Χρώμα σε έντονο κόκκινο
Παραμονές της μοναξιάς
Το στόμα σου κλειστό και το όνομα
Που κρατάς μόνο για εσένα
αγάπη, πλεόνασμα παθών,
Και η πληρωμή σου, έργο
Τώρα νέο, κάτω από την μύτη
Των παραλυμένων από τη σκουριά
Αγαλμάτων.
Και ο πόνος σου τώρα αίσθημα
Αισθητική, και καινούργια ρουχα,
Και τίποτα μου παραπονιέσαι δεν περνάει
Από εδώ,
Στείλε μου τον άνθρωπο που
αγάπησα πίσω για μια στιγμή
και σου χαρίζω νύχτα, λες,
όλη του τη χάρη και τη χαρά
και την κουραση των καινούργιων
ψυχρών ανέμων που το στόμα μου
τώρα γεννά, και η νύχτα το κάνει
και ο Οκτώβρης χαρίζει στον
άνθρωπο, τη νέα σιωπή, να τα βγάλει
πέρα, και αν τα καταφέρει
τα λένε μετά, ξανά.
*Από τη συλλογή “Παλιά παπούτσια”, εκδ. Έψιλον, 2004.
Κι ο άλλος που έρχεται
Με μια μικρή ελεγεία στους κροτάφους
Τίποτα δεν γνωρίζει από δακτυλικό εξάμετρο
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες
Πριν φας εσύ τα νύχια
Σε προλαβαίνει ο τόρνος
Δέκα συν δέκα δάχτυλα με μαθηματική ακρίβεια
τα λειώνει ένα-ένα με το χαρτί πάνω στην πέτρα
Κι ουρλιάζει το φεγγάρι ως το σούρουπο
Σαν τη ληγμένη βοδινή κονσέρβα
Που την αδειάζουμε
Κι έπειτα τη χωνεύουμε βελάζοντας στιχάκια.
Μεθαύριο το φεγγάρι θα ‘ναι τσέρκι άτσαλα κομμένο
Όταν ο πόλεμος τελειώσει θ’ αρχίσει ο θερισμός
Τα μεροκάματά μας σε σιτάρι
Μπορεί και σε μάτια. Τελοσπάντων,
αυτή η αριθμητική μ’ έχει μπερδέψει
Ξεφλούδισέ με ολόκληρη
*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.
Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.
Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.
Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.
Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.
Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.
Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.
Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.
μόλις περάσει από μπροστά μας
η αμαξοστοιχία του πρώτου θέρους
θα δούμε τα ηλιοτρόπια
σ’ εκείνες τις πλαγιές
που σπείραμε τα παιδικά μας όνειρα
φύτρωσαν απ’ τις ρίζες μας
περνώντας τις ελπίδες μας στο μπόι
πιστά στο φως μέχρι να δώσουνε το σύνθημα
και βάψουνε τα πρόσωπα του ουρανού
στα χρώματα
ενός ανέμελου χορού της εφηβείας
όσα πυροτεχνήματα απομένουνε
στις γειτονιές του ορίζοντα μας
πριν σκύψουν το κεφάλι απ’ τη θλίψη
για τη φυγή μου πριν το τέλος του καλοκαιριού
ίσως να ξέρουν
πως όταν σβήσουνε τα χρώματα
και τυλιχθεί τριγύρω τους
το έναστρο ύφασμα της ξενιτιάς
και σαν περάσει η εποχή
του ανέμελου εφήβου
η θλίψη τους θα δώσει τους καρπούς
στους νεαρούς σε παραγωγική ηλικία
που περιμένουν στην ουρά
ενός υπερταμείου της ανεργίας
και μασουλάν αμήχανα
δυο κούτες πασατέμπο