Όταν κέρδισα την καρδιά σου
Με δελέασε
σαν πολύτιμο κομμάτι από διαμάντι.
Την αγκάλιασα, την έκρυψα,
και την ύμνησα,
μ’ έκαψε.
Σαν πεταλούδα
όρμησα στα φώτα σου.
Πέθανα μια φορά
πριν την αποκαλύψω
πυγολαμπίδα μου
πέθανα μια φορά
για μια εκατό φορές ολοζώντανη αγάπη
αγάπη μου.
Ακριβή μου,
πέθανα για σένα μια φορά
όταν πρωτοκέρδισα την καρδιά σου.
*Ο Didi γεννήθηκε στο Σουδάν, ήταν βραβευμένος εικαστικός στη χώρα του, είχε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές εσωτερικής διακόσμησης και σκηνογραφίας στις ΗΠΑ. Από τη δεκαετία του ’80 μετανάστης στην Ελλάδα, περιπλανώμενος, παίζοντας φλογέρα στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, γράφοντας ποίηση. Στο ίντερνετ δε βρήκα κάποια αναφορά σ΄εκείνον ενώ είχε εκδώσει συλλογές και μετά το 2000. Δε γνωρίζω που βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Έχω στα χέρια μου την ποίησή του, που ξεχειλίζει από αραβικό ρυθμό, από το συναισθηματισμό της αραβικής ποίησης του μεσαίωνα, από την Αφρική προφανώς με τα χρώματα, τον εξωτισμό και τα πολλά προβλήματα που της φόρτωσαν, από την Ελλάδα στην οποία μάλλον ακόμη διαμένει. Η ποίηση του Didi είναι λιτή, ουσιώδης, επείγουσα, αυθεντική. Είναι σπάνιο τι βρίσκει κανείς κάποιες φορές. Όλα τα σπάνια τα βρίσκουμε κατά τύχη. Βασίλης Κουντζάκης.
Στην αρχή, είναι μόνο μια μειοφηφία
που πέφτει θύμα.
Έναν τον πατάει το λεωφορείο
εκείνον τον πολυλογά από το Β6
ή η χοντρή ξαδέρφη με τις κοτσίδες
που μύριζε κωμικά, είναι άφαντη,
άφαντη ξαφνικά. Άλλοι πέθαναν σε μια φωτιά
ή τους πήραν βιαστικά, μέσα στη νύχτα. Αργότερα
κατέφτασαν
πένθιμα αγγελτήρια. Σα σκιά
μεγάλωσε, ετούτη η μικρή ομάδα των απόντων,
και δεν μπορείς να θυμηθείς σε ποιον ανήκε
το καπέλο αυτό
και σε ποιον, αυτό το στόμα.
Κι έπειτα, κάποια μέρα έρχεται η στιγμή,
ασυναίσθητα, και περνάει, ύπου διαπιστώνεις
πως οι μισοί απ’ αυτούς που σε τάισαν, μίσησαν, δίδαξαν
και φίλησαν,
έχουν εξαφανιστεί.
*Από τη συλλογή “Ιστορία των Νεφών” (2003), που περιλαμβάνεται στο “Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη. Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΟΚόΝ, 2016.
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν
Τενεκεδένιοι άνθρωποι
Μετά τη δουλειά
Στο τενεκεδένιο ετούτο μπαράκι ανταμώνουν
Για ένα ποτό και κουβεντούλα
Κι’ ένα ακόμα ποτό και τραγουδάκι
Κι’ η τενεκεδένια γκαρσόνα τις κούπες γιομίζει
Ξανά και ξάνα
Κι’ έχει υπέροχα μάτια πράσινα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι μεθάνε για χάρη της
Ξεχνούν τα τενεκεδένια τους βάσανα
Για λίγο γίνονται άλλοι άνθρωποι ανθρώπινοι
Για λίγο, αλίμονο, γιατί σε λίγο σημαίνει μεσάνυχτα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι το διαλάνε…
Πω, πω, χάλια! παραπατάνε
Το δρόμο παίρνοντας για την τενεκεδένια τους κλίνη.
