Δημήτρης Τρωαδίτης, όλα κυλούν

όλα κυλούν
ο χρόνος
τα δάκρυα
οι στάλες στο πλακόστρωτο
κάποιες ρανίδες ιδρώτα
στα πολυφορεμένα ρούχα

οι αναμνήσεις κυλούν κι αυτές
στο κουρασμένο κορμί μας
όμοιες με στιγμιότυπα
από μια ταινία
που την βλέπουμε συνεχώς

κι η τρέλα μας κυλάει
κυκλοφορεί αίτημα πάγιο
έι, προύχοντες
άντε στο διάολο

Στέλιος Ροΐδης, October

Χρώμα σε έντονο κόκκινο
Παραμονές της μοναξιάς
Το στόμα σου κλειστό και το όνομα
Που κρατάς μόνο για εσένα
αγάπη, πλεόνασμα παθών,
Και η πληρωμή σου, έργο
Τώρα νέο, κάτω από την μύτη
Των παραλυμένων από τη σκουριά
Αγαλμάτων.
Και ο πόνος σου τώρα αίσθημα
Αισθητική, και καινούργια ρουχα,
Και τίποτα μου παραπονιέσαι δεν περνάει
Από εδώ,
Στείλε μου τον άνθρωπο που
αγάπησα πίσω για μια στιγμή
και σου χαρίζω νύχτα, λες,
όλη του τη χάρη και τη χαρά
και την κουραση των καινούργιων
ψυχρών ανέμων που το στόμα μου
τώρα γεννά, και η νύχτα το κάνει
και ο Οκτώβρης χαρίζει στον
άνθρωπο, τη νέα σιωπή, να τα βγάλει
πέρα, και αν τα καταφέρει
τα λένε μετά, ξανά.

*Από τη συλλογή “Παλιά παπούτσια”, εκδ. Έψιλον, 2004.

Βασίλης Κουντζάκης, Τυφλότητα

Κουβαλώ το σκοτάδι
Τη σιδερένια πινακίδα
Τ’ ουρανού
Το χώρισμα των λόφων
Την τυχαία εναλλαγή
Επιγραφών

Θα σε αφήσω
Δε θα ταξιδέψω άλλο
Διαμέσου φωτός

Δε θα προσεγγίσω
Ως έντομο
Το άνθος
Ως άνεμος
Την πλαγιά
Και το δάσος

Θα συναντηθούμε ξανά
Σ’ έναν κόσμο
Δίχως όραση

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Leyla Josephine, νομίζω ήτανε κορίτσι

νομίζω ήτανε κορίτσι

όχι

ξέρω πως ήτανε κορίτσι και νομίζω πως θα μου ‘μοιαζε πολύ

γεμάτο πρόσωπο, μάτια καστανοπράσινα και καστανά μαλλιά τόσα πολλά που θα μπορούσα να τα φτιάξω όνειρα τη νύχτα

θα κόλλαγα αστεράκια στο ταβάνι της και θα της έλεγα πως ήτανε πυγολαμπίδες για να την προστατεύουνε απ’ το σκοτάδι

θα λέγαμε ιστορίες για τον παππού της

και θα ταΐζαμε κύκνους στα πάρκα

θα έμοιαζε ίσως και σε εσένα, με τα μεγάλα σου χέρια και πόδια

το ειρωνικό χαμόγελό και τα πάντα καινούργια σου αθλητικά παπούτσια

θα ήταν δυνατή, πιο δυνατή από όσο ήμουνα ποτέ

και θα της μάθαινα όσα μου έμαθε η μητέρα μου

και θα την πήγαινα σε όλα τα μουσεία και θα βλέπαμε τους σκελετούς απ’ τους δεινόσαυρους

και βλέποντάς τους θα σκεφτόμασταν όλα τα πράγματα που υπήρχανε προτού αυτή να γεννηθεί

θα μπορούσε να είχε γεννηθεί

θα έβρισκα έναν τοίχο για να μετράμε το ύψος της καθώς μεγάλωνε

θα ήμουν η καλύτερη μητέρα για να πάρει παράδειγμα

όμως θα στήριζα κάθε δικαίωμά της να επιλέξει

να επιλέξει τη ζωή που θέλει, το μονοπάτι της

θα πέθαινα για αυτό της το δικαίωμα, όπως κι εκείνη πέθανε για το δικό μου

συγγνώμη όμως ήρθες τη λάθος στιγμή

δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

έχω τόσο κουραστεί να συγκρατώ αυτές τις λέξεις.

