Roger Milliot (1927-1968), Ποιος

Ποιος μέσα μου μιλά, ποιος με κοιτά από πού;

Ποιος θέλει το καλό, το χείριστο;

Ποιος θέλει αγάπη, ποιος την αγάπη αρνείται;

Ποιος διανοίγει περάσματα, ποιος ανοίγει αβύσσους;

Ποιος ξένος αισθάνεται;

Ποιος κατοικεί το κενό

Όπου ετούτη η μεγάλη κραυγή αντηχεί;

Ποιος κρατάει ψηλά τ’ αστέρια;

Ποιος τη ζωή επιθυμεί, ποιος επιζητεί το θάνατο;

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/11/03/ποιος/ Μετάφραση: Για τη Φωτογραφία.

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Φωνή”

Να σε ακούσω

με εκείνο το περιζήτητο της θλίψης

του να ζεις αλλού

αλλά το πού να μην είναι σαφές

υπακούοντας παθητικά οτην εγκατάλειψη

ορισμένων

των οποίων η έπαρση είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Να σε ακούοω

δεν είναι παρά ένας άλλος δρόμος να ανέχομαι το αδύνατο

αδιάκοπα μιας κίνησης

που καθρεφτίζει το μέλλον

σε εκείνη την επιφάνεια του νερού

την φτασμένη ως το μυστήριο της συλλαβής των ονομάτων

όλων όσων είπαν τα τελευταία τους λόγια

κι εγώ τα άκουσα

με την απληστία μιας εκούσιας πλάνης 

όπου κανείς δεν είπε ψέματα 

κι εναλλάξ

κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια 

σε μια ιστορία χρονικά περιορισμένη

όπου το να λες χρειάζεται τουλάχιστον την πρόθεση να πεις 

και το να κυνηγάς προϋποθέτει την ίδια πάντα υπομονή 

σε όσα συχνάζουν εδώ

μα έχουν πάψει από καιρό να προσφέρονται –

και σε ό,τι έχω ήδη

και σε όση αμηχανία μου προξενεί

το ότι δεν υπάρχει τίποτα

που επιτέλους να ολοκληρώνει την πτώση του

τίποτα ανάρμοστα ελεύθερο

στη ζωή και στον θάνατο

κι ακόμα ξέρω

πως δεν γνωρίζω όλα τα λουλούδια 

ή την ιστορία του ανθρώπου εκείνου 

που αν γινόταν μια επανάσταση 

θα ήταν πολύ καλό 

θα ήταν για αυτόν πολύ σοβαρό 

τόσο που θα έχανε τις αϋπνίες του 

και θα τον άκουγα να λέει 

πως εγώ

εγώ ο ίδιος είμαι αρκετός πια σε σημείο 

που κι αυτό σε τίποτα δεν μπορεί να βοηθήσει.

Είμαστε δυο απομακρυσμένες περιοχές 

Οι νόμοι της φυσικής μας μισούν 

Κι ο ήλιος μπερδεύεται

Ήρθες με τα πόδια γυμνά σαν λουλούδια 

γλιτωμένη φοβερή αστραπή λαμποκοπούσες ασπράδι 

απλωμένη στα φτερά του ονείρου 

το πιο ακριβό μυστικό στεκόσουν σμιχτή με τη ζέστη 

προσώπων που δεν ένιωθαν πως ήσαν κόκκινα 

κι η λατρεία δεν υπήρχε 

μόνο η φωνή η δική μου.

Ήρθες κι ήμουνα πεθαμένος 

ήμουν στη γη των πεθαμένων ζωών και συντρόφων 

φυτεύοντας τυχαία σπαρτά αυτοκτονίας 

φτιαγμένα από φλέβες γαλάζιες παγωμένες διαταγές 

θεών που σε μίσησαν σαν να ήσουν το τέλος 

ενός κόσμου που ποτέ δεν συγχώρησε 

ομολογίες.

