάρι
σκουριάζει κάτω από κάρτες καλώδια κέρματα
και τρεις οι σφαίρες του το αιώνιο ψέμα
της μέρας του θεού όλα τα βαρετά τραγούδια
που με σκέρτσο τραγουδώ κρατώντας ένα πλαστικό δοξάρι
κι όσα με κόπο και αναίτια στα τόσα χρόνια έμαθα
6.
τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα
μια σακούλα
θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας
θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου
πεύκα τσακισμένα στα δυο
θα την τινάξεις θα πέσει πια λάσπη
η θάλασσα και ο σοβάς
τις επόμενες μέρες θα λάβεις
μια σακούλα από μένα
να με θυμάσαι
*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, εκδ. υποκείμενο 2017.

