Χριστόφορος Τριάντης, Ο χρόνος

Ο χρόνος δεν είναι παιχνίδι
να κυνηγάς γλαύκες τις νύχτες
από πλήξη και φόβο.
Κι ύστερα να προχωράς συλλαβιστά
στις γωνιές με τ’ απορρίμματα
(και τις σκόνες)
που αιώνες επιτελούν
το καθήκον στην ανυπαρξία.
Ούτε ο χρόνος είναι ξεσπάσματα
ηδονής  και μετά
να συναγελάζεσαι
στις πλατείες
με γερασμένους δήμιους.
Ω, συνέχεια λένε ιστορίες για
σκοτωμένους (στα χωράφια)
και γυναίκες που βύζαιναν παιδιά
και κουβαλούσαν  
πιθάρια.
Τελευταία απομεινάρια
από  νεκρά σπίτια
και φτωχές ελεγείες.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018

Γράφει ο Χρήστος Μαυρής*

Είναι δημιουργικά  στοιχεία η θλίψη  και η ειρωνεία στην ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη
Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι μία ξεχωριστή  και ιδιότυπη ποιητική  φωνή  στον ελλαδικό χώρο. Λέω «ξεχωριστή και ιδιότυπη φωνή» με την έννοια ό,τι δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα και απροβλημάτιστα σε καμία καθιερωμένη λογοτεχνική  σχολή  ή ομάδα.
Όπως διαφαίνεται μέσα από  την τελευταία συλλογή του, που φέρει τον εξεζητημένο τίτλο «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», γράφει μία πρωτότυπη ποίηση, με μία ιδιότυπη νοηματική, στέρεη αισθητική συνοχή, πλαστικότητα στις εικόνες της, κάποτε κρυπτική και άλλοτε μυστηριώδης, στοιχεία που της δίνουν το δικαίωμα να επιπλέει και να ξεχωρίζει μέσα στο πέλαγος της ποίησης που παράγεται στις μέρες μας. Είναι όμως, αυτά τα στοιχεία, μαζί  με το αυστηρό  ύφος του, που την κάνουν ελκυστική  και ενδιαφέρουσα στο αναγνωστικό κοινό.
Όλη αυτή  η ιδιότυπη ποίηση που γράφει ο Δ. Π. Κρανιώτης είναι εξ’  ολοκλήρου επικεντρωμένη στη σύγχρονη εποχή,  που αντανακλά  αυτόματα και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Γράφει στο ποίημα «Ιανός»:
«Πολυκατοικία πια
Η γειτονιά μας
Το ασανσέρ κολλημένο
Μεταξύ ρετιρέ
Και ουρανού
Κι εμείς  μέσα
Συνωστισμένοι άνετα
Χωρίς ανάσα
(Και χωρίς σήμα
Το κινητό μας)»
Σελ. 15

Φαινομενικά παρουσιάζεται απλή  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη γιατί είναι καμωμένη από γνωστές και εύχρηστες λέξεις. Είναι, όμως,  αρκετά  παραπλανητική  αυτή  η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης, σχετικά με την απλότητα της ποίησης του Δ. Π. Κρανιώτη. Γιατί, κατά  βάθος, η ποίησή του,  παρουσιάζει μια πυκνή  δομή, δηλαδή  είναι καλά  μαστορεμένη και συγκροτημένη, με τους δικούς της κανόνες, κώδικες και συμβολισμούς, γι’ αυτό  και χρειάζεται πολύς κόπος, κυρίως προπαίδεια και εξοικείωση μαζί της, εννοώ  από  την πλευρά  του αναγνώστη, για να την ερμηνεύσει σωστά,  αλλά και για να κατορθώσει να φθάσει στη βαθύτερη ουσία της. Για να το πω πιο απλά  και κατανοητά,  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη έχει τους δικούς της δρόμους και τα δικά της περάσματα, τα οποία οπωσδήποτε πρέπει ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης αν θέλει να φθάσει κοντά της, για να τη νιώσει και να την απολαύσει. Δίνω ένα ενδεικτικό  παράδειγμα τέτοιας ποίησης:
«Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας
Το αβέβαιο
Της θέλησης μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας»
(Υψικάμινος, Σελ. 18)

Δυστυχώς, μέσα από  το σύνολο των ποιημάτων που περιέχει η συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς» αναδύεται άφθονη θλίψη,  αλλά  και πόνος. Θλίψη και πόνος για ό,τι χάνεται και σβήνει από  τον πλανήτη μας,  και ειδικά  από  τον ελληνικό  γεωγραφικό  χώρο, χωρίς να καταβάλλονται οι απαιτούμενες προσπάθειες από  τις αρμόδιες αρχές  για να περισωθούν όλα αυτά  που αποτελούν  την ελληνική  Παράδοση και τα οποία σήμερα αφανίζουν αδιάκοπα οι μυλόπετρες του ανελέητου χρόνου. Και όταν λέω Παράδοση ασφαλώς και εννοώ  το σύνολο των αξιών,  που επέζησαν από γενιά  σε γενιά  και συνθέτουν το ζωντανό  πολιτισμό  ενός λαού. Ας δούμε πως δίνει αυτά τα αισθήματά του,  μέσα από  το ποίημα «Διατηρητέο χθες»:

«Το σπίτι μας ξάπλωσε
Με προσκέφαλο
Το δέντρο της αυλής
Ακουμπώντας
Το γαλάζιο του ουρανού
Να μετρά τις ανάσες
Που το έκτισαν
Ξάγρυπνο από φωνές
Που το γκρέμισαν
Στεγνό  από  δάκρυα
Που το σταύρωσαν
Χωρίς πόρτα πια
Με κλειστά  παράθυρα
Κι ένα μπαλκόνι
Που ξεχάστηκε στο χθες»
Σελ. 45

Ταυτόχρονα, ο Δ. Π.  Κρανιώτης, στιγματίζει, μάλιστα με παραδειγματικό  τρόπο, την αφθονία και την αλόγιστη κατανάλωση που γίνεται σήμερα σε όλους τους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό) της σύγχρονης ζωής,  αλλά παράλληλα, καυτηριάζει με την ποίησή του,  την αποξένωση και ασυνεννοησία που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο. Είναι συμπτώματα όλα αυτά  του επιφανειακού  τρόπου ζωής, που οδηγεί  τον άνθρωπο στην εσωτερική  ένδεια, τη ρηχότητα και την κοσμική μοναξιά. Γράφει στο ποίημα «Αλέκτωρ»:

«Φυλακισμένοι ισόβια
Στο κλεινόν άστυ
Εκεί  όπου η άρνηση
Ισοδυναμεί  με αφωνία
Και η βούληση
Με υποταγή»
Σελ. 50

Από  τα πυρά  του Δ. Π. Κρανιώτη, βέβαια, δεν ξεφεύγει και η ακατανόητη μανία του κόσμου για το πλαστικό και το ψεύτικο που έχουν επικρατήσει για τα καλά  και έχουν κατακλύσει τη ζωή μας, όπως αυτές οι αρνητικές τάσεις εκδηλώνονται π.χ. μέσα από  τη χρήση του πλαστικού  χρήματος ή από  τα ψεύτικα συναισθήματα με τα οποία διακατέχονται πολλοί  συνάνθρωποί μας. Περισσότερο,  όμως, στιγματίζει την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών, τη διασάλευση των προσωπικών σχέσεων, τον ευτελισμό  της φιλίας, τον μαρασμό της φιλοξενίας κ.ά. Στο ποίημα «Χωρίς  ΦΠΑ» θα γράψει:
«Μη μου τοκίζεις όνειρα
Εν είδει τοκογλύφου
Ανεξόφλητων ιδανικών
Κι ερώτων παρελθόντος»
Σελ. 51

Ενώ στο ποίημα «Όχι λοιπόν» θα σημειώσει:
«Εν δυνάμει ψέμα
Κάθε όρκος σου
Μ’  έσπρωξε
Στην άβυσσο της οργής»
Σελ. 56

Ο ποιητής  αφήνει ν’  αντιληφθούμε πως, όλα αυτά  που κρίνει και επικρίνει, ήθελε να τα έβλεπε από  την καθαρή  άποψή τους, μέσα από την αθώα ματιά του. Γιʼ αυτό  και τώρα εμμένει πεισματικά  στην παιδική  αθωότητα, που με κανένα τρόπο ή καμία δικαιολογία δεν επιτρέπει να του στερήσουν, εφόσον αυτή  τον επαναφέρει, έστω και νοερά, στις αληθινές διαστάσεις που έπρεπε να έχει ο σημερινός  κόσμος μας. Αρκετά ενδεικτικό  είναι το ποίημα «Αλφαβητάρι»:

«Έχασα το αλφαβητάρι
Της πρώτης δημοτικού
Και τώρα
Που ψάχνω απεγνωσμένα
Να δώσω στην Άννα
Ένα μήλο
Γέρασα από αναμνήσεις
Χωρίς  διακοπή
Για διαφημίσεις
Πίνοντας αναψυκτικό  light
Και κάνοντας like
Σε τετράστιχα ημερολογίου»
Σελ. 9

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που διαπερνάει τους περισσότερους στίχους του,  και μία λεπτή ειρωνεία, απότοκο και αυτή  φυσικά  όλων αυτών  των θλιβερών διαπιστώσεών του.
Ακόμη, δεν είναι τυχαίο που οι στίχοι του,  καταλήγουν να είναι, άλλοτε σκληροί  και τραχείς, γεμάτη αγανάκτηση και πικρία για την απανθρωπιά , που εισβάλλει από  παντού μέσα στον κοινωνικό  χώρο μας, και άλλοτε καταλήγουν να είναι τρυφεροί, γεμάτοι νοσταλγία και αγάπη για ό,τι πολύτιμο είχαμε χθες, αλλά  δυστυχώς,  σήμερα σβήνει και χάνεται, αργά  αλλά  σταθερά  από  τον κόσμο μας.
Η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη μπορεί να είναι μελαγχολική,  σίγουρα όμως δεν είναι απαισιόδοξη. Αντιθέτως, είναι μία ποίηση με πολύ αισιοδοξία μέσα της, με τον δημιουργό της, να εναποθέτει τις ελπίδες του, στην εξελικτική  πορεία και κυρίως στην πρόοδο του σύγχρονου κόσμου.

«Μια ζωή  αιτιατική
-Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών  που έρχονται-
Σε μια πέμπτη εποχή»
Σελ. 52

Ο Δ. Π. Κρανιώτης, όπως έχω διαπιστώσει, μέσα από  τα καινούργια ποιήματά του, παρουσιάζεται καλός  χειριστής της ελληνικής  γλώσσας, την οποία κατέχει σε όλες τις διαστάσεις της, παρόλο που δε διστάζει μερικές  φορές  να χρησιμοποιήσει ξένες και αμετάφραστες λέξεις μέσα στην ποίησή του. Η ενέργειά του,  αυτή  εκδηλώνει νομίζω την αταλάντευτη πίστη του, στην ανθεκτικότητα της ελληνικής  γλώσσας, που είναι ικανή  να εξουδετερώνει οποιονδήποτε κίνδυνο την απειλεί. Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση ξένων λέξεων, εξυπηρετεί  πιστεύω και τον απώτερο στόχο του, που είναι ασφαλώς η ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού. Και αυτός  ο στόχος επιτυγχάνεται, όπως είπα, άλλοτε με τη  θλίψη και άλλοτε με τη λεπτή ειρωνεία του. Στην εν λόγω συλλογή , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιήματα ποιητικής που υπάρχουν στις σελίδες της.
Ολοκληρώνοντας αυτή  την κριτική παρουσίασή μου,  θα πρόσθετα πως η νέα συλλογή του Δ. Π. Κρανιώτη είναι μία γερή κατάθεση στην τράπεζα της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας, εφόσον εντός της, μεταφέρει όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη γνήσια και αληθινή ποίηση.

*Η κριτική δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ποιείν»:http://www.poiein.gr/archives/39568/index.html

Jacques Prévert, Τα παιδιά που αγαπιούνται

Τα παιδιά που αγαπιούνται φιλιούνται όρθια
Με τις πλάτες στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Κι είναι μονάχα ο ίσκιος τους
Που τρέμει μες στη νύχτα
Προκαλώντας την οργή των περαστικών
Την οργή, την περιφρόνηση, τα γέλια και τον φθόνο τους
Τα παιδιά που αγαπιούνται δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Είν΄ αλλού πολύ πιο μακριά απ’ τη νύχτα
Πολύ πιο ψηλά απ΄ τη μέρα
Μες στο εκθαμβωτικό φως της πρώτης τους αγάπης

*Mετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com

Έλσα Κορνέτη, Δύο ποιήματα

Από μια κάποια διαστροφή της φύσης
αγαπώ τα μουσεία
τα σπίτια που απολίθωσαν τον χρόνο
τα κρεμασμένα παλτό
τα φορεμένα παπούτσια εποχής
τα πεθαμένα καπέλα
Μια κατάψυξη σώματος
όπου τα κύτταρα παγώνουν το αίμα
και το μυαλό κυλάει ανάποδα
Ιδανικός χώρος
‘Οταν δεν θέλεις να πας πουθενά
‘Οταν δεν μπορείς να πας πουθενά
Εγκλωβισμένος σε μια ψευδαίσθηση ακινησίας
κάθεσαι ασάλευτος
στον μοναδικό σταθμό του χρόνου
χωρίς να περιμένεις κανέναν
ούτε άνθρωπο
ούτε τρένο

