Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4

Jannis Poptrandov, ποιήματα

Και γι’ αυτό πληρώνω ακόμα τέλη τηλεόρασης

Ένα συνεργείο της κρατικής
τηλεόρασης κόβει βόλτες
στην πλαζ της λίμνης Βανζέε.

Τα μικρόφωνα προτεταμένα,
η κάμερα ανοιχτή.

Θα πηγαίνατε
στην Ελλάδα
για διακοπές;

Ποτέ των ποτών, λένε δεκαοχτώ
ημίγυμνοι λουόμενοι.
Δεν φτάνει που είναι
παλιοαπατεώνες και παράσιτα,
τους στηρίζουμε και οικονομικά
από πάνω. Όχι, ούτε να το σκέφτεστε.
Δεν θα πηγαίναμε ποτέ για διακοπές
στην Ελλάδα, εκτός κι αν ήταν τζάμπα
τα αεροπορικά, η διαμονή και
η διατροφή. Αυτό θα ήταν το δίκαιο.

Πέντε ξύνουν τ’ αρχίδια τους
και σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.

Δεκαεννέα λουόμενοι θα πήγαιναν
οποτεδήποτε στην Ελλάδα
για διακοπές. Σήμερα
περισσότερο από ποτέ. Δεν
θα πρέπει να συγχέουμε
τον απλό λαό, τους καθημερινούς
ανθρώπους, με τους άπληστους
τραπεζίτες και τους ανίκανους
πολιτικούς.

Το επόμενο βράδυ η Άνε Βιλ
παρουσιάζει στην εκπομπή της
ένα σύντομο βιντεάκι.

Ένα συνεργείο της κρατικής
τηλεόρασης κόβει βόλτες
στην πλαζ της λίμνης Βανζέε.

Τα μικρόφωνα προτεταμένα,
η κάμερα ανοιχτή.

Θα πηγαίνατε
στην Ελλάδα
για διακοπές;

Ποτέ των ποτών, λένε δεκαοχτώ
ημίγυμνοι λουόμενοι.
Δεν φτάνει που είναι
παλιοαπατεώνες και παράσιτα,
τους στηρίζουμε και οικονομικά
από πάνω. Όχι, ούτε να το σκέφτεστε.
Δεν θα πηγαίναμε ποτέ για διακοπές
στην Ελλάδα, εκτός κι αν ήταν τζάμπα
τα αεροπορικά, η διαμονή και
η διατροφή. Αυτό θα ήταν το δίκαιο.

Η Άνε Βιλ κοιτάζει
την ομήγυρη.

Ο Έλληνας καλεσμένος
κάτι τραυλίζει.

Ο ευρωσκεπτικιστής χαμογελά.

Ο υπέρμαχος του
αποκλεισμού όλων
των χωρών παράσιτων
απ’ την ευρωζώνη
απαιτεί την ένταξη
της Ελλάδας στη
βόρεια Αφρική.

Το κοινό χειροκροτά.

***

Στα χαρακώματα της καταγάλανης θάλασσας από μπετόν

Ο διοργανωτής της πρόσφατης
λογοτεχνικής βραδιάς μού έδωσε
τριάντα ευρώ, μπήκα λοιπόν στο μετρό
και για να ξοδέψω τα χρήματα άρχισα
να πηγαίνω πέρα δώθε και ύστερα ένιωσα
το στομάχι μου να γουργουρίζει
και κατέβηκα κάπου στο ενδιάμεσο
και τέσσερις ή πέντε γωνίες αργότερα
είδα την εξής πινακίδα:

Φαγητό σαν της μαμάς

Μπήκα στο μαγαζί και είδα μια
γκριζομάλλα με καταγάλανη ποδιά
να στέκεται μόνη της πίσω απ’ τον πάγκο
και παρήγγειλα μπιζελόσουπα.

«Σερβίρεται με χοιρινό κρέας», είπε αυτή.
Εγώ δεν είπα τίποτα και κείνη με κοίταξε
απ’ την κορυφή ως τα νύχια.
«Είστε Μωαμεθανός, έτσι δεν είναι;»
«Όχι», είπα εγώ.
«Θέλετε μεγάλη ή μικρή μερίδα;»
«Σήμερα έκανα αίτηση για τη γερμανική υπηκοότητα
είπα.
Κι αυτή είπε:
«Η μπιζελόσουπα μάς έχει τελειώσει».

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με ποιήματα του Γερμανού Jannis Poptrandov, με τίτλο “η Ευρώπη μυρίζει τελειότητα”, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Jannis Poptrandov δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 13. Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015) σε μετάφραση Jazra Khaleed (σελ 32-51).

Γιώργος Λίλλης, Βαβέλ

Η ερημωμένη πόλη κυοφορεί τα ακατέργαστα υλικά
του ναού του φωτός. Οι δύο φρουροί ποταμοί στενεύουν
και με τα γαλάζια τους άμφια εμποδίζουν τους εισβολείς.
Ποιος είναι όλος αυτός ο κόσμος που δεν σε αναγνωρίζει;
Που σε αναγκάζει να υποδυθείς τον προσκυνημένο;
Τα ανοιχτά παράθυρα φέρνουν στις όχθες σου
τη φωνή της αγαπημένης, εκείνης που κοιμήθηκε
με τον χείμαρρο και άντεξε, που στάθηκε όρθια απέναντι
στην υπερηφάνεια, κοιτώντας την κατάματα
που έσμιξε τη σιωπή της με τη νύχτα
και τη σκόρπισε πάνω στα λευκά σου σεντόνια.
Εδώ οι εξερευνητές των αόρατων χρωμάτων
η διάφανη ανάσα, το λουλούδι της σάρκας
τα γόνιμα σκαλοπάτια τ΄ ουρανού
ο χορός της γραφής στο τοίχο
όταν δεσμεύεται ανταποκρίσεις από το άγνωστο.
Να γίνεις αυτός που πάλεψε και βγήκε νικητής.
Που έπεσε και σηκώθηκε ξανά.

