“Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα”
“Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα”
Ο έμπορος του
αγόραζε την ψυχή
με συμβόλαιο.
Δεν είχε μείνει
απούλητο τίποτε
άλλο κινητό
Ή ακίνητο.
Η υπογραφή του δυο
σταγόνες αίμα.
Σελίδα δύο
από δύο. Ο δηλών.
Ημέρα-Μήνας…
*Mε αφορμή την “έξοδό” μας από τα μνημόνια.
21.8.2018
Ήταν μια μεγάλη γέφυρα
κι έπρεπε να τη γκρεμίσει
αυτός, ένας ξένος
μα πιο Ισπανός
από πολλούς Ισπανούς
πήρε το γέρο βοηθό του
και πήγαν να τη δουν
περπάτησαν προσεκτικά
γιατί ο εχθρός ήταν κοντά
έβαλαν τα εκρηκτικά
γύρισαν πίσω
η κυρά του βοηθού
είχε ζεστό φαϊ
κι έπρεπε να ζεστάνουν
τις καρδιές τους
μια όμορφη μελαχρινή Ισπανίδα
του χαμογέλασε
μα ο νους του ταξίδευε αλλού
το βραδάκι
έφτασε το άσχημο μαντάτο
σκοτώσανε τον Φεντερίκο
οι φαλαγγίτες του Φράνκο
αυτός αναστέναξε
άναψε τσιγάρο
σε λίγο ξάπλωσε
θα σηκωνόταν πολύ πρωί
άγρια χαράματα
η γέφυρα έπρεπε να πέσει
πάση θυσία.
R.E.M
Θυμάμαι πώς είναι η ευτυχία…
Έθαψα παγόβουνα μέσα μου…
Υπότροπη
Η ματαιοδοξία
αλλάζει πορεία στο αίμα…
Ι
Μηδέν γραμμάρια…
Τόσο ζυγίζει μια βαλίτσα
γεμάτη στίχους…
Αναρριχητής
Άνδεις…
Ιμαλάια…
Ψηλορείτης…
Πενταδάκτυλος…
Κατάκτησα με τα χρόνια χιλιάδες κορφές…
Μα στη καρδιά σου μονάχα ένιωσα ελεύθερος…
Αιμορραγία
Σπάνια κουβαλώ
δύσκολες λέξεις…
Τα δάχτυλα μου
ματώνουν εύκολα πια…
Νομίσματα
Εσύ νομίζεις πως είμαι ποιητής
μα εγώ είμαι ένα σκυλί
στα ίχνη του πολέμου…
Κένυα Ι
Μην ψάχνεις συμπάθεια στις λέξεις μου…
Το βλέμμα μου έγινε
τόσο ωμό
όσο τα δάχτυλα
στα πόδια του μωρού
που πατάνε πέτρες και χώμα…
Κένυα ΙΙ
Πώς είναι στην χώρα σας, κύριε…
Έχετε μεγάλα σχολεία;
Έχετε νοσοκομεία;
Έχετε φαρμακεία;
Έχετε την δύναμη να μη σας δούμε
να κλαίτε…
Νομοτέλεια
Όσο γεννιούνται φασίστες
θα γεννιούνται και ποιητές…
Ερζεγοβίνη
Είδα στα μάτια σου την πατρίδα μου…
Μια βαθιά πληγωμένη γυναίκα
που μετουσίωσε το αίμα της σε μακιγιάζ…
*Από τη συλλογή “Μηδέν Γραμμάρια…”
για τη φωτογραφία και την κριτική

Είμαι ο χρόνος κι είμαι μες το χρόνο
Είμ’ ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ
1978
Μεταχειρισμένα όνειρα
Ξηλωμένα πλεκτά
Μεταχειρισμένων ονείρων
– Σε τιμή ευκαιρίας –
Στη λαϊκή
Δοκιμάζουν περαστικοί
Μα να τ’ αγοράσει
Κανένας δεν τολμά
Γιατί αυτά τα όνειρά μας
Ποτέ δεν έμοιαζαν
Με τα συνήθη
Των πολλών
***
Δωμάτια
Δωμάτια σε σειρά
Άδεια, γεμάτα
Με δάκρυα, με χαμόγελα
Με κλειστές πόρτες ενοχών
Με ανοιχτά παράθυρα ελπίδων
Εντόνων χρωμάτων
Άνευ ήχων
Άνευ κενών συρταριών
Γεμάτα έπιπλα παρελθόντος
Με κλεμμένα όνειρα εντός
*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημοσίας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.
ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ
Λένε πως η ποίηση υπάρχει
όταν μετεωρίζεται
όταν δεν έχει τίποτα να πει.
Κι άλλοι λένε
πώς πρέπει κάπου να προσανατολιστεί
και δεν μπορεί να ίπταται
μόνη στον έρωτά της.
Όμως, οι ποιητές
αυτή την υπέροχη αντινομία υπηρετούν.
***
ΚΟΝΤΙΝΑ ΠΛΑΝΑ
Στηρίζουνε την τάξη των πραγμάτων
με κοντινά πλάνα της ντροπής
και πυρπολούν
το πολυδύναμο σχήμα των γραμμάτων.
Κι εγώ υψώνω τη φωνή μου
στη θλίψη μιας ατέλειωτης βροχής
μα είναι φωνή αδύναμη, βραχνή,
λάμα που κόβει τη ζωή μου.
*Από τη συλλογή ‘Τελευταία υπόσχεση”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2001.
Their horses are black.
Their horseshoes are black.
On their cloaks shine stains
of ink and wax.
They have skulls of lead
and cannot cry.
With their black leather souls
they ride down the road.
Hunchbacked, nocturnal,
where they stir they command
dark rubber silence
and fears of fine sand.
Tα άλογά τους είναι μαύρα.
Τα πέταλά τους είναι μαύρα.
Στους χιτώνες τους λάμπουν λεκέδες
μελάνης και κεριού
Έχουν μολυβδένια κρανία
και δεν μπορούν να κλάψουν.
Με τις μαύρες δερμάτινες ψυχές τους
παρελαύνουν κάτω στο δρόμο.
Καμπούρηδες, νυχτωμένοι,
όπου υποκινούν, διατάζουν,
σκοτεινή λαστιχένια σιωπή
και οι φόβοι της λεπτής άμμου.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Στην άμμο φυτεμένος
ένας σταυρός από καλάμια.
Τον μυρίζω κι είναι κρίνος.
Σμάρι ιλίγγου η εξομολόγησή της
Υστερικές γοργόνες κυνηγάνε ίσκιους
Κι είναι δείλι.
Λιγοστεύουν οι λυγμοί
με τη χάση της σελήνης.
Κι ευτυχώς τις
πατούσες μου
Αναπτερώνει
Ένας φλοίσβος.
*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.
Άφησες τις μέρες να χαθούν
τις ώρες να αλητεύουν στο πουθενά, στο τίποτα
να βουτήξουν στα μαύρα βάθη της ψυχής
και να πιάσουν γνωριμίες με απόκρυφες σκέψεις.
Να ξενυχτάνε μεθυσμένες ως τα ξημερώματα
και έπειτα να ζητούν ίαση σε δανεικά χαμόγελα.
Να ρωτούν απεγνωσμένα τους λόγους της φυγής σου
κι ας ξέρουν πως δε θα βρουν ποτέ τις απαντήσεις.
Έβαλες φωτιά στις πεδιάδες του μυαλού μου
και έπειτα εξαφανίστηκες χωρίς να αφήσεις ίχνη.
Άσκοπα έψαχνα για αποδεικτικά στοιχεία,
κινήθηκες εντός ορίων στατιστικού σφάλματος.
Μπήκες σαν κλέφτης και έφυγες σαν φονιάς.
Τώρα ρίχνω το σώμα μου στη θάλασσα
αφήνω τα ψάρια να τραφούν απ΄τις πληγές μου
και νιώθω χρήσιμη στον πόνο.
Αφήνομαι στην αγκαλιά της και κοιτώ τον ουρανό
αδιάκοπα διαλείμματα ανάμεσα σε δύση και ανατολή.
Τις μέρες καίγομαι,
τα βράδια ονειρεύομαι πως σ΄αγαπώ.
Ευτυχώς μας έσωσε το καλοκαίρι και τους δυο.