Ήρθες για δυο χαμόγελα που ζουν ξεχασμένα 

το ξέρεις και το ξέρω πως είναι 

μια θολή μεσημεριανή ευκαιρία σε δυο μαχαίρια να σπιθίσουν 

μα δεν υπάρχει ελπίδα το δέρμα κολλάει στα κόκαλα 

τεντώνεται, βαστάζει τη σειρά των πραγμάτων 

μιας φωτογραφίας που τελικά θα απομείνει 

όπου θα συναντιόμαστε σε αργούς μονολόγους.

*“Φωνή”, εκδ. Bibliotheque, Οκτώβριος 2019.

Λίνα Βαταντζή, Περίσσεια

Έργο τέχνης και ακρίβειας,

με όμορφο νυστέρι 

έσχισα το στήθος –

Χάραξα την τομή 

έως την καρδιά 

Είδες το θαυμαστό της χρώμα 

Ικεσία ψέλλισα  

παράπονο είχα στη φωνή 

Φρόντισε, Κύριε! 

Το κόκκινο μου ξεθωριάζει. 

Μου έδειξες το φως στον ουρανό – 

Πάντα υπάρχει, δήλωσες, 

πληθώρα αγάπης. 

Νάμα νίβει τις πληγές,

αντλεί από πηγάδι 

αειφόρο. 

Νυστέρι και ουλή

ενθύμια είναι – 

η συμβουλή σου.

Diane di Prima, Δύο ποιήματα

Το Παράθυρο

είσαι το ψωμί μου

κι αυτός ο λεπταίσθητος ήχος

των οστών μου

είσαι σχεδόν

η θάλασσα

δεν είσαι πέτρα

ή ήχος τηγμένος

νομίζω

δεν έχεις χέρια

αυτό το είδος πουλιού πετά προς τα πίσω

κι αυτή η αγάπη

τσακίζεται  πάνω στο τζάμι ενός παραθύρου

όπου κανένα φως δεν μιλά

δεν είναι τώρα εποχή

για να διαστραυρώνονται γλώσσες

(η άμμος εδώ

δεν αλλάζει ποτέ)

νομίζω

το αύριο σε τούμπαρε με το δάχτυλο του ποδιού του

και θα 

λάμπεις

διαρκώς

αξόδευτα κι υπόγεια.

*Από τη συλλογή “This Kind of Bird Flies Backward”, Totem Press 1958. Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

***

Μια άσκηση στον έρωτα

Ο φίλος μου φοράει το φουλάρι μου στη μέση του

Του δίνω φεγγαρόπετρες

Μου δίνει κογχύλια και φύκια

έρχεται από μια πόλη μακρινή και τον συναντώ

θα φυτέψουμε μελιτζάνες και σέλινο μαζί

Ένα ρούχο μου υφαίνει

Πολλοί έχουν φέρει τα δώρα

που του δίνω για να ευχαριστηθεί

μετάξι, και καταπράσινους λόφους

κι έναν ερωδιό στο χρώμα της αυγή

Ο φίλος μου βαδίζει απαλά σαν μια πλέξη στον άνεμο

Φωτίζει από πίσω τα όνειρά μου

Έχει στήσει βωμούς πλάι στο κρεβάτι μου

Ξυπνάω μες στη ευωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ

Να θυμηθώ το όνομά του ή το δικό μου…

*Από τη συλλογή “Pieces of a Song”, City Lights Books 1990. Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

TAKIS VARVITSIOTIS–ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

vequinox's avatarManolis

TakisVarvitsiotis

POSTSCRIPT

When time comes for the final departure
don’t be sad, my friends
don’t be sad

the wind will blow
loaded with fallen leaves
forgotten voices

pass by silently
through the frozen window
that opens to the night
harsh night
harshest of all the winds
more empty than absence

your tenderness will be the softest
and the kiss of love
will light your way

when time comes for the final departure
don’t be sad my friends
don’t be sad

let your smile travel
from lips to lips

Translated by Manolis Aligizakis

http://www.authormanolis.wordpress.com

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες
Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτα σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία
Θα ’ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της…

