Federico Garcia Lorca, Η αυγή

Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει

τέσσερις κίονες από λάσπη

κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια

που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.

Η αυγή ης Νέας Υόρκης όλο θρηνεί

μες στις απέραντες σκάλες
ανα
ζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια

νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.

Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του

γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.

Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη

τρυπούνε και καταβροχθίζουv τα εγκαταλειμμένα παιδιά.

Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους

πως δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν

ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών

προς τα’ άτεχνα παιχνίδια; προς τους άκαρπους ιδρώτες.

Σαβανωμένο είναι το φως ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους

στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.

Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια

σα να γλίτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης>

**Περιλαμβάνονται στην δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και ισπανικά) «Federico Garcia Lorca Ποιήματα» των εκδόσεων Κοροντζή (Αθήνα 2007) με σχέδια των Alex Morales και Χριστίνας Κοροντζή.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Η μικρή ιστορία τού Στηβ & τού Μπάντυ

Με ύφος Δον Ζουάν στα πενήντα και βάλε
Λίγο πριν τη μεγάλη κατηφόρα
Έλεγε και ξανάλεγε
Πως τόσα κερδισμένα χρόνια
Η μόνη σημαία που ανέμιζε για εκείνον
Και μετρούσε
Δεν ήταν άλλη
Από τα ρούχα που έβγαζε
Η κάθε μεθυσμένη στο κρεβάτι του•
Ίσως να σήκωσε λάβαρα αρκετά
Αν και οι αριθμοί μοιάζουν καμιά φορά
Σαν κατορθώματα ηρώων σε μυθικές ανδραγαθίες•
Πάει καιρός
Που βρήκαν τον Στηβ σ’ ένα δωμάτιο
Φίσκα στα άδεια μπουκάλια από ποτά
Και στ’ αποτσίγαρα
Με το τελευταίο του γέλιο
Στραβωμένο στο πρόσωπο
Κι ένα Κάμελ ανάμεσα στα δάχτυλά του•
Έπινε vodka-tonic
Και ήξερε να φωνάζει δυνατά θυμάμαι
Τη σταθερή προσήλωση στον Cummings
Το κόλλημα τού αναγνώστη που δεν μπόρεσε
Να γίνει “poet laureate”
Και γύρω άλλοι θαμώνες να χασκογελούν
Ή να θυμώνουν με τις μεγαλοστομίες του
” her lips drink water
but her heart drinks wine
…we never we know
(so kiss me) shy sweet eagerly my…” •
Αργότερα έμαθα από ξένες γλώσσες
Ότι ο Μπάντυ ακολούθησε τη σορό τού Στηβ
Γαβγίζοντας θλιβερά πίσω απ’ τή νεκροφόρα
Μέχρι εκεί όπου λέμε πως είναι
Η στερνή κατοικία των ανθρώπων
Και ύστερα χάθηκε για πάντα• κανείς
Δεν ξαναρώτησε τί απέγιναν
Και αν πρόλαβαν -ποιος ξέρει-
Σ’ αυτή τη σύντομη ζωή να βρουν γαλήνη

(όπως
βρίσκουμε
ένα
σύννεφο
πέρα
μακριά
στην
άκρη
των αισθήσεων

ή

ένα
πουλί
που
κράζει
μέσα
στο μπαμπάκι
του • ) έτσι λοιπόν
Τερμάτισε ο καιρός τους
Σαν τον θλιμμένο βάτραχο τού καλαμιώνα
Στο στόμα ενός νερόφιδου•

Richard M. Berlin, Απολογία

Σ’ ένα ύψωμα μιας βόρειας ακτής
απαγγέλω τα ποιήματά μου

στον Πατέρα Πωλ και στον Γουίλιαμ1.
Ένα θαλασσοπούλι κόβει ταχύτητα
πετώντας πάνω από μια στεριά

γεμάτη με μαύρους γρανιτένιους βράχους
σαν τα δόντια του πεθαμένου.
Τα ’χω χαμένα σ’ αυτήν τη χειμωνιάτικη θάλασσα,
τα κόκαλά μου πονάνε στην παγωνιά

όλων των πεθαμένων και ετοιμοθάνατων.

