Έτσι που κόβουμε λωρίδες τον καιρό μας
έτσι που τον ζυγίζουμε, τον φτιασιδώνουμε
στερημένοι εκπλήξεων,
θεατές κι αγοραστές
-περίφημοι σε τέτοιες ασχολίες-
έτσι που χαράζουμε νου κι αισθήσεις
ό,τι μας πέφτει κατακέφαλα
μας αξίζει και με το παραπάνω
Έτσι που φερόμαστε σ’ αγαπημένους κι αγνώστους
που λαχταρούμε ό,τι δεν θέλουμε
να φτάσουμε με κόπο
που ξανανοίγουμε πληγές
για να ‘χουμε να δένουμε
Έτσι δηλαδή, που καθόμαστε
σαν ασκητές της πλαδαρότητας,
καθιστοί θα φύγουμε
κι αμάγευτοι
Στην αγορά, στην αγορά.
Νέο εμπόρευμα, νέοι δούλοι έφτασαν στην πολιτεία,
από πολλά μέρη.
Ξελαρυγγιάστηκαν οι ντελάληδες.
Σαν τ’ άκουσαν οι κυβερνήτες, τα δόντια τους
καθάρισαν –γρήγορα – με οδοντογλυφίδες
κι ετοιμάστηκαν να πάνε στο σκλαβοπάζαρο.
Οι γριές πόρνες (συνηθισμένες στην αναισχυντία)
τα σακατεμένα σκέλια τους ξεσήκωσαν κι έτρεξαν
να δουν τις νέες σάρκες.
Όμως, πρώτος έφτασε ο μέγας ποντίφηξ,
κρατώντας εικόνες του αγίου Λαυρεντίου
(το ιερατείο εμφορείται από χριστιανικές αρχές).
Στην παράταξη των ξεδιαλεκτών, ένας εφοπλιστής
που οι μύγες τρυγούσαν το κεφάλι του,
γύρευε ν’ αγοράσει κωπηλάτες.
Και δίπλα του ο έπαρχος – σταθμάρχης,
ο μέγας ελεγκτής των μέτρων
(στα πόδια του φορούσε εκμαγεία,
πίστευε ότι οι γάμπες του ήταν εξαίσιες)
ξεδιάλεγε το ζωντανό εμπόρευμα.
Να τοι κι οι νοικοκυραίοι, μύρισαν εκπτώσεις
και μαζευτήκανε: ένας δούλος είναι χρήσιμος
(κι αν είναι μορφωμένος, καλύτερα ακόμα)
Και οι νέες πόρνες (ήρθαν αργότερα)
την ώρα τους περνούσαν, λέγοντας στους μεταπράτες:
όλοι κι όλα πωλούνται κι αγοράζονται
σε αυτόν τον κόσμο.
Οι θιασάρχες προχώρησαν μπροστά (κι αποφασιστικά).
Έπρεπε να ξαναρχίσουν οι αγώνες
και να κυλήσει αίμα.
Κι ας μην είχε διέξοδο το αίμα των σκλάβων,
στις αρένες έμενε άταφο, σαν σκοτεινή θάλασσα
γεμάτη μαύρα φύκια.
Αλλά κι οι καλλιτέχνες πρόκαναν το σκλαβοπάζαρο
(δεν άργησαν διόλου).
Άλλωστε τους θεωρούσαν
συστατικό της πολιτείας.
Αναρωτήθηκαν: γίνεται να ‘χουμε καιρόν
για σοφίες και καλλιτεχνήματα,
δίχως δούλους;
Ω, τι μεγαλειώδης διαπίστωση.
Την πιάσανε όμως οι ρήτορες κι αμέσως
φορτωθήκανε παπαγάλους,
παινεύοντας το πολίτευμα: που εξασφαλίζει
πράγματα (στα εργοτάξια
και τους χώρους εργασίας).