***

Κάποτε τους αισθάνεσαι να σε κουβαλούν
να μυρμηγκιάζουν στην ράχη στον αυχένα σου
Χίλιοι μαυροφορεμενοι εαυτοί
κι ένας με άμφια λευκοντυμένος
αφού σε νάρκωσαν σ’ έδεσαν σφιχτά με κόκκινα καλώδια
σε περιφέρουν πάνω σε μια τάβλα με τροχούς
ξαπλωμένο ανάσκελα
σαν να ήσουν ζωντανό πτώμα

Δεν γνώριζα τίποτα για την αναπαραγωγή του εαυτού μου
ώσπου,
Ω, τι έκπληξη!
σας συνάντησα όλους μαζί
αντίγραφά μου κλώνοι εσείς
φίλοι, εραστές, θαυμαστές μου

*Από τη συλλογή “Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβρης 2013.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύναμη

Ξυπνάς πάλι μόνος και το βάρος στο στήθος είναι πάλι εδώ
βάρος αδιαμφισβήτητο, βάρος ασύλληπτο, βάρος πραγματικό
βάρος πιο αληθινό απ’ οτιδήποτε θα σε περιμένει και σήμερα εκεί έξω.

Άκου. Άκου τα λόγια μου. Απλά χρειαζόμαστε λίγη φαντασία, εντάξει;
Άκου τα λόγια μου.

Δεν έχεις ξυπνήσει μόνος.
Και το βάρος στο στήθος;
Είναι επειδή σε σφίγγει στην αγκαλιά της.

Τώρα σήκω.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα στην ιστοσελίδα του ποιητή (την οποία μπορείτε να περιηγηθείτε ασφαλώς για περισσότερα) στη διεύθυνση: http://www.alexantonopoulos.com

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Η όψη του σήμερα

Όταν τα χρόνια περνούν
κάποιοι γίνονται καλύτεροι
και κάποιοι όχι
οι πρώτοι είναι λιγότεροι
χωρίς αμφιβολία
οι εμπειρίες
τα τραύματα της ζωής
σκληραίνουν συνήθως την ψυχή
αντί να την μαλακώνουν
να την κάνουν πιο ανθρώπινη
το συναντάμε σχεδόν κάθε μέρα
για πολλούς μεγάλους ανθρώπους
που τους ξέρουμε από παλιά
να λέμε ¨πώς έγινε έτσι¨
άλλοι τους ρίχνουν ευθύνη
άλλοι τους δικαιολογούν
μα ένα είναι σίγουρο
έχουμε την ευθύνη της επιλογής
γι΄ αυτό που γινόμαστε.

***

Αν

Κοίτα
αν δεν ξεσηκωθείς
θα σου περάσουν ενώτια στ΄ αυτιά
σαν τα μοσχάρια
και θα χαμογελάς
καθώς θα το θεωρείς
προνόμιο μεγάλο

αν δεν ξεσηκωθείς
θα τρως ορισμένες μέρες
του μήνα
μεταλλαγμένα τρόφιμα
και θα ΄σαι ευτυχής
ακίνητος απ΄το φόβο του θανάτου
θα ζεις το θάνατο κάθε μέρα
οι επιθυμίες σου θα χάνονται
μόλις γεννηθούν

αν δεν ξεσηκωθείς
τον εαυτό σου θα ψάχνεις
μα δεν θα τον βρίσκεις πουθενά
θα ζεις χειρότερα απ΄τον σκλάβο
θα είσαι ένας αριθμός.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Ο Γιάννης, ο κύκλος, οι σωροί

Και σκέπαζαν τους τοίχους οι σωροί,
ζωντάνευαν, ξεφώνιζαν την αριθμητική
το απαιτούμενο ξεφώνιζε η ρίζα τους ρευστό-
και ψάχνανε τα μάτια να βρούνε μια σχισμή.

Έτσι ζούσε ο Γιάννης
σε κύκλο που ‘πηζε κι άφηνε νεκρά κενά στο νου,
κωφάλαλος στων ιδεών τη σκοτεινή βοή,
με τα συμβόλαια που αποσπούσε από πελάτες
ζούσε.

Στεκόταν συμπαγής στο κουστούμι που ‘ραψε
για τον εαυτό του, στεκόταν συγχρόνως κι ευγενής
για τις μέρες που ‘δωσα γάλα στο παιδί.
Έτσι ξεκούμπωσε για λίγο το σακάκι:
καθόταν στην άκρη με το δείχτη ιδρωμένο στο κρεβάτι,
σημάδευε στο κυπαρίσσι την κορφή.
ό,τι κατάπινε το αδίστακτο σκοτάδι.