ήμουνα έφηβη με ένα αγόρι που αγαπούσε ανάμεσα στα πόδια της που το ένιωθε απόμακρο

και το επίδομα ανεργίας δε σε προετοιμάζει ακριβώς για οικογένεια

είμαι μία στις τρεις, είμαι μία στις τρεις, είμαι μία στις τρεις,

έπρεπε να λαξεύσω αυτή την κερασιά

που ρίζωσε μέσα στο αίμα μου και άνθισε μες στο μυαλό μου

μια ευθύνη που δεν είχα την ενέργεια ή ηλικία να πάρω

κλαδιά που επισκίαζαν ολόκληρο τον κήπο

οι σκέψεις και η καρδιά μου να σκληρύνουν απ’ τον φλοιό

δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

είναι ένα κενό που το αισθάνεσαι γεμάτο, το μούδιασμα που το αισθάνεσαι βαρύ

σταμάτα να προσπαθείς να ταιριάξεις το πώς αισθάνεσαι με όσα διαβάζεις σε φυλλάδια αυτοβοήθειας

μπορώ να το αισθάνομαι όλο, μπορώ να το αισθάνομαι

είμαι γυναίκα πλέον, είμαι φτιαγμένη από ατσάλι,

κι αυτή δεν ήτανε ούτε κορίτσι ούτε αγόρι

όλα αυτά είναι μαλακίες που σου λένε για σε έχουνε εκτός βουλής, να σου χτυπάνε την άδεια μητρότητας

μη σε ακούσω να μου λες για φόνο

70.000 κάθε χρόνο, 70.000 κάθε χρόνο, 70.000 κάθε χρόνο

νεκρά

δηλαδή 192 κάθε μέρα

από κρεμάστρες, παυσίπονα, και επικίνδυνες εκτρώσεις από μη ειδικούς

μη σε ακούσω να μου λες για φόνο

εκτρώσεις παντού στον κόσμο σαν άσκηση για το σπίτι

ψάχνοντας για απαντήσεις στα δάση στις παλάμες μας, στα εξογκώματα στις κοιλιές μας, στους ψιθύρους στα αυτιά μας

μονάχα για να βρούμε ερωτηματικά.

οι γυναίκες αποκρύπτονται απ’ τα βιβλία ιστορίας

έτσι κι αλλιώς μιλάμε για ιστορία (history)

his story

λοιπόν αυτή είναι η herstory, ourstory, που να πάρει

αυτή είναι η ιστορία μου

και δε θα γραφτεί με μολύβι για να σβηστεί με ενοχές

θα γραφτεί με στυλό και θα ειπωθεί με θάρρος

θα την ακούσεις στο ραδιόφωνο καθώς πας στη δουλειά, θα τη μελετήσεις στο σχολείο,

θα μάθεις για αυτήν σε καφέ, σε σουπερμάρκετ δίπλα από αγγελίες για μαθήματα γιόγκα για μωράκια

γιατί δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

είμαι γυναίκα πλέον.

κανείς δε με δαμάζει

πιστεύω πως αυτός ο τερματισμός είναι μία μορφή δημιουργίας

δε θα πάει χαμένη

αυτό είναι το σώμα μου, αυτό είναι το σώμα μου, αυτό είναι το σώμα μου,

δε με ενδιαφέρουν οι ηλίθιες απόψεις σου

θα γίνω μάνα όταν το θέλω

*Μετάφραση: Sam Albatros

**Από το https://queerpoets.com/poems-about-abortion/?fbclid=IwAR0ysnCTLhhOMYjcv9jU6V86MWFN3S_4EimI-EGuoOPR2xnfrtyT0lMJ3q8

Μαρία Σερβάκη (1930-2015), Σαν πλάσμα των ονείρων μου

Σαν πλάσμα των ονείρων μου όταν ήρθε και
στάθηκε μπροστά μου ακόμα μια φορά
Αυτός ο
Διαπραγματευτής

Των υδάτων των πουλιών των θεών των ουρανών

Γύρισε πάλι κοντά μου η μητέρα μου η νύχτα, φώναξε

Το βλέμμα του μόλις που με κρατούσε στη ζωή

Ο θάνατος δεν είναι παρά ένα υπερβόρειο χαμόγελο
Είπε

Κι έγινε νύχτα

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδ. Εκάτη, 2013.

Paul Verlaine, Φθινοπωρινό τραγούδι

Μετάφραση: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Του φθινοπώρου οι μακρινοί,
οι ασταμάτητοι λυγμοί
καθώς ξεσπούνε
με μιαν ανία αβάσταχτη
την τρυφερή μου την καρδιά
έρχονται και χτυπούνε.

Κι όταν ο χρόνος ο πικρός
μέσα στη θλίψη μου κι αυτός
το διάβα του σημαίνει,
μες σε λυγμούς αναπολώ
την παιδική μου τη ζωή
την περασμένη.