View original post 61 more words

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΑΓΚΥΡΑ

Παλιό σκουριασμένο σκαρί
στο πλάϊ γερμένο
αγκυροβολημένο
μια ζωή ολόκληρη στο τέλμα
αμετακίνητης άγκυρας,
η βόλεψή σου,
μ’ όνειρα για ταξίδια
που δεν έκανες

μα σήμερα να κόψεις
το δεσμό σου αποφάσισες
κι αμίλητος σέρνεις τ’ αρθριτικά
πόδια σου στην ανηφοριά
βήμα το βήμα
στιγμή με τη στιγμή
το ακατόρθωτο να κατορθώσεις

και σαν φτάνεις στην άκρη
του αβυσσαλέου γκρεμού
μια βαθειά ανάσα παίρνεις
και στο κενό αφήνεσαι
τελευταία και μόνη πράξη λευτεριάς
πουλί που ποτέ δεν ήσουν
ξάφνου γίνεσαι
στην ανωνυμία του θανάτου

ANCHOR

Old ravaged hull
leaning on its side
all your life
anchored in the swamp
your static phenomenon
with thoughts of long voyages
that you never took

though today you decide to sever
your ties with the bog
and silently you lead
your arthritic joins uphill
step by step
moment by moment
to achieve the unachievable

when you reach the edge
of the abysmal precipice

View original post 25 more words

Εσωτερική επικονίαση | Αθανασία Γιασουμή

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Περπάτησα πολύ μέχρι να φτάσω μέσα μου·
επιτέλους, μπορώ να δω τον δρόμο μου ν’ ανοίγει
λωτός, θαρρείς, και πολυπέταλος στην όψη
μ’ όλες τις ράτσες να ευωδιάζουν χρώματα,
με τους ανθήρες του να λάμπουν
και να στάζουν γύρη
Τώρα τις μέλισσες μπορώ να θρέψω
για να θρέψουν τους ανθρώπους
Κι αν τις ακούσεις
σαν τις λέξεις να βουίζουν
μη σε γελάσει η φωνή:
θα ’ναι γιατί ζαλίστηκαν απ’ την πολλή σιωπή
μέχρι να βγουν απ’ την κυψέλη.

Δεν εκκολάπτεται στο φως η ομορφιά
κι ας σε τυφλώνει.


εικόνα: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Κώστας Καναβούρης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΤΟΣ ΙΣΤΟΣ

Θα σε πιάσω από τις άκρες

Θα σε διπλώσω με προσοχή

Όπως που διπλώνουν τα νυφικά σεντόνια.

Έτσι θα γίνει:

Θα σε πιάσω από τις άκρες

Και δεν θα περισσέψει τιποτα απ’ το λευκό

Ούτε καν ο μαύρος ήχος

Καθώς θα σπάζει το ανένδοτο

Εκεινης της σημαίας της μεσίστιας

Εκείνος ο ανένδοτος ιστός

Που ήταν το κορμί σου.

***

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ

Το σύνδρομο του αίματος είναι εκείνο το κορμί

Που χάθηκε σαν κύκνος, κύκνος λευκός

Χωρίς ελπίδα δηλαδή.

Δεν πάει πουθενά

Εδώ μένει το κατάλευκο λευκό των κύκνων.

δεν έχει πιο θάνατο

Δεν έχει πιο απελπισία

Φτερά κλειστά από πάντα

Πώς έγινε;

Πώς έγινε και μέχρι εδώ πεθάναμε;

*Από τη συλλογή “Αποθήκη κατάλοιπων ηδονής”, εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2018.

Μόνικα-Λεμονιά Αβαγιάννη, Τα κορμιά μας

Τα κορμιά μας γίναν χαλάσματα

από κατεδαφισμένα κτίρια

σε πολέμους χαλεπούς.

Τα κορμιά μας κατακρεουργήθηκαν

σε φράκτες ασφάλειας και

εθνικής υπερηφάνειας.

Τα κορμιά μας γίναν ψάρια

κολυμπούν σε θάλασσα κόκκινη

κόκκινη από το αίμα μας.

Τα κορμιά μας σάπισαν

στα νερά του Έβρου

και στη λάσπη της Μόριας.