Η υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι στην τέχνη

Γράφει ο Μιχάλης Τζάνογλος

Ήταν λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 22 προς 23 Αυγούστου 1927, όταν οι αναρχικοί Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα στην πολιτειακή φυλακή του Charlestown. Η υπόθεση αυτή, μαζί με αυτή στο Σικάγο το 1886, την υπόθεση Ρόζενμπεργκ στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και μερικές ακόμα, έχει γραφτεί με τα μελανότερα χρώματα στην παγκόσμια αντιαναρχική και αντικομμουνιστική ιστορία. Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι ευαισθητοποίησε τα υγιέστερα και δυναμικότερα στοιχεία παγκοσμίως. Προοδευτικοί πολιτικοί, διανοούμενοι, σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές και αναρχικές οργανώσεις και, κυρίως, καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου συμμετείχαν σε ένα από τα πιο σημαντικά και μαζικά κινήματα συμπαράστασης πολιτικών κρατουμένων. Η υπόθεση αυτή χαράχθηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη σαν ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα κρατικής σκευωρίας και αυθαιρεσίας Είναι πάρα πολλά τα βιβλία, οι ταινίες, τα θεατρικά έργα και τα τραγούδια που γράφτηκαν για την υπόθεση. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή …

Η Υπόθεση

Ο Νικόλα Σάκο (γεν. 1891) ήταν τσαγκάρης και νυχτοφύλακας που καταγόταν από την Ιταλία, όπως άλλωστε και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι (γεν. 1888), ένας πλανόδιος ιχθυοπώλης. Και οι δύο είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική από το 1908 και ζούσαν στη Βοστώνη. Μερικά χρόνια πριν μεταναστεύσουν από την Ιταλία είχαν έρθει σε επαφή με τις αναρχικές ιδέες. Στην Αμερική ανήκαν στην ριζοσπαστική και μαχητική τάση που εκπροσωπούσε ο Luigi Galleani. Παρά την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές πολιτικές πεποιθήσεις, η γνωριμία τους είχε γίνει μόλις το 1917, στη διάρκεια μιας απεργίας.

Στα μέσα Απριλίου του 1920 πραγματοποιήθηκε ληστεία σε χρηματαποστολή που μετέφερε τη μισθοδοσία μιας βιομηχανίας παπουτσιών με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο άτομα, ο φύλακας της χρηματαποστολής και ο ταμίας της εταιρείας. Η αστυνομία κατηγόρησε αμέσως τους αναρχικούς και στις 5 Μαΐου 1920 συνέλαβε τους Σάκο και Βαντσέτι με το σκεπτικό ότι ήταν αναρχικοί και φίλοι των, επίσης αναρχικών, κύριων υπόπτων. Η ευκολότερη λύση για την αστυνομία ήταν να κατηγορηθούν για τη ληστεία και τις εκτελέσεις οι δυο συλληφθέντες, παρ’ όλο που δεν υπήρχαν ουσιαστικά στοιχεία ή μαρτυρίες. Σε μια δίκη παρωδία που κράτησε τέσσερις μήνες, οι Σάκο και Βαντσέτι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα.

Λίγες μέρες μετά την σύλληψή τους ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες να οργανωθεί ένα κίνημα συμπαράστασης. Στις προσπάθειες αυτές συμμετείχαν φίλοι, σύντροφοι και οι δικηγόροι των κατηγορούμενων. Μέσα σε ένα χρόνο το κίνημα αυτό είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις σε ολόκληρη την Αμερική, αλλά και σε πολλές ξένες χώρες. Κυβερνητικά κτίρια σε πολλές πολιτείες αλλά και σε αμερικανικές πρεσβείες στο εξωτερικό δέχτηκαν επιθέσεις. Παντού γινόντουσαν συγκεντρώσεις και (συχνά δυναμικές) διαδηλώσεις, ενώ η υπόθεση ήταν μόνιμο πρώτο θέμα στις εφημερίδες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αφίσες και στους δρόμους μοιράζονταν φυλλάδια και προκηρύξεις. Οι δικηγόροι των καταδικασμένων υπέβαλαν διαρκώς αιτήσεις είτε για επανάληψη της δίκης είτε για έφεση είτε για απονομή χάριτος. Διανοούμενοι από όλο τον κόσμο υπέγραφαν εκκλήσεις για την επανάληψη της δικής και την απελευθέρωση των δύο Ιταλών μεταναστών.

«Αριστερές» συνδικαλιστικές ενώσεις και κυρίως πολιτικά κόμματα, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον θόρυβο που είχε δημιουργηθεί, συγκαλύπτοντας επιμελώς την ξεκάθαρα αναρχική τοποθέτηση των δύο ανδρών και αναδεικνύοντας μόνο την εργατική τους ιδιότητα. Η κατάσταση ήταν τέτοια, που οι «αλληλέγγυοι» δεν μπορούσαν ούτε να αρνηθούν την όποια βοήθεια, αλλά ούτε και να προκαλέσουν ρήξεις στο εσωτερικό του κινήματος. Ακόμα και κυβερνήσεις, όπως αυτή της φασιστικής Ιταλίας έστειλαν εκκλήσεις προς τις αρχές των ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν ένα φιλολαϊκό και φιλεργατικό πρόσωπο.

Όλες οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Όταν το 1925 ο ποινικός Celestino Medeiros ομολόγησε την ενοχή του αθωώνοντας στην ουσία τους δύο αναρχικούς, ήταν σαν να μην το έκανε ποτέ. Τελικά οι Σάκο και Βαντσέτι οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα μαζί με τον Medeiros. Πρώτος εκτελέστηκε ο Medeiros και ακολούθησαν με τη σειρά ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

Μόλις έγινε γνωστή η εκτέλεση, ξεσηκώθηκε κύμα βίαιων επιθέσεων σε πρεσβείες, τράπεζες, εργοστάσια και κυβερνητικά κτίρια, αλλά και μαχητικών διαδηλώσεων σε όλο τον κόσμο – ΗΠΑ, Αργεντινή, Νότια Αφρική, Ιαπωνία, Γαλλία, Αγγλία, Ελβετία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελλάδα και αλλού. Δέκα χιλιάδες άτομα πέρασαν να αποτίσουν φόρο τιμής στους εκτελεσμένους και περίπου 200.000 παρακολούθησαν την νεκρώσιμη πομπή. Ο φόβος της εξουσίας ήταν τόσο μεγάλος που, σε συνεργασία με την βιομηχανία κινηματογράφου, συνέλεξε και κατέστρεψε όσο κινηματογραφικό υλικό μπόρεσε να βρεθεί.