Και με τ’ αγέρι που φυσά
και δώθε-κείθε με πηγαίνει
αθέλητα αναχωρώ,
σαν ένα κιτρινόφυλλο
που έπεσε και χάθηκε
για πάντα πια νεκρό.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Νυχτερινή επιπλοκή

Κι ο άλλος που έρχεται
Με μια μικρή ελεγεία στους κροτάφους
Τίποτα δεν γνωρίζει από δακτυλικό εξάμετρο
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες
Πριν φας εσύ τα νύχια
Σε προλαβαίνει ο τόρνος
Δέκα συν δέκα δάχτυλα με μαθηματική ακρίβεια
τα λειώνει ένα-ένα με το χαρτί πάνω στην πέτρα
Κι ουρλιάζει το φεγγάρι ως το σούρουπο
Σαν τη ληγμένη βοδινή κονσέρβα
Που την αδειάζουμε
Κι έπειτα τη χωνεύουμε βελάζοντας στιχάκια.

Μεθαύριο το φεγγάρι θα ‘ναι τσέρκι άτσαλα κομμένο
Όταν ο πόλεμος τελειώσει θ’ αρχίσει ο θερισμός
Τα μεροκάματά μας σε σιτάρι
Μπορεί και σε μάτια. Τελοσπάντων,
αυτή η αριθμητική μ’ έχει μπερδέψει

Ξεφλούδισέ με ολόκληρη

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Βόλια (απόσπασμα)


 
ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

– Κόρη μου, πῶς να τραυλίσω ἕναν χειμώνα δυάρι
μόνο χάπια·
μόνο μίσος κι αὐτό σπασμένο

Ὁ γέρος μοῦ σπάζει καρτέλα: δέν ξέρει πῶς

’δρωνει κρόταϕος ἡ μέρα στήν πρώτη παρα –
ϕορά

καί πιάνει τήν τρέλα ἀπό τόν σπόνδυλο

– Δέν εἶμαι ἄγγελος κι ἡ γλώσσα μου κρατάει σκοτάδια

Κάποτε γαβγίζω ψώρα ὡς τό κόκαλο τήν

ἐξουσία τῆς οὐρᾶς του

κι ἔξι-ὀκτώ παίζουμε νευρικά με τα ξυράϕια

τοῦ συστήματος

Δέν εἶναι πώς ξοδεύουμε ϕλέβα στίς δομές
Τήν Πέμπτη τρῶμε 500 μιλιγκράμ μέ τά
βραστά λαχανικά μας
Καί λέμε κίνδυνο αὐτό τό ζωντανό σκουλήκιΚι ὁ Βόλια κραύγασε στή
συνέλευση: «Ποτέ οἱ Ἕλληνες δέν ταυτίστηκαν μέ τό κράτος»
Καί στά Χαυτεῖα οἱ «δικοί τους» ἄσκησαν τήν κατασταλτική
ἱεραρχία ϕύλακα καί πολίτη σέ ἀριστεριστές,
ἀνένταχτους καί συμπαθοῦντες τοῦ κινήματος.
Τσάκισες μ’ αὐτή τήν ἱστορία.

Ανανίας Ραφτόπουλος, Ηλιοτρόπια

μόλις περάσει από μπροστά μας
η αμαξοστοιχία του πρώτου θέρους
θα δούμε τα ηλιοτρόπια
σ’ εκείνες τις πλαγιές
που σπείραμε τα παιδικά μας όνειρα

φύτρωσαν απ’ τις ρίζες μας
περνώντας τις ελπίδες μας στο μπόι
πιστά στο φως μέχρι να δώσουνε το σύνθημα
και βάψουνε τα πρόσωπα του ουρανού
στα χρώματα
ενός ανέμελου χορού της εφηβείας
όσα πυροτεχνήματα απομένουνε
στις γειτονιές του ορίζοντα μας
πριν σκύψουν το κεφάλι απ’ τη θλίψη
για τη φυγή μου πριν το τέλος του καλοκαιριού

ίσως να ξέρουν
πως όταν σβήσουνε τα χρώματα
και τυλιχθεί τριγύρω τους
το έναστρο ύφασμα της ξενιτιάς
και σαν περάσει η εποχή
του ανέμελου εφήβου
η θλίψη τους θα δώσει τους καρπούς
στους νεαρούς σε παραγωγική ηλικία
που περιμένουν στην ουρά
ενός υπερταμείου της ανεργίας
και μασουλάν αμήχανα
δυο κούτες πασατέμπο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://losinnuendos.com/2019/06/20/iliotropia/