Γύρω τριγύριζαν τα πιτσιρίκια
ζητούσαν στοργή και σημασία
πριν φύγω ένα σήκωσα αγκαλιά
το κοίταξα στα μάτια κι είπα:

τι ουρανός
βλέπω να ‘ρχεται Χριστέ μου
τι κεραυνοί θα κρύβονται
βαθιά στα χώματά του

*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΠΟΔΗ ΒΟΛΤΑ

Σε μια ανάποδη βόλτα είδα την ομορφιά
Είχα στα μάτια καρφιά και ένα νου βυθισμένο
Μου είπε δεν ξέρω αν θα σε περιμένω
Μου είπε γεμίσαμε πράγματα παλιά
Μου είπε, δεν ξέρω να κάνω αυτά που ζητάς.

ΤΟ ΠΙΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΟ ΧΑΔΙ

Το πιο ανεπαίσθητο χάδι
Μύρισε την ζωή μου
Μια συνηθισμένη μέρα
Μπήκε μέσα με κάθε δικαίωμα,
Ήθελα να το αγοράσω αλλά δεν μπορούσα
Με αγόρασε αυτό,
Του είπα ότι δεν θα ξαναπεράσω από εδώ
Μου είπε δεν πειράζει
Εγώ θα σε βρω
Του είπα δεν μπορώ να σε δω,
Μου είπε
Απομακρύνσου, και άλλο,
Μια μέρα,
Μια μέρα συνηθισμένη μου είπε αυτό,
Που όλοι μιλούσαν.

Francisco Fenoy, Oda al lute y a semejantes

No hay cielo, no hay estrella, no hay textura.
Lleno de vaho triste y tan sediento
como grito de tierra en un vacío,
sin esperanza y con mira en deseo.
Va urdiendo frente a todo arbitrio injusto,
con la rabia de un tigre a caldo seco.
En juego a vida o muerte, busca el pan
con las garras que clavan su veneno.
Su soledad se enciende de apetitos
e irrumpe, con acciones de sucesos:
de unas jornadas firmes en monedas,
de unas jornadas firmes en secretos.
La precaria vivencia la compone
con odio, donde ríe con el viento.
Latido de balada oculta en nubes
de vena aguda en hambre al aire expuesto.
Abandonado al curso de sus horas,
sin luna que le entone su enderezo.
Así “entre cicatrices amarillas”
se produce sombrío mi lamento.

ODA TO THE FIGHT AND TO SOMETHING

There is no sky, no star, no texture.
Full of sad mist and so thirsty
Like a cry of earth in a void,
Without hope and with a look of desire.
He is going against all unjust arbitrariness,
With the rage of a tiger to dry broth.
At stake to life or death, look for bread
With the claws that nail his poison.
Your loneliness turns on with appetites
And bursts, with events actions:
Of a few hard days in coins,
Of a few days of secrets.
The precarious experience composes it
With hatred, where he laughs with the wind.
Ballad beat hidden in clouds
From acute vein to starvation in the open air.
Abandoned in the course of his hours,
Without moon that intones its right to him.
Thus “between yellow scars”
There is sombre mourning.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΤΙ

Δεν υπάρχει ουρανός, κανένα αστέρι, καμία υφή.
Γεμάτος από μια θλιβερή ομίχλη και διψασμένος
Όπως μια κραυγή της γης μέσα σε ένα κενό,
Χωρίς ελπίδα και με μια ματιά επιθυμίας.
Πέρα από κάθε άδικη αυθαιρεσία,
Με την οργή μιας τίγρης πάνω από ένα ζεστό ζωμό.
Στο διακύβευμα ζωής ή θανάτου, ψάξτε για ψωμί
Με τα νύχια που καρφώνονται στο δηλητήριό του.
Η μοναξιά σου ξεκινάει με όρεξη
Και εκρήγνυται με δράσεις εκδηλώσεων:
Από μερικές σκληρές μέρες σε νομίσματα,
Από λίγες μέρες μυστικών.
Η επισφαλής εμπειρία το συνθέτει
Με μίσος, εκεί όπου γελάει με τον άνεμο.
Η μπαλάντα κρύβεται κρυμμένη στα σύννεφα
Από την οξεία φλέβα μέχρι την πείνα στον ανοιχτό αέρα.
Εγκαταλειμμένο κατά τη διάρκεια των ωρών του,
Χωρίς το φεγγάρι που σημαίνει αυτό το δικαίωμα σε αυτόν.
Έτσι, “ανάμεσα σε κίτρινες ουλές”
Υπάρχει πένθος σκιάς.