Οι δυναμικές αντιδράσεις συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι το 1928, όταν σύντροφοι και φίλοι των Σάκο και Βαντσέτι προσπάθησαν να ανατινάξουν το τραίνο με το οποίο ταξίδευε για την Αργεντινή ο νέο-εκλεγμένος πρόεδρος Herbert Hoover. Τα σπίτια του δήμιου Robert Elliott και του δικαστή Webster Thayer που τους είχε καταδικάσει ανατινάχτηκαν. Ο δε δικαστής αναγκάστηκε να ζήσει μέχρι τον θάνατό του (1933) κλεισμένος στη λέσχη του κάτω από αστυνομική προστασία.

Ο απόηχος της υπόθεσης αυτής έφτασε μέχρι τις μέρες μας και το πιθανότερο θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμα. Η υπόθεση έχει χαραχθεί βαθιά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, κυρίως των ΗΠΑ, που την ανασύρει σε κάθε ευκαιρία.

Όπως ήταν λογικό, οι διανοούμενοι, οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες κάθε είδους δεν θα μπορούσαν να μείνουν αμέτοχοι. Πολλοί συμμετείχαν ενεργά στις ομάδες αλληλεγγύης και βρέθηκαν συχνά στο δρόμο και στο στόχαστρο της εξουσίας. Όσοι καλλιτέχνες από αυτούς έζησαν τις την ταραγμένη αυτή περίοδο αλλά και πολλοί άλλοι που την γνώρισαν αργότερα, προσπάθησαν να εξωτερικεύσουν μέσα από τη δουλειά τους όλα αυτά τα έντονα συναισθήματά.

Ακόμα και ο Αινστάιν διαμαρτυρήθηκε …

Οι Εικαστικές Τέχνες

Το 1937, ο Gutzon Borglum, ο γλύπτης που ήταν υπεύθυνος για τα λαξευμένα κεφάλια Αμερικανών «πατέρων του έθνους» στο όρος Ράσμορ, παρουσίασε ένα ανάγλυφο αφιέρωμα στους δυο αναρχικούς. Παρ’ όλες τις προσπάθειες στα δέκα, στα είκοσι και στα τριάντα χρόνια από την εκτέλεση, να του δοθεί άδεια προκειμένου να το τοποθετήσει σε κάποιο σημείο της πόλης, οι αρχές το αρνιόντουσαν πεισματικά. Τελικά το 1987, 50 χρόνια μετά την εκτέλεση, το ανάγλυφο τοποθετήθηκε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης.

Καλύτερη τύχη είχε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο ακτιβιστής εικαστικός Ben Shahn, όταν η σειρά των πινάκων του με τον γενικό τίτλο The passion of Sacco and Vanzetti, τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στο, νέο εκείνη την εποχή, Μουσείο Αμερικάνικης Τέχνης Whitney στη Νέα Υόρκη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Shahn ασχολήθηκε συχνά με την υπόθεση αυτή, δημιουργώντας πολλούς σχετικούς πίνακες και σχέδια. Το 1967, μια αναπαράσταση των πινάκων του μουσείου Whitney που επίσης είχε δημιουργήσει ο ίδιος καλλιτέχνης με την τεχνική του μωσαϊκού, τοποθετήθηκε στο πανεπιστήμιο Syracuse.

Αξίζει να αναφερθεί το πολύ όμορφο mural που βρίσκεται στη οδό Σκυλοσόφου στη Λάρισα και το οποίο δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 2019 από τους Λαρισσαίους εικαστικούς καλλιτέχνες Αστέριο Λάσκαρη, Χρήστο Λάσκαρη, Χρήστο Σαμαρά, Ελένη Σαρλή και Ζωή Ζηπέλα. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του, ήταν του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων μουσικής Ennio Morricone Ελλάδος με την βοήθεια του Δήμου Λάρισας και του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Η Λογοτεχνία

Από τις ημέρες τις δίκης ακόμα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως σε εφημερίδες, που αφορούσαν την υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι, όπως το λογοτεχνικό κείμενο του Malcolm Cowley, «Essays of a Crime», το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New Republic. Στη «επίσημη» λογοτεχνία, η υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι, πρωτοεμφανίστηκε το 1928, όταν δύο σπουδαίοι λογοτέχνες, ο Αμερικανός Upton Sinclair και ο Βρετανός H. G. Wells, έκαναν την υπόθεση βασικό θέμα στα μυθιστορήματα Boston και Mr. Blettsworthy on Rampole Island αντίστοιχα. Την επόμενη χρονιά, η συγγραφέας Jeannette Marks εξέδωσε το βιβλίο Thirteen Days, με θέμα τις τελευταίες ημέρες πριν την εκτέλεση.

Το 1936 κυκλοφόρησε άλλο ένα μυθιστόρημα με αναφορές στο θέμα. Ήταν το The Big Money, το οποίο αποτελούσε μέρος της τριλογίας USA του John Dos Passos. Η κομμουνίστρια Ruth McKenney, ενέταξε την υπόθεση στο μυθιστόρημά της Jake Home που έγραψε το 1943. Στο διήγημά του με τίτλο Bernard Clare που εκδόθηκε το 1947, ο συγγραφέας James T. Farrell, παρουσίασε την υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι σαν τη σπίθα που ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τον βασικό του ήρωα. Το 1953, ο συγγραφέας και σεναριογράφος Howard Fast, στο μυθιστόρημά του με τίτλο The Passion of Sacco and Vanzetti, περιέγραψε τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεση των δύο αναρχικών και τον αντίκτυπο που είχε αυτή στην κοινωνία.

