Μισώ τους γρίφους,
μα πιο πολύ εκείνους
που τους χαίρονται.
Αυτοί που τους χαίρονται
είναι όσοι τους λύνουν;
Μια φυσαλίδα
κλεισμένη στο αλφάδι
σαν ανάμνηση.
Σκεπάζει τη γύμνια της
μη γίνει πλήξη ξανά.
Πλήξη άνοιξης
σώζει τα καλαμάκια
απ’ τα σκουπίδια.
Και τι δε θα έδινα ν’ ανακύκλωνα στιγμές.
Tο μυστήριο
κρύβει ένα θάνατο
κάτ’ απ’ το πέπλο.
Ξεσκεπάζω, τι να δω!
Δολοφόνος η ζωή.
Σε κάθε χαρά
ζαλίζεται ο ήλιος
ξερνά στα σπαρτά.
Πίνει σε κάθε λύπη
βρίζοντας το φεγγάρι.
Ν’ ακούω μόνο
παππούδες και τζιτζίκια
τα καλοκαίρια.
Ακόμα κι αν είναι
λίγο προτού να σκάσουν.
Σ’ ένα γραφείο με λίγο φως, προσμένει
ο νεκροθάφτης.
Μονάχος, ούτε σκύλο
για συντροφιά δεν έχει.
Το τηλέφωνο δε λέει να χτυπήσει.
Ψόφια η δουλειά.
Κοιτάζει εικόνα του
Χριστού και προσεύχεται.
Κλείνει τα μάτια
και ξαφνικά τον παίρνει
ύπνος θανάτου.
Νεκρική η σιγή του
μα αυτός θα ξυπνήσει.
*Το ουάκα είναι μια παλιά ιαπωνική ποιητική φόρμα και αποτελεί πρόδρομο των, περισσότερο διαδεδομένων, χαϊκού. Γράφεται συνήθως από δύο, ή και παραπάνω, ποιητές σε πέντε στίχους. Ο πρώτος ποιητής αναπτύσσει το πρώτο τρίστιχο των 575 συλλαβών, ενώ ο δεύτερος αποκρίνεται με το δίστιχο των 77 συλλαβών. Τα ουάκα που αναδημοσιεύονται εδώ -από το περιοδικό “¨Τσκμάκι” Νο 1, Άνοιξη 2015- είναι γραμμένα στίχο στίχο, με τη συλλογική διαδικασία, από τους τρεις συντελεστές του περιοδικού.
Σε βύζαξα παρέα με τον καπιταλισμό
σε ανάθρεψα σε περιβάλλον συστημικό
σου έδωσα αρχές παγκοσμιως αποδεκτές
εξάλειψα στο μυαλουδάκι σου έννοιες επαναστατικές.
Καθετί αντιδραστικό στο είναι σου το πάταξα
με λίγη προσπάθεια σε θρόνιασα
βασιλικά μπρός στη 28άρα digital γιαγιά.
Επέλεξα τις συναναστροφές σου από κούνια
να είναι όλες με καμπανάκια στο λαιμό και με ονόματα
εύηχα όπως Εκάλη, Κηφισιά και Βαρυμπόμπη.
Σε διασκέδασα μέσα σε σωφρονιστικά καταστήματα ονόματι The Mall
να αλλάζεις ρουχαλάκια επώνυμα αξεσουάρ φρουφρού και αρώματα.
Σε έβαλα να συναρμολογείς παζλάκια με πτώματα μικρόσωμα
έτσι για να πάθεις ανοσία
και σε παιχνίδια στρατηγικής σου δίδαξα να έχεις πάντα τη σοφία.
Εσύ πάντα να κερδίζεις. Εσύ πάντα να σκοτώνεις.
Σου εξασφάλισα τα προς το ζην με κόπο ψώνισα ότι χρηστικό.
Ασφάλεια ζωής ιδιωτικά σχολεία νταντάδες ξενόγλωσσες πιστωτικές καλωδιακές μεταλλαγμένα υπνωτικά αντικαταθλιπτικά
αλλά και δάνεια από οργανισμούς
φιλάνθρωπους για κάθε ενδεχόμενο.
Ναι.
Σε ανάθρεψα σωστά.
Δεν αμφέβαλλα στιγμή.