Έχω αντέξει τον προηγούμενο πνιγηρό χρόνο:
τους πλαστικούς σωλήνες του Γουίλιαμ2
να κυματίζουν σαν φύκια, τον ηλεκτρισμό
να καίει τα πόδια του Πατέρα Πωλ3,

το λεπτό χαμόγελό του και το σαν αδράχτι
χέρι του να τρέμει στην προσφορά
μιας σοκολάτας με χρυσαφένιο περιτύλιγμα.

O μακρινός πατέρας μου ταξιδεύει κάπου εδώ,

κι αυτός, πεθαίνοντας πάντα

στο Piscataway του New Jersey.

Ο Γουίλιαμ ζωγραφίζει τώρα σε μια πιο ζεστή ακτή
πιστεύοντας ότι θεραπεύτηκε.

Ο Πατέρας Πωλ θα πεθάνει στον ύπνο του,

και εγώ θα κλάψω με την ενοχή του επιβιώσαντος,
απολογούμενος που έκλεψα τον πόνο τους

για να φτιάξω τα ποιήματά μου,

ντροπιασμένος που ακόμα συνεχίζω να επιζώ

σαν το ναύτη που χτυπιέται για να πιαστεί

από τα συντρίμμια ενός ναυαγίου

καθώς καταπίνει τον ωκεανό

μαζί με τα δάκρυά του,

η σειρήνα μιας σημαδούρας

που θρηνεί κάπου μακριά
είναι ο μόνος ήχος που ακούει.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”. Επιμέλεια-Μετάφραση- Επίμετρο: Μίλτος Αρβανιτάκης. Θεσσαλονίκη 2008.

1.To ποίημα: ‘‘Απολογία’’ βρίσκεται στην πρώτη συλλογή του ποιητή: ‘’Πώς ο J.F.K. σκότωσε τον πατέρα μου’’ και ακολουθεί στα περιεχόμενα της συλλογής το ποίημα: ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2. William’’. Σο ποίημα έχει δημοσιευτεί μεταφρασμένο στην αγγλόφωνη βραβευθείσα συλλογή το 2016, ‘‘Εργαστήριο ανατομικής’’, πρώτη έκδοση ΕΝΕΚΕΝ, 2015, επανέκδοση, 2016.
2.Στο ποίημα ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2.William’’, δύο νοσούντες από AIDS ασθενείς αντιμετωπίζουν την ανίατη νόσο με την ψυχολογική βοήθεια του θεράποντος ψυχιάτρου τους που είναι και ο ποιητής των ποιημάτων. Αμέσως μετά ακολουθεί το ποίημα με τίτλο: ‘‘Απολογία’’ περιγράφονται τα ενοχικά συναισθήματα τού γιατρού τους σχετικά με τους ασθενείς του που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ανίατης νόσου επειδή θεωρεί ότι εκμεταλλεύτηκε τον πόνο τους συναισθηματικά για να δημιουργήσει τα ποιήματά του.
2.Ιατρικοί σωλήνες που συνδέουν ορούς ή ιατρικά μηχανήματα με το σώμα του ασθενούς.
3.Η αίσθηση του καψίματος σαν ‘‘χτύπημα’’ από ηλεκτρισμό που νιώθει ο Πατέρας Πωλ, οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια λόγω της προσβολής των αισθητικών περιφερικών νεύρων του από τον ιό του AIDS.

Τάσος Δενέγρης, Το προμήνυμα

Αλληγορίες μού ’ρχονται στο μυαλό
Σαν το λαμπάδιασμα το ξαφνικό
Στον ουρανό του Χιούστον
Λυσσομανούσε η θύελλα
Γεράκι που ζυγίζεται
Στον στόχο του να πέσει.

Το αεροσκάφος έτριζε
Νόμιζες πως θα σπάσει
Ο άνθρωπος γονάτισε
Κι αυτός κι η μηχανή του
Στην προαιώνια θύελλα
Στ’ αφεντικά στοιχεία.

Και ξαφνικά χαιρόμουνα
Για το κατάντημά τους
Λες και δεν ήμουν από αύτούς
Λες κι η ταπείνωσή τους
Δικός μου ήταν θρίαμβος.

Κι άλλα πολλά στην αστραπή
Είδα που δεν ξεχνιούνται
Και που δεν είχαν σύνδεση
Με τις μιζέριες της ζωής
Τις κούφιες προσδοκίες.

Είδα λοιπόν τον άνεμο
Σε παντοδυναμία
Κι άλογα που χανόντουσαν
Μόλις δημιουργούσες
Το είδωλο στό μάτι σου
Τα νέφη παίρναν σχήματα
Στοιχειών αλληγορίες.

Μάρτιος θαρρώ πως ήτανε
Το μήνυμα μού εδόθη
Μπορούσα την εικόνα του 

Στη μνήμη μου να φέρω
Να ζωντανέψει στη στιγμή
Το φάσμα της ελπίδας
Και να νικήσω τους καιρούς
Ν’ αντέξω τα σκοτάδια.

Κι όδμως εγώ το ξέχασα
Κι ο πανικός του πλήθους
Ήτανε τώρα επάνω μου
Κλεισμένο με είχαν τα βουνά
Κι ο δρόμος μου εχάθη
Μέσα στους ξένους οιωνούς
Στις κούφιες προσδοκίες.

3 Απριλίου 1974
*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”.

Λίνα Βαταντζή, Τελετουργία της Συμφωνίας

Artwork: Sarah Javier Jimenez‎

Στον πυρήνα σου καταδύομαι

με σμίλη μολυβένια

ελευθερώνω την κρήνη

να ξεχυθεί νερό
και μια ακτίνα λάμπει

σε όλα τα γράμματα που σφράγισες

ξεπηδούν

κύματα αυγής

ρότες σε σώμα ερωτικό.


Τα χνάρι ακολουθώ

για το κάστρο που υποσχέθηκες.

Έχεις προσέξει
πόσο τρυφερά λάμπουν τα μάτια
όταν αγκαλιάζονται στον κήπο μας;

Κατόπιν, γεμίζω τη χούφτα σου 

φιλιά

να πλημμυρίσει μελωδίες ο αέρας

είναι ιερή η στιγμή

καθώς ο ήλιος 

θερμαίνει τον κενό χώρο

ανάμεσά μας.

Έχεις προσέξει

πόσο ευαίσθητα κινούνται τα δάχτυλα

όταν γράφουν τα ποιήματά μας;

Αναδύομαι μέσα από φωτόνια

στην επιφάνεια που χάραξες

όταν χρώμα αυγής

ξεπροβάλλει από τη θάλασσα
είμαστε λουσμένοι με
αρώματα βουνού
βαπτισμένοι σε ποτάμια
δακρύων
κάθαρσης.

Έχεις προσέξει
πόσο γλυκός ακούγεται ο ήχος
όταν συγκλίνουν τα βήματά μας;

Βήματα –
Ποιήματα –
ο πυρήνας της συμφωνίας μας.

Λουκάς Αξελός, Μπορεί να είχαν μεταμφιεστεί

ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΣΑΙ στο σκοτάδι.
Αυτό που χάθηκε δεν ξαναγυρίζει.
Τα λόγια που πίστεψες μπορεί
να είχαν μεταμφιεστεί.
Οι έλατοι [δεν] είναι χάλκινοι
την αυγή.

Έτσι, απλώς, τους είδε ο φτωχός Μπ. Μπ.,
όπως — άλλωστε — και εσύ
με τα μάτια της νιότης.

Από τότε πέρασε πολύς καιρός,
το δύο έγινε ένα
και μόνη σου πίκρα
είναι ο χαμένος χρόνος.

Ν. Μάκρη, Ιανουάριος 1991

*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, εκδ. Στοχαστής, 2000.

Miroslav Holub, The Door

Go and open the door.
Maybe outside there’s
a tree, or a wood,
a garden,
or a magic city.

Go and open the door.
Maybe a dog’s rummaging.
Maybe you’ll see a face,
or an eye,
or the picture
of a picture.

Go and open the door.
If there’s a fog
it will clear.

Go and open the door.
Even if there’s only
the darkness ticking,
even if there’s only
the hollow wind,
even if
nothing
is there,
go and open the door.
At least
there’ll be
a draught.

Η πόρτα

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως εκεί έξω υπάρχει
ένα δέντρο ή ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια μαγική πόλη.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως υπάρχει το ανασκάλεμα ενός σκύλου.
Ίσως θα δεις ένα πρόσωπο,
ή ένα μάτι,
ή την όψη
μιας εικόνας.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Αν υπάρχει ομίχλη
θα καθαρίσει.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ακόμα κι αν υπάρχει μόνο
το σκοτάδι ηχώντας,
ακόμη και αν υπάρχει μόνο
ο κούφιος άνεμος,
ακόμα κι αν
τίποτα
δεν υπάρχει εκεί,
πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Τουλάχιστον
θα υπάρχει
μια έλξη.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλέξης Αντωνόπουλος, O λυγμός του Squonk

Αν μπορούσατε να δείτε πόσο όμορφος είμαι
κάποιες φορές όταν είμαι μόνος

πόσο ψηλός γίνομαι
πόσο δυνατός
πόσο αληθινά μεγαλειώδης.

Γίνομαι πανέμορφος κάποιες φορές
σάς τ’ ορκίζομαι.

Αρκεί
εσείς
να μη με κοιτάτε.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Γιάννης Καρατζόγλου, από τη συλλογή «Δ.Ξ.Θ.»

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κυμά- όσο για σήμερα
το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας
τα κλισέ της διαδικασίας, οι ανώνυμες πληροφορίες δια το ποιόν των,
από τι ο καθείς εμφορείτο, πως θα ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας
πολιτισμού,
σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε
με τη Μαιρούλα,
έπειτα δημοσιογραφικές συνήθειες κι η αγόρευση του συνηγόρου
κι η θαρραλέα απολογία, συνήθειες τα σχόλια ωραία μωρέ
τους τάπαν…
Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί
το Κορωπί, την Αίγινα, τον Κορυδαλλό δυνάμει του δελταξιθήτα
ψηφίσματος
όταν εμείς πουλούσαμε, γελάγαμε, κάναμε βόλτα στην παραλία
πειράζαμε κορίτσια
βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει
ότι προέχει η έννομος τάξις και όχι αι αναμοχλεύσεις των παθών,
βγάζαμε δόντια, τρώγαμε σουβλάκια, αγοράζαμε προικιά
σεντόνια- μαξιλάρια,
ήταν μακριά από μας το διξιθήτα, αν και γνωρίζαμε καλά
πως μεταφράζονταν η υποχρέωσις πατάξεως των ολίγων αρνητών
του θαύματος
που αποτελεί το σύγχονό μας κράτος….
Τώρα, τι μας είρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί -πρωί
στο μαγαζί μας,
ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι
απόψε,
ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις- αραιά και που,
και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη-
τί τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που
υποδυθήκαμε
όλα αυτά τα χρόνια, κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοί
είμαστε
εγώ ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,
μικροί ασήμαντοι, χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης
τραγωδίας.

*Από το συλλογικό «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Εμείς το πήραμε από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2019/08/03/poihtes-thess/

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Καντίνα

1.

Κάθε πρωί
το ίδιο λατομείο
βαθειά την ευτυχία σκάβοντας
ν’ αναληφθεί η λάσπη

2.

Πιες
ακόμα
λίγο κρασί
να κατεβεί ο δράκος

3.

Νύχτα ο ευκάλυπτος αναρρώνει
από την χρόνια εμμονή σου
για μεταφυσική

4.

Στο στέκι αυτό μας ξόδεψαν οι Κυριακές
ψιλά εμείς στην τσέπη του χρόνου

5.

Βάζει παγάκια στο κρασί
σαν κάποιο απόκρυφο συμβιβασμό
να μοντερνίζει

6.

Οι φαντάροι κάνουν γόπινγκ
κι οι μοναχοί ενθυμείν

7.

«Μετά την ανηφόρα, αριστερά»
πάντα να λες στους οδηγούς
σαν σε ρωτούν στο δρόμο

8.

Νυν και αεί ναυαγοί
εις τους αιώνες των ημιόνων

9.

Στα όρθια πίνεις το κρασί
στο γόνατο τον χρόνο
απελπίσου μποέμικη ψυχή
απελπίσου

10.

Πιότερο επιθυμώ να πιω παρά να πω
και μες στην μπύρα πάλι, ξεκουράζομαι απ’ το ουίσκι

11.

Κρίμα και κύμα του καημού
παρηγοριά δε βρήκαμε
από τις παρηχήσεις