Ακόμα και στις μέρες μας, η υπόθεση αυτή αποτελεί συχνά βασικό θέμα ή «χαλί» για πολλά λογοτεχνικά έργα ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό μόνο όσως έχουν την υπόθεση σαν βασικο θέμα και μόνο στις ΗΠΑ σε περισσότερα από 20 μυθιστορήματα.

Τα Κόμικς

Η κομμουνιστική εφημερίδα Daily Worker, δημοσίευσε την υπόθεση σε cartoon. Συγκεκριμένα, ήταν μια συλλογή αφηγηματικών ασπρόμαυρων σκίτσων γύρω από υπόθεση, διαφόρων σκιτσογράφων, που προέτρεπαν τους εργάτες να μη θρηνούν αλλά να αγωνίζονται.

The Daily Worker Cartoon Pages 1-8

The Daily Worker Cartoon Pages 9-16

Το 2011 κυκλοφόρησε το κόμικ The Lives of Sacco & Vanzetti του Rick Geary το οποίο μεταφράστηκε και στα Ελληνικά από τος εκδόσεις Χαραμάδα.

* Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ https://merlins.gr/index.php/blog/1258-sacco-vanzetti-arts?fbclid=IwAR3A10Y7r6-hs3-C1HwwFSTVZ_FWsf-lhGeJUAELCX8B3aywxe08e99BUa0

Ένας “καιόμενος”: Περιπλάνηση στην ποίηση του Νίκου Σφαμένου

Γράφει η Βάγια Κάλφα

κράτα τα καλά σου λόγια γι’ αλλού
γιατί εγώ καίγομαι

-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ ανοίξουν ποτέ- Γράφει σε ένα ποίημα που αφιερώνει στον αναγνώστη του ο Νίκος Σφαμένος και θεωρώ πως αυτοί οι στίχοι χαρακτηρίζουν την ποίηση και την ποιητική του. Ποίηση ολιγόστιχη, που αποστρέφεται τη φλυαρία, το στόμφο, τις ατσαλάκωτες λέξεις: καθόλου δεν ακκίζεται. Τον Νίκο Σφαμένο δεν τον νοιάζει να αρέσει, δεν τον ενδιαφέρει να φανεί. Το αποδεικνύει μέσα από τις λέξεις του –τίποτα σπάνιο, καμιά επιτήδευση- και μέσα από την αποχή του από τα εκδοτικά πράγματα, επιλογή που με συνέπεια ως τώρα τηρεί: όπως λέει αστειευόμενος, τα ποιήματά του τα βρίσκει κανείς από τις Εκδόσεις Φωτοτυπικόν.

Ο λόγος του συνδυάζει το χαμηλόφωνο των ροκ τραγουδιών που ντροπιάζει τους εύκολους, πιασάρικους ρυθμούς του εμπορίου με τη φλογερή αλήθεια των καταραμένων ποιητών, χωρίς να εγκλωβίζεται στον δικό τους τρόπο (στο ποίημά του «Ένας άνδρας» θυμάται τον Καρυωτάκη, τον Ουράνη, το Λαπαθιώτη, τη Γώγου και το γλύπτη Χαλεπά στον οποίο και αφιερώνει ένα ποίημα- σε αυτούς θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κι άλλους με τους οποίους ο Σφαμένος συνομιλεί, μεταξύ τους: τους Λειβαδίτη, Καρούζο, Αναγνωστάκη, Σαχούρη, Καβάφη, αλλά και με τους Μπουκόφσκι, Κέρουακ, Μπέκετ στα διαλογικά του μέρη). Είναι λόγος καίριος κι ευθύβολος, σύγχρονος και καθημερινός, προεξέχει μυτερός, σαν περιττός αριθμός, έξω απ’ τη στοίχιση. Πάνω απ’ όλα, είναι λόγος επικίνδυνος, καθότι κριτικός. Η ποίηση του Νίκου Σφαμένου δε διαβάζεται ανώδυνα: ενοχλεί και αυτή είναι η αρετή της.

Η κριτική του Σφαμένου στρέφεται στα σημεία των καιρών, συγκροτεί την κοινωνιολογία και τη φιλοσοφία του, η οποία συμπυκνώνεται στο επικούρειο λάθε βιώσας. Η ποίηση του, ωστόσο, επ’ ουδενί δεν είναι απόσυρση. Ο ίδιος συχνά επιχειρεί να δραπετεύσει από αυτήν, για να βγει στη ζωή. Ο κόσμος του Σφαμένου δεν είναι περίκλειστος στον εαυτό του. Είναι ένας κόσμος που ζητά να περιπλανήσει και να περιπλανηθεί, δεν διαφημίζεται, δεν φωνάζει, δεν παραπλανεί: νοσταλγεί με τον τρόπο που μία καρτ- ποστάλ ξέρει να κάνει στα ευαίσθητα δάχτυλα αναγνώστη παλιάς κοπής.

Στο ποίημα Νυχτερινό Δελτίο κάνει λόγο για την πρακτική των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που μόνο ενημέρωση δεν προσφέρουν πια, τη σαχλή ιεράρχηση των ειδήσεων, όπου ξανθιές τηλεπερσόνες και μοντέλα με τα νέα τους ταίρια μπερδεύονται με φερέλπιδες νέους ποιητές, νέα σκευάσματα αδυνατίσματος στοιβάζονται κρύβοντας βιασμούς και εγκλήματα. Κάπου ανάμεσα, το μείζον θέμα της ανεργίας.

Δεν αφήνει έξω από την κριτική του τη λογοτεχνική –και ειδικότερα, την εκδοτική- πραγματικότητα του κέντρου, η οποία απέχει από τη μοναχική, ρομαντική βίωσή της στην επαρχία. Στο ποίημά του Κάτι όμορφες νύχτες ο ποιητής παρακολουθεί τον συνωστισμό στην τηλεόραση των νέων συγγραφικών ταλέντων τα οποία σπρώχνονται για να φανούν και εκείνος, στην κάμαρά του, μπροστά στα χαρτιά του που δε θα δημοσιεύσει, λάτρης συνειδητοποιημένος και συνεπής της αφάνειας («εντελώς άγνωστος -και αυτό είναι καλό-» διαβάζουμε στο ποίημα Τότε…), στήνει τη δική του άγρια εκδίκηση:

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά

επιστρέφεις στη κάμαρα σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές

χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

Στο ποίημά του Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, από τα αρτιότερα αυτής της θεματικής (της ποίησης ως μοναχικής έκφρασης αντιστικτικά προς την αντι- ποίηση της προβολής και της εμπορευματοποίησης), μιλά για την αφόρητη δέσμευση του ονόματος και όσα αυτό συνεπάγεται: ο γνήσιος ποιητής, κατά τον Σφαμένο, απέχει από πομπώδεις παρουσιάσεις και μακρόσυρτα συμπόσια, δημόσιες σχέσεις με αυτούς που δεν εκτιμά, κολακευτικές κριτικές που ζητούν ανταπόδοση, αφήνοντάς σε στο τέλος κενό:

να βρείτε μια μεγάλη αίθουσα
-με τη κατάλληλη διακόσμηση ,έτσι;-
να ετοιμάσετε πολυσέλιδες ομιλίες
και οι ηχηρές αναγνώσεις να έρθουν μετά
φροντίστε οι προσκλήσεις να φτάσουν στην ώρα τους
-ονόματα που προκαλούν ρίγος-
τηλεοπτική κάλυψη φυσικά
μα ναι πιείτε αρκετό κρασί
και αρκετές ώρες μετά να γυρίσετε
σπίτια σας
και να έχετε έναν ευχάριστο ύπνο

Στο στόχαστρό του οι λογοτεχνικοί κύκλοι, αλλά και η ματαιοδοξία του σταρ- ποιητή που κυνηγά βραβεία κι εξώφυλλα. Στην πραγματικότητα, όπως γράφει στο ποίημά του Μυστήριος, πίσω από τους άπειρους θαυμαστές στο facebook, ο ποιητής είναι σπαρακτικά μόνος κι ακατανόητος.

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του
«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά
την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε
ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

Ο Νίκος Σφαμένος δέχεται την ποίηση με την απόλυτη επίγνωση της βαριάς ευθύνης που φέρει επάνω του ως ποιητής, που πάει να πει: την νιώθει συχνά σαν βάρος. Θα προτιμούσε να είχε απαλλαγεί από αυτήν, ενώ όπως γράφει και στο ποίημα «Δώσε μου», ευχαρίστως θα άφηνε την ποίηση και τα φανταστικά της ταξίδια, προκειμένου να ταξιδέψει, σαν ένας άλλος Ρεμπώ, πραγματικά, σε πρωτόγνωρα μέρη, να εκτοξευτεί σε ουράνια (η εκτόξευση από την ασφυκτική μονοτονία της συμβατικής καθημερινότητας επανέρχεται συχνά στα ποίηματά του), να αποκτήσει τη λευκότητα του γλάρου και την ελαφρότητα του φτερού, την πρωτόγονη περηφάνια του βουνού που αγνοεί τα επιτεύγματα του «πολιτισμού», την ορμή των κυμάτων που δεν εγκλωβίζονται σε γραμματοσειρές και λέξεις. Η ποίηση, όταν τη συγκρίνει με τη ζωή, αμφισβητείται και αυτό-υπονομεύεται: αποδεικνύεται λίγη.

Στο άτιτλο ποίημα από τη συλλογή Περιμένοντας χελιδόνια τον Δεκέμβρη ο ποιητής ζητά από την αγαπημένη του να τον συγχωρέσει για το έλλειμμα δύναμης, γαλήνης και χαράς του στην πραγματική ζωή και σαν αντίδωρο της προσφέρει τα ποιήματά του, τα οποία αν και για τον ίδιο βαραίνουν, αφού σε αυτά παίρνει την εκδίκησή του, για τους άλλους που περιμένουν πράγματα ορατά φαίνονται ίσως πενιχρά.

συγχώρεσέ με ποὺ
δὲν ὑπῆρξα
ἀμόνι φωτιὰ καὶ
λιακάδα
οὐράνιο τόξο
βροχὴ
κεραυνὸς
ἀγέρας
καὶ ποὺ μόνο
ἔγραψα ποιήματα

Η άρνηση της ποίησης δεν είναι πόζα ενός ποιητή που ζητά επαίνους και ενθάρρυνση. Η ποίηση βιώνεται οδυνηρά, με την ενοχή εκείνου που συνειδητοποιεί τη ματαιότητα και την εξάντληση, παρά τον προσωρινό εξαγνισμό, των λέξεων: Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις είναι ο τίτλος μίας συλλογής του. Στο ποίημά του Εκ βαθέων ο Σφαμένος παροτρύνει το φίλο του, ομοίως ποιητή που όμως είχε όνειρα αυτός να εκδοθεί και να αναγνωριστεί, (επομένως παροτρύνει και τον εαυτό του,) να αφήσει την ποίηση όσο είναι ακόμη νωρίς.

ε
παράτα τις λέξεις σου
όσο είναι καιρός
άκουσε με
άνοιξε τα κλειστά σου παράθυρα
βρες δροσιά
και ξέχνα τις λέξεις
ξέχνα τες
όσο είναι καιρός

Ο ίδιος νοσταλγεί τα κακά ποιήματα και τις ακόμη πιο κακές κριτικές: για εκείνον είναι απόδειξη της ανεξαρτησίας του, σημάδι πως ζει κάτι που τον υπερβαίνει του οποίου η αξία έγκειται ακριβώς στο ότι δεν μπορεί να κλειστεί σε μέτρα και σχήματα και να πιαστεί με λέξεις. Η γραφή για τον Σφαμένο σημαίνει τέλος: τέλος της ζωής, τέλος της αθωότητας και της ανένταχτης παιδικότητας. Απέναντι στα καλογραμμένα ποιήματα και την αναγνώριση των «ειδημόνων» ο Σφαμένος προκρίνει την ελευθερία, την οποία με γοητευτική αδιαλλαξία φυλά. Στο ποίημα «Σήμερα έλαβα άλλη μια κακή κριτική» ο ποιητής μετά από μία ακόμη απόρριψη κοιτάζει γύρω του την άνοιξη και αποφαίνεται:

ανοίγω το παράθυρο και τραγουδώ
ελεύθερος
όπως πάντα ήθελα

Την ίδια αξία στην ελευθερία αποδίδει και στο ποίημα Παιδί στον ήλιο, ο ποιητής, θυμίζοντάς μας την απλότητα και την ησυχία του Αυγούστου, αποδεικνύοντας πως αναγνωρίζει καλά αυτά που τελικά βαραίνουν. Το ποίημα θυμίζει πλάνο από ταινία του Αβδελιώδη: μεσημεριανή θερινή γαλήνη σε νησί, που την ταράζει ένα παιδί στο οποίο αιφνίδια αποκαλύφθηκε ο κόσμος.

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες
παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

Στο ποίημα Death, δημοσιευμένο στο 14ο τεύχος (Δεκεμβρίου- Φεβρουαρίου 2013) του περιοδικού Σοδειά επαναπροσδιορίζει τους όρους της ουσιαστικής κριτικής. Σε αντίθεση με την τελευταία, η φιλολογική κριτική, συχνά κοντόφθαλμη και προγονόπληκτη, φιμώνει την ελεύθερη έκφραση των νέων ποιητών. Έτσι, τα αληθινά ποιήματα, αυτά στα οποία διακυβεύεται η ψυχή του δημιουργού καταστρέφονται ή μένουν στο συρτάρι, αρνούνται να γίνουν κείμενα προκειμένου να μην ευτελιστούν, αφήνοντας στη θέση τους τα ανώδυνα κι ακαδημαϊκά γραπτά, αυτά, δηλαδή, που έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να αρέσουν.

πήρε εκείνα τα ζόρικα ποιήματα
τα έκαψε
και τα υπόλοιπα τα έριξε στο ποτάμι
φαντάστηκε κάποτε να τον αναλάμβαναν οι κριτικοί
«ευαίσθητος με λίγα όμως αναγνώσματα»
«μυστήριος, ποτέ δεν εμφανίστηκε»

ω ναι
μα τι άνθρωπος ήταν

δυο νέοι επέστρεφαν εκείνο το βράδυ
ο πιτσιρίκος αγκαλιάζοντας τη δικιά του
ψιθύρισε:
«Κοίτα, ευτυχώς δεν είμαστε τόσο μόνοι όσο αυτός»

Να κι ένας σωστός κριτικός
επιτέλους

Η άρνηση για συμμετοχή στα επίσημα λογοτεχνικά πράγματα δεν είναι ήττα του δημιουργού, δεν είναι αποτυχία. Για τον Σφαμένο τα πάντα κρίνονται στη ζωή: αυτό που μένει όταν κλείνουν τα φώτα κι αποσύρονται χειρονομίες και «μπράβο» μετράει. Αποτυχία του ανθρώπου είναι η μοναξιά και βαραίνει περισσότερο από την επιτυχία του δημιουργού.

Για το Νίκο Σφαμένο Επιτυχία, όπως τιτλοφορείται και το ομώνυμο ποίημά του, είναι κάτι εντελώς άλλο από την προβολή και τη δημόσια ανάγνωση, γιατί για τον ποιητή η ποίηση οφείλει να είναι προσωπική σωτηρία και ως τέτοια δεν έχει ενδιάμεσους. Το ακριβώς αντίθετο, συντελείται ιδιωτικά. Η ποίηση γίνεται συνάντηση πνιγμένων, χιλιοσκοτωμένων που αναγνωρίζονται από τα τραύματα και όχι από το «δούναι και λαβείν» επαίνων.

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης
δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους

και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου
και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε

μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

Σαρκαστικός και αιφνιδιαστικός, καθόλου δε θαμπώνεται από τις περγαμηνές, τις διακηρύξεις ευτυχίας και την οικονομική ευμάρεια του σύγχρονου ανθρώπου «του πνεύματος»: πίσω από όλα αυτά βλέπει ανθρώπους ρηχούς που ακολουθούν ό, τι υπαγορεύει το λάιφσταιλ. Στέκεται απέναντι σε όλους τους βολεμένους και τους θυμίζει τη βεβαιότητα του θανάτου που ούτε υποψιάζονται (βλ. το ποίημα Εσείς):

Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση

Το Νίκο Σφαμένο καίει η μοναξιά του ανθρώπου, μια μοναξιά που δεν καλλωπίζεται, όσες όμορφες λέξεις και να εφεύρει κανείς.

Διαπίστωση

όμως
τι παράξενο
να εκπέμπεις σινιάλα
κάθε βράδυ
και αυτά να εξατμίζονται
να χάνονται μονομιάς
μικρέ μου φίλε
θυμάσαι που μου χες πει χαρακτηριστικά
οι λέξεις τελικά αποδεικνύονται
μια κλανιά στο σκοτάδι;

μου πήρε σχεδόν τριάντα χρόνια να το καταλάβω

Πρόκειται για μία μοναξιά η οποία δεινοπαθεί καθηλωμένη, ενώ έξω γίνεται ο κακός χαμός.

έξω είναι οι πόλεμοι
υποθέτω όλο και πιο πολλοί
θα σκοτώνονται όσο περνά ο καιρός
στους δρόμους
στη δουλειά
στα σπίτια
στην τηλεόραση
ελάχιστοι δραπέτευσαν

πολύ λίγο ενδιαφέρον
πολύ λίγο κουράγιο
έξω οι βόμβες σκάνε
οι μέρες φεύγουν
κι εδώ δε συμβαίνει τίποτα

γράφει στο δεύτερο ποίημα της συλλογής του Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις. Στο ποίημά του «Νικημένος», δημοσιευμένο το Φεβρουάριο του 2013 στο ιστολόγιο Λογοτεχνικό Καφενείο επανέρχεται σε αυτή τη μοναξιά, η οποία πια δεν υποθέτει τον πόλεμο που γίνεται έξω: τον ζει. Ο ποιητής περιπλανιέται στο πάρκο, χωρίς θεό, χωρίς έρωτα, βλέπει την εξαθλίωση και ανακαλεί κάτι που στα αφτιά του ηχεί σαν προφητεία μοναξιάς.

στο πάρκο αυτό
σου μιλάνε για θεό
ρακένδυτοι σου ζητάνε κέρματα και
κρύβεσαι μη σε δουν
τα ερωτευμένα ζευγάρια

…Σεπτέμβρης
σβήνω το τσιγάρο μου
η λεωφόρος απέραντη
τα παλιά ρούχα και
η μυρωδιά απ το κρασί και
τα λόγια σου

Θα μείνεις πάντα μόνος.

Η ποίηση του Σφαμένου, ειρωνική και αυτό- υπονομευτική, ισορροπημένη ανάμεσα στη δωρικότητα και τον λυρισμό, με τις κάποιες εμμονές της (εμμονές που υπάρχουν σε κάθε ποιητή και αποδεικνύουν εκτός των άλλων την επίπονη προσπάθεια να αποδοθούν κατά το δυνατόν εναργέστερα μέσω των διαδοχικών καταγραφών και των επανεγγραφών τους), χαμηλόφωνη και επικίνδυνη, θέλει να παρηγορήσει -τον ίδιο πρωτίστως αλλά και τον αναγνώστη του με τα ίδια βιώματα- αλλά δεν παρηγορεί. Όχι από αστοχία. Είναι από ειλικρίνεια που δεν δίνει απαντήσεις. Ο Σφαμένος δεν αναζητά ούτε προσφέρει ψεύτικους εξαγνισμούς. Έχει επίγνωση της φλυαρίας της εποχής του, στην οποία, όπως γράφει και σε ένα άτιτλο ποίημα του από τη συλλογή Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις, κυριαρχούν οι νταήδες, οι γνωριμίες και η εικόνα. Και έτσι προχωρά. Σε πείσμα αυτών, αναζητώντας και κρατώντας δίπλα του μόνο αυτούς που «καίγονται» όπως αυτός.

Κλείνω τη σύντομη παρουσίαση του ως τώρα έργου του με ένα νέο, αδημοσίευτο ποίημα του. Του εύχομαι δύναμη.

Let love in

H πινακίδα
έξω απ το σπίτι της
έγραφε
… «let love in»
ξεκινήσαμε και
σ όλη τη διαδρομή
μου μιλούσε για
τον έρωτα
«είναι υπέροχο να αγαπάς και
να σ αγαπάνε
πιστεύω αυτό σου λείπει
αν κάποτε θα το χεις
ίσως όλα να πάνε καλά»
«ίσως»
απάντησα
«είναι όλα τόσο ωραία
γράψε για τις χαρές της ζωής
πλησιάζει και η άνοιξη!»
«θα προσπαθήσω»
της είπα

φτάσαμε μετά από ώρα
στον προορισμό μας
την αποχαιρέτησα
με αποχαιρέτησε

καλή κοπέλα
αλλά ποτέ δεν θα
ταιριάζαμε

εγώ ήμουν με αυτούς που
καιγόταν

Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010), Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Ίαμβος, Ένεκεν, Νέα Αριάδνη, καθώς επίσης και στο διαδίκτυο.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7/

Kai Pohl (Κάι Πολ), Ποιήματα

Egoshooting

To μουρμουρητό των χρήσιμων
ηλιθίων στην τράπεζα, στο δωμάτιο του
ξενοδοχείου’ οι αστικές νευρώσεις τους,
ο ισόβιος δονζουανισμός τους,
η πίστη τους στο τίποτα ως μέσο
αυτοβελτιστοποίησης. Ο φόνος είναι
για τους ανθρώπους ένα υπεράθλημα,
τους αρέσει να ξεκοιλιάζουν τους
ανταγωνιστές. Δημοσιονομική
εξυγίανση
ονομάζεται η πιο φτηνή
μορφή κυριαρχίας, το κυνηγητό που
παίζουν τα παιδιά λέγεται ανταγωνισμός,
η αειφορία είναι ένα κράμα του χρόνου που
απομένει και της επίθεσης των eurofighters.
Βάλτε τη βαλβίδα εξάτμισης στον κώλο σας,
αφήστε την ψωλή σας να επιμηκυνθεί
μέχρι το φεγγάρι, ανατινάξτε το μυαλό σας
με το Know Your Enemy. Δεν χρειάζομαι
τις διαφημίσεις ούτε τις ειδήσεις, ζωντανά
από το κυβερνητικό μέγαρο
. Δεν χρειάζομαι
κανένα κυβερνητικό μέγαρο. Δεν χρειάζεται
να δω το αίμα μου να χύνεται, για να βεβαιωθώ
ότι είμαι ζωντανός.

***

Παγκόσμιο πρότυπο

πάνω πάνω οι φυσικοί νόμοι
των ανθρώπων:
το κεφάλαιο & η ανάπτυξη
του κεφαλαίου μέσω
της εργασίας της εργασίας
της εργασίας

από κάτω:
η κυριαρχία
της δικαιοσύνης:
χρυσάφι χρήμα & λοιπά
περιουσιακά στοιχεία

από κάτω: η ελευθερία
ως προσαρμοστική συμπεριφορά

από κάτω: φετίχ
ή
η μαγεία της ύπαρξης:

γιατί δεν είναι απαραίτητα
ζωντανό ό,τι κινείται &
αυξάνεται & ό,τι
Αναπτύσσεται

αντιθέτως ό,τι ζει
κινείται
αναπτύσσεται &
Αυξάνεται

***

Θραύσμα

1.
Με παράτησαν σ’ αυτό εδώ το μέρος:
αφύλακτα σπίτια, πρόχειρα καταφύγια,
τα σύννεφα: επιφάνειες προβολής
για κακάσχημα δάχτυλα λέιζερ,

το μοναδικό πρόσταγμα: να τα βγάλω πέρα,
έρχομαι απ’ το τίποτα, οδεύω προς ένα άλλο τίποτα,
πολύ ιδιωτικά, σχεδόν αυτιστικά, φαουστικά,
γεμάτος προθέσεις πώλησης.

2.
Πετσοκομμένα σώματα στους τίτλους των εφημερίδων,
συμπυκνωμένα στο μεγάλο τοπίο’
το μείγμα νταντά και μπιτ
μας δίνει το πανκ.

Μεταλλικοί ήχοι θανάτου,
προς την τάφρο προχωρά η νύχτα,
μέσα της φυτρώνουν τα άνθη του Τρακλ.

Λαμπρό θα είναι το μέλλον,
like giant metal beast,
στους δρόμους της 17ης Ιουνίου… 1

Να θάβεις λουλούδια κάτω από λουλούδια,
το φως βουλιάζει στη βροχή και τη νύχτα’ μπροστά στην εσωτερική κόλαση
κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια.


Τίποτα, τίποτα.
Το μέλλον έχει φαγωθεί.
Η ρήξη με τη συνέχεια της κυριαρχίας
θα πρέπει να είναι ρήξη
με τη γλώσσα της.

1.Σ.τ.Μ. Στις 17 Ιουνίου 1953 πραγματοποιήθηκε στην Ανατολική Γερμανία μεγάλη εργατική εξέγερση την οποία κατέπνιξε ο σοβιετικός στρατός.

***

Ενώ διασχίζω τη γέφυρα

βγάζω το νόμισμα απ’ τη δεξιά
τσέπη του παλτού
το πετάω στο ρυάκι και
το βλέπω να βουλιάζει στον βυθό

στον βυθό του ρυακιού
που γνωρίζω όλη μου τη ζωή

τώρα όταν βάζω το δεξί
χέρι στην τσέπη του παλτού
ψηλαφώ
το κρύο καθάριο νερό

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με ποιήματα του Γερμανού ποιητή, με τίτλο “σφηνάκια πανικού, λεκέδες από πίσσα” που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Kai Pohl δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 9, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2013) σε μετάφραση Nadja Jazra Khaleed (σελ 32-46).

Ο Kai Pohl

Έφη Καλογεροπούλου, από το “Έρημος όπως έρωτας”

Νερά έτρεχαν
κύλησαν ανάποδα
σκόνταψε
στα ίδια του τα πόδια.

– Στα ίδια του τα πόδια, είπες;

Στη χώρα
που ευχές δεν υπάρχουν
μπορείς άνετα να καθίσεις
στους λεπτοδείχτες του ρολογιού σου
και να κουρδίσεις απευθείας
την ανάσα σου.

– Τι είπες;
Τι είπες;
Τι είπες;
Τι είπες;

Άνθρωποι από χιόνι.
Άνθρωποι από χιόνι.

Άνθρωποι από χαρτί.
Άνθρωποι από χαρτί.

Πριν από το τέλος
το τέλος με ρολογάκι μοιάζει
που αναπνέει δευτερόλεπτα.

– Τι είπες;
Δεν ακούω, δεν ακούω.

*”Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, Απρίλιος 2015.

Δημήτρης Καφετζής, Τύψεις

Φώτο: Susan Omand

Είναι κρεμασμένες σιωπές σε καθρέφτες.
Κεραίες που τρυπάνε ουρανούς και κάνουν ήλιους πληγές ματωμένες.
Είναι οι σκιές που καλύπτουν το κενό όλο και πιο βαθιά καθώς τις τυλίγει το φως.

Έρχονται και κάθονται σαν μαύρες πεταλούδες στον ώμο σου,
πλέκουν φιλιά του Ιούδα
και σου ψιθυρίζουν φόβους κι ανάγκες ανεκπλήρωτες.

Είναι οι σιγανοί, στρυφνοί τριγμοί της πόρτας, που οδηγούσε σε αυτά που σ’ έκαναν να μετανιώσεις.
Όχι,
όχι τόσο για κείνα -που άφησαν τους δείκτες του χρόνου να περάσουν
από πάνω τους- μα πιο πολύ για όσα δεν υπήρξαν ποτέ.
Είναι η αγχωμένη κραυγή σου, που πνίγεται μες στο υγρό σου μέτωπο
τα βράδια των κατακλυσμών.
Ηλεκτρισμένα καλώδια, που περνούν το μεταίχμιο του τώρα και
στέκονται μπροστά από κάθε επόμενη στιγμή.
Είναι τα μη και τα πρέπει, που σ’ ακολουθούν ακόμα κι αν ήταν
μόνο ένα αστείο.

Μπάσες συγχορδίες μι και λα μινόρε
παρέα στις φλέβες σου που πάλλονται βασανιστικά.

*Από τη συλλογή “Ροές”, εκδ, Ιωλκός, Μάιος 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Ο δρόμος του καθενός

Ο πόνος
είναι προσωπικό πρόβλημα
του καθενός
κι άμα δεν έχεις
πονέσει το ίδιο
δεν μπορείς να καταλάβεις
τον άλλο
παρά μόνο ξέρεις
να δίνεις συμβουλές
από την εικόνα
που σχημάτισες επιφανειακά
αυτό το κάνουν όλοι
φίλοι, συγγενείς
ψυχολόγοι
μα όλα αυτά δεν έχουν ουσία
μόνος ξεπερνάει κανείς
τα προβλήματα του
μόνος του υποφέρει
κι ύστερα σηκώνεται
και συνεχίζει
το δρόμο της ζωής.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης από Arno Rafael Minkkinen.