Τα κορμιά μας γίναν βόμβες

στα χέρια του κτήνους

με ρυθμούς ρατσιστικής προπαγάνδας.

Τα κορμιά μας δολοφονήθηκαν

από σφαίρες φασισμού

υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Τα κορμιά μας ξοδεύτηκαν

σε απάνθρωπες σχέσεις

και ανέντιμες συνωμοσίες.

Τα κορμιά μας κάποια μέρα

κρίνα θα γίνουν

και θ’ ανθίσουν σε όλη τη γη

με τη σπορά της ελευθερίας.

*Από τη συλλογή “Μπάσα στεριά”, Ιούνιος 2020.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας και έχει τίτλο “Απώλεια μάνας”.

Γιώργος Μουρατίδης, Παλίρροια

Ο παλμός της θάλασσας

                          είναι η αιώνια πομπή

που τυλίγει

           τα σκορπισμένα όνειρά σου και τα σφίγγει δυνατά

                      σαν δεύτερη καρδιά

Τα κύματα

           χαράζουν βαθιές γραμμές στο μέτωπό σου,

                 τρυφερά

με το φώσφορο

                του νεόγυμνου φεγγαριού

αποθηκευμένο

                κρυφά, προσεχτικά

ανάμεσα στα

             μισοκαμένα κάρβουνα και τις τσουλουφλισμένες ελπίδες, στις

                                σάπιες πατάτες και τις

ραγισμένες στάμνες γεμάτες

                            σκότο

Τα κύματα καλύπτουν

                      απολύτως τίποτα –

τα ξεσκεπάζουν όλα

                     σαν μωρά με πυρετό,

σου ξεκουμπώνουν

                   το τελευταίο σου πουκάμισο

                                                στα χείλη τους

και σου ράβουνε το στήθος

                            με τη γλώσσα μιας αλήθειας

                                                           ξεχασμένης…

Οι πληγές πού ‘μείναν

                      ανοιχτές

κλείνουν μόνες τους

                     στον ήλιο, στην αλμύρα, και τα φύλλα των βιβλίων

                          που αδιάστηκαν στις μπαλωμένες τσέπες σου – σε

χωράφια και οικοδομές, σε φάμπρικες, λιμάνια – γίνοτνται

                                 βάρκες

με ‘να καλοκαιρινό σούρουπο που

                                   πιάνει ία χάρτινα πανιά τους

εκεί που ταξιδεύουν

                     μεσ’ στου κήπου τ’ αυλάκια ανάμεσα στις πιπεριές

                       και τα φασολάκια

ΒΩΜΟΣ

Απλό το μεσημεριανό τραπέζι,

                              ελιές, ψωμί, και ρέγκα –

το μελωμένο φως

                  απ’ της κουζίνας το παράθυρο απλώνει το τραπεζομάντηλο του

                                 σαν ‘να λαμπρό πανί

που κάνει αυτά τα πρόσφορα

                              χρυσαφένια, σκονισμένα

                                                       με διαμάντι.

Απλός όμως ο ναός

                     και βαθιά η πείνα μα η καρδιά απέραντη,

                        απέραντη και η ελπίδα

                                                που πεθαίνει τελευταία

και οι βαθιές ρυτίδες

                     στην άκρη των σκοτεινών σου ματιών

γίνονται δάχτυλα

                  που σκαλίζουν με ματωμένα νύχια

                                                    την αιματόφορτη γη

ψάχνοντας το πρόσωπό σου

                             χαμογελαστό και να βρίσκουν μόνο ‘να πηγάδι

                                 γεμάτο ξερή νύχτα

με τα βλέφαρα σου κλεισμένα

                              απ’ τα πετράδια μιας αργόπορης αυγής

με ρίζες μπηγμένες

                     στις κόρες σου

                                   ως που

να νομίζεις πως βλέπεις

                        τ’ άστρα ψηλά πάν’ απ’ το κεφάλι σου για να μπορείς να πάρεις

                          άλλη μια ανάσα…