Μα στο προγεννητικό έλεγχο
ελπίζω να προλάβω να σου κληροδοτήσω
την ευχή τη μητρική
Κάποτε να με συγχωρέσεις.
*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, εκδόσεις Βακχικόν, 2017.
Εμπρός μικρέ
και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…
Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.
***
Κι ας χάσω
Βαρέθηκα το ποδόσφαιρο
της μιας στραβοκλωτσιάς,
με τους τακτικισμούς,
τους θεατρινισμούς,
τις κλειστές άμυνες…
Με τους ντροπιαστικούς
συμβιβασμούς της ισοπαλίας,
την ανοίκεια μεταφυσική
των πέναλτυ…
Ιάπωνας καμικάζε
ως το ενενηκοστό λεπτό,
βγαίνω μπροστά κι ας χάσω!
***
Της μοναξιάς καλή συνέχεια
Κι εσύ που με καμάρι την υψώνεις
κι εσύ που οργισμένος την πατάς
κι εσύ που με διαβεβαιώνεις
κάποια σημαία ακολουθάς.
Κάπου, οπωσδήποτε, πρέπει ν’ αρέσεις
την επιβράβευση κι εσύ επιζητάς.
Σε μάθανε να ζεις με τις προσθέσεις
μα ν’ αποστρέφεσαι το πλην της μοναξιάς.
Τρέξε στο χρόνο
να δεις τι ετοιμάζουν
για μας οι ισχυροί
στρατόπεδα – κοτέτσια
εμείς τα άτυχα πτηνά
κι αυτοί οι κόκορες
οι επιβήτορες
όποιος δεν γεννά αυγά
πεθαίνει κι ανακυκλώνεται
γίνεται ζωοτροφή
και καταναλώνεται
ονόματα δεν υπάρχουν
μόνο αριθμοί
οι κότες τρώνε
και γεννάνε
δεν υπάρχει διάλειμμα
ούτε ψυχαγωγία
η ανθρώπινη λαλιά
απαγορεύεται δια θανάτου
μόνο το κο – κο – κο
επιτρέπεται
κι έτσι επέρχεται η κόλαση
επί δικαίων και αδίκων.
Λες
καλοκαίρι
στη σταγόνα που αφρίζει τη θάλασσα
κι η σπηλιά της
το γαλάζιο σαλάχι
στο μετάξι τον έρωτα έπινε,
εκστρατείες μυρμηγκιών
λιποτάκτες σε εξέλιξη που γεννούσαν στα πόδια της
τα ζώα του πάθους για όσες ώρες τη μέτραγα
πίσω μου
γλίστραγε η μάνα μου
– δόντια προσώπου που μού τρωγαν το κεφάλι –
ήλιε
που είσαι λέξη
μα εγώ ψάχνω μια σκιά από χώμα
αδερφέ μου
που με τον θάνατό τους μάκρυνες
στο υγρό ασήμι του Ωρίωνα
στα στερεότυπα για το Α του Κενταύρου
στην Ελευσίνα
σκιές
που σκαιωδώς κολυμπούσατε
στης Καλντέρας το κατάμαυρο χιόνι
αγάπη μου
που αλήτεψες στην μηχανιστική σου δροσιά και στα ανάλεκτα
λες
κι ήσουν αυτόματο
ή κώδικας
ή μια φέτα ναυτίλου αποσχισμένη
τα πανιά σου σαν άνοιξες
πώς τυλίχθηκα σε μια νύχτα που έχυνα φως
λες
καλοκαίρι και πάλι
λες
χρόνε που υποδύεσαι τα σάρωθρα
μην είσαι απλά ένα φαράσι;
Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω
γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται
προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά.
Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον
καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον
βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει.
Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα
παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά.
Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν
στον υπόγειο.
Ένας ήχος ακούγεται. Δυναμώνει:
– Είμαστε δυο σκοτάδι φως μέρα νύχτα
κάθε μέρα κάθε νύχτα όλη μέρα όλη
νύχτα είμαστε δυο σε σχήμα ενός.
Φυσάει.
Τίποτα ίδιο. Ένα τσούρμο αδέσποτων
σκύλων μπερδεύεται στα πόδια τους
γαβγίζουν σκοντάφτουν πιο κάτω σκάλες.