Να τος ένας Νούβιος κι άλλοι Αφρικανοί και Ασιάτες,
Θράκες ένα σωρό
και πολλοί Δάκες, Πόντιοι, Πέρσες,
Αρμένιοι ως και λίγοι Βαταβοί.
Ω, όλες οι ράτσες προσφέρουν στη δημιουργία.
Κάπως έτσι αποφάνθηκε ένας σοφός,
που φορούσε φτερά παγωνιού.
Τον λέγανε Ιάκωβο, μα ήταν υπερήφανος
που τον παρομοίαζαν με τον Θεμιστοκλή.
Κι αφού το ξεδιάλεγμα τελείωσε, ο μέγας ποντίφηξ
ευλόγησε πουλημένους και απούλητους
και προχώρησε προς τις τράπεζες
(περίεργη επιλογή).
Τ’ αλητόπαιδα στις γωνιές
αρχίσανε τα τραγούδια κι οι ραβδούχοι
με τα ξυρισμένα κεφάλια,
μοίραζαν ψωμί και θεάματα
στους πάγκους με τα κρέατα.
Εκεί καταγράφονταν κι οι δούλοι.
Με το αίμα τους βάζανε υπογραφή και χώνονταν
στα υπόγεια,
παρέα με τους νυχτοφύλακες
της ιστορίας και τα σκοτωμένα χελιδόνια.
Πήρα το δρόμο της αυτογνωσίας
μα ήταν δύσκολος, οδυνηρός
πολλά σκουπίδια είχαν μαζευτεί
στο μυαλό και την ψυχή
κόπρος Αυγείου κανονικός
κι εγώ δεν ήμουν Ηρακλής
είμαι ένας άνθρωπος απλός
αδύναμος και δυνατός
τολμηρός μα και δειλός
περπάτησα σε δρόμους ατέλειωτους
δρόμους της φωτιάς
για να γνωρίσω τον εαυτό μου
τώρα νιώθω
πως πλησίασα το στόχο μου
αφού έφτιαξα μόνος
το πιστεύω μου
αφού βρήκα εκείνους τους ανθρώπους
που συμμερίζονται τις ιδέες μου
τους συντρόφους για το κοινό καλό
είναι λίγοι το ξέρω
μα πάντα το καλό και το νέο
από λίγους ξεκινάει
πήρα το δρόμο της αυτογνωσίας
και βγήκα στο φως.
“Je suis fils de marin qui traversa la mer
Είμαι γιοός ναυτικού που διέσχισε την θάλασσα
Je suis fils de soldat qui déteste la guerre
Είμαι γιος στρατιώτη που σιχαίνεται τον πόλεμο
Je suis fils de forçat, criminel évadé
Είμαι γιος κατάδικου εγκληματία που απέδρασε
Et fils de fille du Roy, trop pauvre à marier
και γιος της κόρης του Ροΐ που ήταν πολύ φτωχή για να παντρευτεί.
Fils de coureur des bois et de contrebandier
Γιος λαθροκυνηγού και λαθρέμπορου
Enfant des sept nations et fils d’aventurier
Παιδί επτά εθνών και γιος τυχοδιώκτη
Métis et sang-mêlé, bien qu’on me l’ait caché
Μιγάς κι ανάμεικτο αίμα παρ’ ότι μου το ‘κρύψαν
C’était sujet de honte, j’en ferai ma fierté
Ήταν αντικείμενο ντροπής αλλά θα το κάνω περηφάνια μου
Je suis fils d’Irlandais, poussé par la famine
Είμαι γιος Ιρλανδού διωγμένου από τον λοιμό
Je suis fils d’Écossais venu crever en usine
Είμαι γιος Σκοτσέζου που ήρθε να πεθάνει σ΄ εργοστάσιο
Dès l’âge de huit ans, seize heures sur les machines
Από τα 8 μου, 16 ώρες στις μηχανές.
Mais dieu sait que jamais je n’ai courbé l’échine
Αλλά ο Θεός ξέρει ότι ποτέ δεν προσκύνησα
Non, je suis resté droit, là devant les patrons
Όχι, έμεινα όρθιος μπροστά στ’ αφεντικά
Même le jour où ils ont passé la conscription
ακόμα και την μέρα που έκαναν την στρατολόγηση
Je suis fils de paysan, et fils d’ouvrier
Είμαι γιος αγρότη και γιος εργάτη
Je ne prends pas les armes contre d’autres affamés
Δεν παίρνω τα όπλα ενάντια σε άλλους πεινασμένους.
Ce n’était pas ma guerre, alors j’ai déserté
Δεν ήταν ο πόλεμός μου και λιποτάκτησα
J’ai fui dans les forêts et je m’y suis caché
Το έσκασα και κρύβομαι στα δάση
Refusant de servir de chair à canon
Αρνούμενος να γίνω κρέας για τα κανόνια τους
Refusant de mourir au loin pour la nation
Αρνούμενος να πεθάνω στα ξένα για το έθνος
Une nation qui ne fut jamais vraiment la mienne
Ένα έθνος που δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό μου
Une alliance forcée de misère et de peine
Μια εξαναγκασμένη συμμαχία της φτώχιας με την ανάγκη
Celle du génocide des premières nations
Εκείνη της γενοκτονίας των πρώτων εθνών
Celle de l’esclavage et des déportations
Εκείνη της σκλαβιάς και των απελάσεων.
Je n’aime pas le lys, je n’aime pas la croix
Δεν αγαπώ τον κρίνο ούτε τον σταυρό
Une est pour les curés, et l’autre est pour les rois
Ο ένας για τους παπάδες κι ο άλλος για τους βασιλιάδες
Si j’aime mon pays, la terre qui m’a vu naître
Κι αν αγαπώ την χώρα μου, την γη που μ’ είδε να γεννιέμαι
Je ne veux pas de dieu, je ne veux pas de maître
Δεν θέλω ούτε θεό ούτε αφέντη
Je ne veux pas de dieu, je ne veux pas de maître!
Δεν θέλω ούτε θεό ούτε αφέντη!
Από το παραβολικό διήγημα «Βαραββάς» και τον θεατρικό διάλογο «Μαρία Μαγδαληνή» μέχρι τα ποιήματα σε πεζή μορφή όπως η «Μεταμόρφωση του Κακού» και η «Εγκατάλειψη», η πρόζα του Τρακλ αποκαλύπτει τον σκοτεινό ψυχισμό και τη συγγραφική ιδιοφυία μιας μοναδικής περίπτωσης στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Τα πεζά κείμενα του Τρακλ είναι το σημείο μέγιστης ενέργειας της διάνοιάς του και ο θεμελιώδης βαθμός ελευθερίας στο γλωσσικό του σύστημα.
Όπως ο ίδιος περιέγραψε αυτή την ελευθερία: «Αισθάνθηκα, οσμίστηκα και άγγιξα τις πιο τρομερές δυνατότητες εντός μου, και άκουσα τους δαίμονες να ουρλιάζουν μες στο αίμα μου, χιλιάδες δαίμονες με τα καρφιά τους που τρέλαναν τη σάρκα μου. Τι φριχτός εφιάλτης! Μα πέρασε. Και τώρα ακούω μαγεμένος τις μελωδίες από μέσα μου, και το βλέμμα μου, συνεπαρμένο, επινοεί δικές του εικόνες – καλύτερα, παρά οτιδήποτε πραγματικό! Ο δικός μου όμορφος κόσμος κατακλύζεται από απίστευτη αρμονία».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κάποτε πρέπει να συλλογίζομαι ξανά τις βουβές εκείνες μέρες, που μοιάζουν με θαυμάσια, όμορφα ξοδεμένη ζωή, την οποία μπορούσα αναμφίβολα να χαρώ ως δώρο από μεγαλόψυχα, ξένα χέρια. Και εμφανίζεται πάλι στη μνήμη μου η μικρή πόλη στην κοιλάδα με τον φαρδύ κεντρικό της δρόμο, όπου εκτείνεται μεγάλη αλέα από εξαίσιες φλαμουριές σε όλο του το μήκος, και τα γωνιακά δρομάκια του σφύζουν από την κρυμμένη επαγγελματική ζωή των μικροπωλητών και των μαστόρων – και με το συντριβάνι στην παλιά πόλη, στο κέντρο της πλατείας, που αναβρύζει τόσο μαγευτικά στο φως του ήλιου, και όπου το βράδυ ακούγονται ψίθυροι ερωτευμένων στο μουρμούρισμα των νερών. Η πόλη, όμως, μοιάζει να ονειρεύεται τα περασμένα.
Και γέρνουν απαλά οι λόφοι, που πάνω τους απλώνεται βουβό, αυστηρό το ελατόδασος, και κόβουν την κοιλάδα από τον έξω κόσμο. Κουρνιάζουν ανάλαφρα οι κορφές στον μακρινό, λαμπερό ορίζοντα και σε αυτή την ένωση Ουρανού και Γης το Σύμπαν μοιάζει με κομμάτι πατρίδας. Αμέσως μου έρχονται στον νου ανθρώπινες μορφές και μπροστά μου αναβιώνει ο περασμένος τους βίος, με τις μικρές χαρές και λύπες του, που οι άνθρωποι τόλμησαν να εκμυστηρευθούν χωρίς αιδώ ο ένας στον άλλον.
Οκτώ εβδομάδες πέρασα σε αυτή την ερημιά· οκτώ εβδομάδες που μου φαίνονται σαν ξεχωριστό, ολόδικο κομμάτι της ζωής μου −ζωή από μόνο του−, γεμάτο ανείπωτη, νεανική ευτυχία, γεμάτο φοβερή λαχτάρα εκ των υστέρων, όμορφα πράγματα. Εδώ η ψυχή του αγοριού που υπήρξα δέχτηκε την επίδραση σπουδαίας εμπειρίας.
[Από το διήγημα «Η Χώρα του Ονείρου: Ένα επεισόδιο»]
Στοιβάζεις λάθη,
σκορπάς την οίηση με ισομοιρία,
εξαφανίζεις την αποτυχία
παρατηρώντας στο στεκάμενο νερό
τους κύκλους που αυγατίζουν ξεμακραίνοντας
απ’ το τρεμάμενο, ξερό κλαδάκι σου.
***
Σώματος αφήγηση
Εκεί που πριν διαπερνούσε αύρα
χάσκουν οι αυλακιές
στοχαστικού προσώπου.
τα ακροδάχτυλα που ψηλαφίζανε
ακμής τεκμήρια
πασχίζουν να κρατήσουμε ισορροπία
σε ένα τρέμουλο που πάσχει για αθανασία.
“Ουδέ ποτ’ ην, ουδ’ έσται
επεί νυν έστιν ομού παν,
εν, συνεχές”
προειδοποίησε εκείνος.
***
Γεύση τέλους
Σαν τελειώσει η αφήγηση
στον ουρανίσκο μένει πάντα λίγη πίκρα
γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν
από αβελτηρία ή και άγνοια.
Κι είναι για τούτο ακριβώς που γιγαντώνεται η λύπη,
αφού ξαναβιώθηκαν τ’ ανθρώπινα όρια
απέναντι στη θεωρητική συζήτηση περί πρακτέου.
*Από τη συλλογή “12 μικρά ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς”, ΑΩ εκδόσεις, 2013.
Τους αγαπημένους της ας αφήσουμε,
όταν θάναι νεκρή,
να γράψουν αυτό στα οστά της πάνω:
«Πια δε ζει να μας δίνει άρτο
Ποιος ζήτησε μόνο πέτρες απ’ αυτή».