Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Aφύλαχτες νύχτες

Αφύλαχτες νύχτες
βαδίζουν και σταλάζουν
χυμούνε στις φωτιές, δεν λάμπουν
μικρές και άδειες,θυμίζουν κάτι εξέχαστο
κι οριστικό συνάμα

Μεταξύ των σκοτεινών στιγμών
λύπηση και σύγκρουση
μια θαυμαστή συμπαιγνία σκυβάλων
που καγχάζουν θλιβερά

Η πέτρα σκόνη δεν σηκώνει
ό,τι έλαμψε μες στους παραδομούς
ό,τι φωτίστηκε στους χωρισμούς
γυρίζει σκαι σκορπίζει

Σκορπίζει το αδέκαστο
ματώνει απ’των ματιών τις λόγχες
φροντίζει τις πληγές του
και δένει πάθη κι οδυρμούς

Και περνούν οι νύχτες, διαβαίνουν
κουράζονται και ξαποσταίνουν
Μα τη φυγή των λίγων,ποιός θα την προλάβει;
Χαθήκανε,βρίσκονται έξω απ’του ματιού το βλέμμα

Δεν θα λατρέψουμε ξανά
κρυμμένα φεγγάρια κι αφώτιστα μυστικά
σκιά που δεν φεύγει
κι είπε, ο σκοτεινός κι ανέγγιχτος:
“οι παλιές πληγές,
ούτε κλείνουν,ούτε κακοφορμίζουν,

Είναι η ουλή του παλιού μας εαυτού”

Αύγουστος 1997

***

Αποστροφή

Δεν γίνεται αν δεν μάθεις βήματα
κι όταν βαρεθείς δεν ξαναγίνεσαι με άλματα
Σε περιμένει μιαν ατάραχη δύναμη
να σε ξαναρίξει στο ίδιο βάθος
που πασχίζεις να ξεφύγεις

Μικρά βήματα,αδιακόσμητα
χωρίς κρότους κι αναγνωρίσεις
μπορούν να σε σηκώσουν,
μικρό παιδί κι ανίδεο σφάλμα

Άνοιξη 2002

***

Μια φορά ακόμα
(απόσπασμα)

Στη λίμνη με τους δρυοκολάπτες
ψαρεύουνε τις αυταπάτες
μαλώνουν μεταξύ τους για τη λεία
μες στη νεκρή τους ησυχία

Ένα πλήθος μαζεμένο
που απορει “τι περιμένω;”
χαζεύει, τρώει παγωτά
με πόδια και με χέρια χειροκροτά
με γελαστά χασμουρητά

Στης μοναξιάς τους την αφή
ως κέρινοι πελάτες,
δείχνουν τις πάπιες, χαίρονται
είναι μαζί, με νάζι και με τιμαλφή

Καλοκαίρι 2014

Χ. Π. Σοφίας, Έξι ποιήματα

ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ

Δε σου είπα ποτέ ψέμματα
Απλά σου έκρυψα δύο ολόασπρες φτερούγες
Ντρεπόμουν!

***

ΑΠΟΥΣΙΑ

Τι γυρεύει η θάλασσα στο δωμάτιό μου;
Δε γνωρίζει την απουσία σου;

***

ΣΤΟΧΟΣ

Βασανίσατε τα δένδρα
Αλλά ντρέπεστε να πείτε
Ότι στόχο είχατε τα πουλιά

***

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Αυτή η πεταλούδα στο δωμάτιό μου
που ανασαίνει τρομαγμένη μοναξιά
θα τη βαλσαμώσω και θα στη στείλω
με το ταχυδρομείο

***

ΘΛΙΨΗ

Έχει τη θλίψη των κοριτσιών
που γεννήθηκαν από δένδρα
και τα καλοκαίρια όταν δύει ο ήλιος
βγαίνει και συλλέγει τις μοναχικές αράχνες

***

ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ

Την αγάπη
Μόνο τα δένδρα και τα πουλιά την καταλαβαίνουν
Την καταλαβαίνουν γιατί έχουν ρίζες και φτερά.

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δέδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Νίκος Α. Κατσικάνης, Δύο ποιήματα

TO SPLEEN ΩΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ

Στον λεπτεπίλεπτο χρόνο
που είναι φτερά πεταλούδας
χτίζουμε όνειρα και αγάπες
με θρασύτατη τσιμεντοκονία
και ανήξερα τραπουλόχαρτα.
Να όμως που το οστέινο χέρι
του θανάτου
μ’ εκείνο το αβάσταχτο
τίναγμα του καρπού
καταργεί κάθε εφαρμοσμένη γεωμετρία
γκρεμίζοντάς τα στο αιώνιο τίποτα.
Με κάθε τρέλα της ψυχής μου
τρέχω ο σκύλος να προλάβω
ψήγματα απ’ το μεδούλι της μέρας
γλείφοντας της ζωής το μηριαίο.
Το κουφάρι μου μια βόλεψη
στα σκιρτήματα της νύχτας
αγκαλιάζει τη μελαγχολία
με τραχύτητα.

***

ΤΑ ΓΚΡΙΖΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ TOY SPLEEN

Ένα γκρίζο πρωινό
τ’ ανήσυχα σπλάχνα μου
μια δικαίωση.
Οι άδειες ώρες
που λείπεις από τα μαλλιά σου
με διεκδικούν ακατάπαυστα
απ’ την αυτοχειρία.
Θυμάμαι
όταν γινόμουν καλά
σ’ έκανα πάλι μαχαίρι
και ξαναμάτωνα.
Με ανάσκελα μάτια
τρυπώ αδιάκοπα ταβάνια
αποφεύυγοντας σιωπηλός τους καθρέφτες
κι ο χρόνος αδέκαστος εισαγγελέας
με καταδικάζει εις έναν θάνατο
που δε διαλέγω.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρόμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

***

ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει

Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη

Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω

*Από τη συλλογή “Αργό πετρέλαιο” (1974).

Παύλος Πέζαρος, Δύο ποιήματα στο αυστραλιανό “Tirra Lirra”

Μέχρι και το γύρισμα του 20ού με τον 21ο αιώνα, κυκλοφορούσε στη Μελβούρνη, ένα καλό λογοτεχνικό περιοδικό με το όνομα “Tirra Lirra”. Στο τεύχος του καλοκαιριού (για την Αυστραλία!) 1999/2000, φιλοξενήθηκαν δύο ποιήματα από τη συλλογή “Η σταδιακή οξείδωση της Αφής”, εκδόσεις “Τα Τραμάκια, 1990, σε μετάφραση και με τη φροντίδα του αξέχαστου φίλου David E. Hutchison (1927-2017), συγγραφέα, μουσειολόγου, ιστορικού και “ερασιτέχνη Ελληνιστή” από το Fremantle της Δυτικής Αυστραλίας. Αυτή η ανάρτηση, ως αφιέρωση στη μνήμη του.

Παύλος Πέζαρος.

Νίκος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Costis, u n I t op I a

a part of the verse in my mouth
in my ear
a part of the universe in my eye
in my soul
united verses uniques
the universe
as a collective creative imagination the unitopia
stop the black projects control of the panopticon
out of our body of our planet out in the universe i met Icarus
co(s)mique destination
poétiques sources never quit earth
your body
your humanity
in the utopique yet horizon a new man
for
a new world

Athens 2018