ΑΛΛΟΣ
Ένας άλλος κοιμάται με την γυναίκα σου τώρα
Ένας άλλος
διαβάζει την εφημερίδα σου
καπνίζει το τσιγαράκι σου πίνει το καφεδάκι σου
Ένας άλλος
φοράει το παλτό σου το καπέλο σου
πηγαίνει στη δουλειά σου
τρώει το φαΐ σου
πληρώνει τους λογαριασμούς σου
ζει τη ζωή σου
Ένας άλλος
σε κυττάζει πίσω απ’ τον καθρέφτη· / και σε φτύνει.
ΠΟΜΠΗ ΚΩΛΕ΄
Μιανού ο κώλος παίζει το τρομπόνι
Μιανού άλλου ο κώλος παίζει την τρουμπέτα
Του χοντρού ο κώλος παίζει την τούμπα
Και παν… αργά…
αργά, στο ρυθμό της πένθιμης κωλοφανφάρας
Ήταν σπουδαίος κώλος
ο κώλος αυτουνού που είναι μέσ’ στην κάσα.
ΜΙΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΙΡΗ
Πήγε στο σούπερ μάρκετ
Γυναίκα βρήκε
Στο ψυγείο με τα νωπά
Κυριακή την παντρεύτηκε
Στο φούρνο με πατάτες.
ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Πότιζε τα λουλούδια της
και νά, γίνονται χέρια
τα λουλούδια
γίνονται κάτι άντρακλες
ντούροι νταβραντισμένοι
τα λουλούδια
γραπώνουνε την κυρά
σιμά τους την τραβάνε
τα λουλούδια
την κυρά ξεγυμνώνουν
της κάνουν έρωτα
έρωτα τα λουλούδια
κι’ εκείνη
ω! εκείνη γίνεται ένα
με τα λουλούδια η κυρά
άνθος της τρισευτυχίας
αχ, η κυρά των λουλουδιών.
Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ
Είν’ ο ανθρωπάκος
που πάει στη δουλειά του
νωρίς το πρωί
με σηκωμένους ως τ’ αφτιά τους γιακάδες
με την ομπρέλα του, αμίλητος
με μια ομίχλη ντιπ λονδρέζικη γύρω του
ίδιος τάλε κουάλε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας
γράφει για τ’ αποτρόπαια όνειρα της νύχτας του.
ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ
Ξημερώνει… Ώρα να πηγαίνεις.
Σιγά μαζεύεις το μπράτσο σου κάτω απ’ το κεφάλι της.
Ντύνεσαι βιαστικά, χτενίζεσαι, ανάβεις τσιγάρο
Να κοιμάται την αφίνεις
Δεν την αποχαιρετάς
Την πόρτα ωστόσο καθώς κλείνεις κοντοστέκεις
Μια τρυφερή ρίχνεις ματιά πίσω, ίσως κι’ αναστενάζεις.
Η Ζωή! Όμορφη που ‘ναι, σαν αγαπημένη
της μιας νύχτας!
Τη σκάλα τώρα κατεβαίνεις
Και πεθαμένος χάνεσαι στο πλήθος μέσα των πεθαμένων.
ΒΡΟΧΗ ΜΕΤΕΩΡΙΤΩΝ
Κορίτσια πέφτουν
στην ουράνια απόψε γέφυρα ομορφιάς.
Ω! Οι μικρές μου στάρλετ οι περσίδες που τις λέγαν οι παλιοί
Ωσάν άγγελοι με αποκαλυπτικά μπικίνι
Από λάθος φωτιά φλεγόμενες.
Ονειρεύονται καριέρες… πρίγκιπες…
Οι καϋμένες! Απόψε λάμπουν μες στα σκότη της καρδιάς μας
Απόψε ζουν το παραμύθι τους.
Στο φινάλε, τί θ’ απομείνει είναι γνωστό:
λευκή σάρκα ημερολογίου σε ένα ποίημα φαναρτζίδικο.
ΑΝΑΛΗΨΗ
Πηγαίνεις
βιαστικός
ως συνήθως
έγνοιες σε κυνηγούν
σκοτούρες
υποχρεώσεις
οι δαίμονές σου
και ξάφνου
η αναπάντεχη σκάλα μπροστά σου
ούτε που το σκέφτεσαι
πιάνεις κι’ ανεβαίνεις τη σκάλα
κι’ ανεβαίνεις
κι’ ανεβαίνεις
κόσμος μαζεύεται γύρω
(από κάτω)
έκπληκτοι
τα μάτια τους τρίβουν
τη σκάλα κανείς φυσικά δεν την βλέπει
η σκάλα υπάρχει μόνο για σένα
σε περνούν με συγχωρείς για βλαμμένο
κι’ εσύ τους στέλνεις φιλάκια
δίκην ευλογίας
καθώς χάνεσαι μες στα σύννεφα
και τότες
απ’ το γιακά σε γραπώνει
ο χωροφύλακας
στη μέση του τυλίγεις το χέρι σου
και χορεύετε και χορεύετε
…βαλς στα σύγνεφα.
S UNA SERENA noche de diciembre. Fuera nieva desde por la mañana. Estoy sentado en mi escritorio, leyendo. En la radio, de fondo, se oye una insulsa charla política. De repente, mi gato, que hasta entonces estaba tumbado y despreocupado en su alfombrilla, se levanta, da un salto, se sube a la pequeña biblioteca que se encuentra bajo la ventana y clava la mirada en algún sitio, sin moverse durante largo rato. No puedo entender qué está mirando, cuando fuera todo se encuentra en calma, y vuelvo al libro que estaba leyendo, sonriendo por su «tontería». Pero en el fondo le envidio. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, mirar despreocupado la nieve que cae en la densa oscuridad. Cuánto quisiera, aunque fuese un par de instantes, que todo lo humano me fuera ajeno.
Fuente: de la colección de breves narraciones Νύχτες
αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.
το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.
γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.
προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.
έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.
έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.
I.
Δεν θέλω μια θάλασσα γεμάτη
λαθρέμπορους ναυτικούς
και ναυαγούς αγνοούμενους.
Τη θέλω δίχως εξωτικούς βυθούς
και στοιχειωμένα ιστορικά Ναυάγια,
να ’ναι χωρίς θρυλικούς πειρατές
και μυθικούς δράκους.
Ούτε μια θάλασσα που να μας χαρίζει
αξέχαστες αναμνήσεις τα καλοκαίρια
στις παραλίες της.
Θέλω μια θάλασσα χωρίς ιστορία,
ψυχρή και σκουρόχρωμη
που να χαμηλώνει η στάθμη της συνεχώς,
εκθέτοντας το υδρόβιο βασίλειό της
στο έλεος
ενός καταστρεπτικού ήλιου.
II.
Όχι
δε θέλω μια Μαρία
που να την σέρνουμε από ξενοδοχεία
σε γκαρσονιέρες φίλων, αγοράζοντας πριν
εφυαλωμένα νερά και προφυλακτικά,
έχοντας πάντα στο μυαλό της
το φόβο της εγκυμοσύνης
και στην τσάντα της ένα μικρό δωράκι.
Δε θέλω τη Μαρία που μας χαρίζει
ονειρικά τριήμερα στα νησιά
ενώ μας αρνείται το ταξίδι
στο θάνατο.
Θέλω μια Μαρία με υπερφυσικό στήθος
που να θηλάζουμε την ερωτική της τροφή
δίχως ηλικία
κι ύστερα ξαπλωμένοι σε αφασία
πάνω στην κοιλιά της
να μας απορροφάει στο σώμα της.
(Η θάλασσα δε μας ταξίδεψε ποτέ
Και η Μαρία
Αρνήθηκε το χάρισμα της μούσας)
Επιτέλους!
Έφτασα στην Ιθάκη!
Μα το νησί δεν με περίμενε.
Η Πηνελόπη
παντρεύτηκε τον Αντίνοο
και ο Τηλέμαχος
έγινε παραγιός του.
Συμβαίνουν αυτά στις περιπέτειες.
Ποιος ξέρει;
Χρόνια μετά
σε μια καινούργια
Κίρκη, Καλυψώ ή Ναυσικά,
μπορεί να βρω επιτέλους
την Ιθάκη μου.