Κι άλλες. Πολλές. Κυλιόμενες. Τα
σκαλιά τους χορεύουνε σαν πλήκτρα
χορεύουν. Φυσάει.
Άνθρωποι από χαρτί.
Άνθρωποι από χαρτί.
Τους παρασέρνει ο άνεμος.
Χάνεται.
Χάνονται.
*”Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, Απρίλιος 2015.
με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα -ειδικά
ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα άστες να στριφογυρίζουν και άπλωσε
τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ’ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα- οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους -μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
όταν οι άποικοι
πολέμησαν τους Βρετανούς
ήμουν εκεί βοήθησα τον άποικο
βοήθησα τον Βρετανό
μετέφερα γράμματα
έκλεψα μυστικά
οδήγησα τους άντρες
& κανείς δεν σκέφτηκε
να με ενοχλήσει
ήμουν απλά μια
Μαύρη γυναίκα
οι Βρετανοί έχασαν
χαμένη & γω
αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
πήγα στη δύση, ναι
οι Μαύροι στρατιώτες
είχαν κι αυτοί γυναίκες,
& φρόντισα γη
& σοδειά & παιδιά
αλλά δεν έκανα μόνο αυτά.
Κουβάλησα φορτία
& μετέφερα επιστολές
ήπια μπόλικο ουίσκι
& πυροβόλησα μερικά αρσενικά
τα βιβλία δεν λένε πολλά
για όσα έκανα
αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή,
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
σε πλατφόρμες και σκηνές
για την ελευθερία να μιλώ
ελευθερία για τους Μαύρους
ελευθερία για τις γυναίκες
στον Εμφύλιο επίσης
να κουβαλώ μηνύματα
να επιδένω τραυματισμένα σώματα
να κατασκοπεύω & να εξαπατώ
ο νότος έχασε ακόμα χαμένη
& εγώ αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή.
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
ήμουν στο λεωφορείο
με τη Ρόζα Παρκς
& στους δρόμους
με τον Μάρτιν Κινγκ
διαδήλωσα
και τραγούδησα
και έκλαψα
και προσευχήθηκα
ήμουν με την SNCC1
& ήμουν με το CORE2
ήμουν στο Γουάτς3
όταν οι δρόμοι
φλέγονταν
ήμουν Πάνθηρας
στο Όκλαντ
στη Νέα Υόρκη
με τη NOW4
στο Σαν Φρανσίσκο
με την απελευθέρωση των γκέι
στην Ουάσινγκτον με
τις ριζοσπάστριες λεσβίες
ναι, ήμουν εκεί
& κινούμαι ακόμα.
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
παιδί του ήλιου
κόρη του σκοταδιού
κουβαλώ φωτιά τον κόσμο να κάψω
γίνομαι νερό τη δίψα του να σβήσω
είμαι γέννημα σκλάβων
είμαι απόγονος βασιλισσών
είμαι ακίνητη όπως η σιωπή
ρέω όπως η πηγή
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
επιζήσασα
επιζήσασα
επιζήσασα
επιζήσασα
Επιζήσασα
Μαύρο κίνημα.
Σημειώσεις 1. Student Non-Violent Coordinating Commitee: Πρωταγωνίστησε στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Movement) στις αρχές της δεκαετίας του ’6ο. Στα τέλη της δεκαετίας ριζοσπαστικοποιήθηκε και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της Μαύρης Δύναμης (Black Power).
2. Congress for Racial Equality: Ιδρύθηκε το 1942 και διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων.
3. Τον Αύγουστο του 1965 η εξέγερση των μαύρων στη γειτονιά του Γουάτς στο Λος Άντζελες άφησε πίσω της περισσότερους από τριάντα νεκρούς και χίλιους τραυματίες.
4. National Organization for Women: Φεμινιστική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1966 διεκδικώντας «ισότητα ευκαιριών και ελευθερία επιλογής». Σήμερα αριθμεί περισσότερα από μισό εκατομμύριο μέλη.
*Το ποίημα προέρχεται από μικρό φυλλάδιο με ποιήματα της μαύρης φεμινίστριας, λεσβίας και αγωνίστριας για τα δικαιώματα των μαύρων των ΗΠΑ, Pat Parker (1944-1989) που κυκλοφόρησε από κοινού το ποιητικό περιοδικό ‘Τεφλόν” και η Μιγάδα – ομάδα γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις.