Paolo Ruffini, Breath / Ανάσα

It is in that remote breath,

inside the heart,

that everyone recognizes

his destiny.

The most forbidden dream:

the idea

of an even daily infinity

left by fate

at the body of love.

Surrendered, imprisoned,

to keep intact

its taste,

subtracted from emptiness,

for a long time held in vain,

between the thighs,

but like water

anyway escapes

from the hand.

ΑΝΑΣΑ

Μοναχική ανάσα

μες στην καρδιά

τη μοίρα σου που διακρίνεις

όνειρο απαγορευμένο

έννοια

εφήμερης αιωνιότητα

στα πόδια της αγάπης αφημένη

υποταγμένη, φυλακισμένη

διατηρεί τη γεύση της

απ’ την απώλεια παρμένη

μάταια εγκελεισμένη

ανάμεσα σε δυο γοφούς

και σαν νερό

πάντα της απ’ τα δάχτυλα

μακριά κυλά.

*Translated by Manolis Aligizakis / Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Translation Germain Droogenbroodt

http://www.pointeditions.com

*** Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2020/10/23/paolo-ruffinis-breath/

Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα

ΒΙΩΜΑΤΑ

Οι σάτυροι που κυνηγούν τις νύμφες

δραπέτευσαν απο τους αμφορείς

και κυνηγούν τα όνειρα όσων πάθανε πολλά

και τους αποδομούν.

Δακρυσμένες αναμνήσεις κάθε βράδυ

πέφτουν στη λερωμένη χλαίνη τους.

***

ΑΠΛΟΧΩΡΙΑ

Να ξεβοτανίζεις

να φυτεύεις 

να φιλεύεις

ν’ ακούς τον άλλο προσεκτικά

Ίχνος ρυτίδας από το ύποπτο φώς

να μη σέρνεται στα λόγια

Τεντώνει η φωνή προς τα ψηλά

στον καθαρό αέρα

και σπάει

Φωνή που σπάει

λέει αλήθειες

κι είναι ανθεκτική στο φώς.

Θεοδώρα Βαγιώτη, H μακρινή ευτυχία του C major

Το ρημάδι

το φεγγαρόφωτο

μας έφεξε και γλιστρήσαμε

πάνω στ’ άγνωρα χέρια

που στίβουν τη δυστυχία 

των πότηδων on the rocks

/ή μήπως οι βράχοι είναι 

οι πιο αδύναμοι απτόητοι θεοί;

και ξαποστάσαμε κάπως 

διηγώντας την ειμαρμένη, να γελάς

την εγκάθετη σπιούνα των απολαύσεων

την τρισκατάρατη κι αστεία

πως δε γίναμε άλλοι

στην κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας

και πως ήρωες σαν εμάς

γεννιούνται ο μ η ρ ι κ ο ί

μα πεθαίνουν στον κτύπο της λ ύ ρ α ς

Με πεταμένο το όπλο στην άκρη του δρόμου

παραδινόμαστε σ’ αυτά, ναι

τ’ άγνωρα χέρια

που μας χάρισαν μέθη, έρωτα ή θάνατο

παρέα με ένα μπουκάλι νοθευμένου αλκοόλ

/το κέφι μας 

/στουπί 

/πωμίζεται 

φωτιά [E minor]

τα άστρα θα μπορουσαν να ειναι τελειες

nefelor's avatarnefelor

Τα άστρα θα μπορούσαν να είναι τελείες.

Σε μια φράση που είπες κάποτε

και θα έπρεπε να την έχεις σταματήσει.

Σε μια πρόταση που δεν τόλμησες να προφέρεις

και θα έπρεπε.

Σε κείμενα αιρετικών πληβείων

που χαλάνε την πιάτσα στις θρησκείες

και σ’ εκείνες τις έξι τρύπες στο σιφόνι του νιπτήρα

που χύνονται τα λίπη του κόσμου τούτου

όταν πλένεις τα πιάτα.

Θα μπορούσε να είναι και οι θέσεις στη ζώνη σου

που σφίγγεις ή ξεσφίγγεις.

Αποφάσισε.

Η πίσω πλευρά από σφαίρες

εφτά εξήντα δύο μιλιμέτρ

που ένας δεινός σκοπευτής τις μετρά

και εσύ προσεύχεσαι να σε πετύχουν.

Είναι κουλ να πεθαίνεις από άστρα.

Με κάποιο τρόπο γίνονται νιφάδες χιονιού

και σβήνουν ως αποσιωπητικά στην άσφαλτο.

Για το τέλος αφήνω την ηδυπαθή τελεία.

Το φεγγάρι στην ολότητά του.

Αλλά αυτή είναι άνω.

Γιατί τίποτε δεν χάθηκε ακόμα.

Εύκολα λέει κανείς τελεία και παύλα

μα εξίσου εύκολα γίνεται και θαυμαστικό.

Ενενήντα…

View original post 3 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, οι τελευταίοι προφήτες της κοσμοχαλασιάς

Λέγαμε ότι ακουμπάμε

την ουτοπία

με στίγματα κόκκινης

και μαύρης

μαρμαρυγής

με κατάργηση

των προϋπολογισμών

και των ενδείξεων

του παράλογου

τρέχουν γυμνά

τα φεγγάρια

της ονειροκριτικής

να προλάβουν

τους ανέμους

τους ούριους

σε μια ύστατη προσπάθεια

ν’ αποφύγουμε

τ’ απάτητα μονοπάτια

τα ιερογλυφικά

της επανάστασης

μένουν στη σιωπή

οι τελευταίοι προφήτες

της κοσμοχαλασιάς

μας κλείνουν την πόρτα

είδωλα οι λέξεις

διασπώνται

σε ακατάληπτα φωνήματα

επιφωνήματα

που χάνουν

στο μέτρημα

Antonio Gamoneda, Αν ένα ρόδο απέραντο…

Αν ένα ρόδο απέραντο μού έσκαγε στο στήθος

και, με το που ερχόταν σούρουπο, άνθιζε στα χείλη μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να σου πάρω πέρα τους ίσκιους

–γιατί ζεις σε ίσκιους– με τα διψασμένα μου χέρια

και με άλογα άγρυπνα που καλπάζουν στο κεφάλι μου

να ρθω να το αποθέσω απαλά στους νυχτερινούς σου ώμους;

Αν ένα κλαδί φωτιάς μπουμπούκιαζε στη γλώσσα μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να γίνω σαν τον άνεμο τη νύχτα

–τη νύχτα αυτή που κρύβεις στη φωνή και στο σπίτι σου–

να ρθω και να σου πω λόγια στη γυμνή σου ράχη;

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ania Walwicz (1951 Poland – 2020 Australia)

“You big ugly. You too empty. You desert with your nothing nothing nothing. You scorched suntanned. Old too quickly. Acres of suburbs watching the telly. You bore me. Freckle silly children. You nothing much. With your big sea. Beach beach beach. I’ve seen enough already. You dumb dirty city with bar stools. You’re ugly. You silly shopping town. You copy. You too far everywhere. You laugh at me. When I came this woman gave me a box of biscuits. You try to be friendly but you’re not very friendly. You never ask me to your house. You insult me. You don’t know how to be with me. Road road tree tree. I came from crowded and many. I came from rich. You have nothing to offer. You’re poor and spread thin. You big. So what. I’m small. It’s what’s in. You silent on Sunday. Nobody on your streets. You dead at night. You go to sleep too early. You don’t excite me. You scare me with your hopeless. Asleep when you walk. Too hot to think. You big awful. You don’t match me. You burnt out. You too big sky. You make me a dot in the nowhere. You laugh with your big healthy. You want everyone to be the same. You’re dumb. You do like anybody else. You engaged Doreen. You big cow. You average average. Cold day at school playing around at lunchtime. Running around for nothing. You never accept me. For your own. You always ask me where I’m from. You always ask me. You tell me I look strange. Different. You don’t adopt me. You laugh at the way I speak. You think you’re better than me. You don’t like me. You don’t have any interest in another country. Idiot centre of your own self. You think the rest of the world walks around without shoes or electric light. You don’t go anywhere. You stay at home. You like one another. You go crazy on Saturday night. You get drunk. You don’t like me and you don’t like women. You put your arm around men in bars. You’re rough. I can’t speak to you. You burly burly. You’re just silly to me. You big man. Poor with all your money. You ugly furniture. You ugly house. You relaxed in your summer stupor. All year. Never fully awake. Dull at school. Wait for other people to tell you what to do. Follow the leader. Can’t imagine. Workhorse. Thick legs. You go to work in the morning. You shiver on a tram.”

*From https://www.goodreads.com/quotes/9004463-you-big-ugly-you-too-empty-you-desert-with-your?fbclid=IwAR05CtzG4YygG92kVh-lH4awm2zQLSUjICDeVBAdzaP50gUU3JDGc3SFT6w

**As part of the F..tloose team we recorded a number of tracks by Ania, some which can be found on

https://aniawalwicz.wixsite.com/poet/performances

These recordings were part of a series of 5 CD’s we brought out called “Voiceprints” which aimed to archive experimental poetry in Melbourne

More details can be found in http://www.ftloose.com.au/footloose/html/footloose.html

Photo from  her performance in “Voiceprints” at La Mama as part of the 1907 Melbourne International Festival.

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Τρία χάικου

Ἦρθες, φεγγάρι:

κρυφὰ τὶς ἄσπρες σκεπὲς

νὰ χρωματίσεις

***

Σελήνη μόνη

ὁλόγιομη, τραγική·

χωρὶς ποιητές

***

Θὰ γίνω δέντρο

στὴ σκιά του νὰ κάτσεις

τὸ καλοκαίρι

*Από τη συλλογή “Βάθος ουρανού”, Εκδόσεις ΑΩ.

Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

ΕΚ-ΜΑΓΕΙΑ

Ένας άντρας

πάνω απ’ τα χαρτιά του κύβει

και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί

σε δυο χιλιάδες λέξεις.

Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,

διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,

τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει

αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.

Ένας άντρας

κοιτάζεται στον καθρέφτη,

Το αίμα εκρύγνηται στα μάτια του,

κάτω από το λευκό πουκάμισο

τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου

στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας

άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται

και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα

φτιάχοντας με τα μπράτσα του ψωμί

των νηστικών αιώνων.

***

ΑΓΑΠΗΣ ΣΑΡΚΑ

Θέλω να εφεύρω μια γλώσσα νέα.

Τις σιωπές να ντύσει

και τις ανέστιες επιθυμίες να σαρκώσει.

Σαν παλτό να κουκουλώσει

τη μοναξιά μας αυτήν

την άγρια νύχτα. Χάδι σοφό

στ’ αχάιδευτα μέλη ζωή να δώσει.

Να ξαναθυμίσει την ανακάλυψη

του πρωτόφαντου κόσμου. Θέλω

μέσ’ απ’ το χάος του εαυτού

τούτη η γλώσσα

ν’ αγκιστρώσει

την αγάπη.

*Από τη συλλογή “Κάπου ν΄ ακουμπήσεις”, εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2018.

Αντώνης Αντωνάκος, Τρία ποιήματα

(I)

ΤΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΛΟΚΗΣ

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα

Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου

Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή

Μπαλώνει την αγάπη

Και των κοριτσιών το τραύλισμα

Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς

Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι

Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του

Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία

Μυρίζω σβουνιές από μαντριά

Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου

Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς

Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος

Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας

Ένας ξεπεσμένος γαμιάς

Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της

Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου

Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι

Με χώμα και φακές

Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους

Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς

Πατατοφαγία εκσπερμάτωση

Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές

Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας

Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία

Σε μυρίζω τώρα

Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές

Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις

Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές

Για πούτσους και μουνιά

Σοσιαλισμό του αγρού

Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες

Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα

Πασπαλισμένη με αλεύρι

Τηγανισμένη σε βούτυρο

Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας

Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

(II)

ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΑ

Θα σου εξηγήσω τι εστί κολποραφή και βάτεμα Ιοκάστης

Τον θάνατο τον κέρδισα

Τον ήλιο τώρα πολεμώ

Λάσπες κορδέλες κοριτσάκια περιβόητα

Κλαίνε ποτίζουν γλάστρες

Βάζουν δάχτυλο

Στην πιο γλυκιά τρυπούλα τους

Ας είναι λες που ξεκουρδίστηκε ο λυγμός

Ας είναι τα ζουμιά μας μυρωδάτα

Κι οι καταχνιές μες στα θολά Λονδίνα

Ας είναι του μαγκούφη πόνου η αγρύπνια

Όπως ο κώλος της μαϊμούς

Δράματα με ψωλές και αιδοία

Το άγριο λαθρεμπόριο του έρωτα

Οι λέξεις πάλι

Οι προικοθήρες οργασμοί

Οι αβάτευτες κλουβίσιες ονειρώξεις

Θα σου εξηγήσω την ανθηρή χυσιά της ευστοχίας

Μπούτια μαντεία του ζεστού εκτροχιασμού

Μπούτια της εταιρίας λογοτεχνών

Μπούτια μιάς αγνώστου ταυτότητος Μαρίας

(III)

Ο ΖΕΦΥΡΟΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΩΔΕΙΣ ΟΧΘΕΣ ΚΑΤΟΥΡΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

Έγραψες πολλά ποιήματα

για το θάνατο στο κινητό σου

Στο μετρό κάτω απ΄ τη μύτη συλλογισμένων αμνών

μετά τη δουλειά

Έγινες ο μακελάρης

που σκοτώνει τα αφροδίσια με περίστροφο

Ο σκύλος που σκοτώνει τη γάτα

κι η γάτα που τρώει τον ποντικό

Έγινες η ταφόπλακα

που γράφει όλες τις πομπώδεις βλακείες των ζωντανών

Ο ζέφυρος μακριά στις βρυώδεις όχθες

κατουρά την όμορφη πατρίδα μας

Εσύ γράφεις πάλι για το θάνατο

γι΄ αυτή την εμμονή που την έκαναν ποίηση

οι αγγλοσάξονες και οι μεθυσμένοι

Όμως ο θάνατος ο αριστοκράτης ο ηδονιστής

χαρίζει μπισκότα με σοκολάτα στα κοριτσάκια

Τραβά τις αιμορροΐδες απ΄ τον κώλο των αστών

σα να τραβά την περόνη

*Αναδημοσίευση από το Εξιτήριον: https://exitirion.wordpress.com/2020/10/23/antonis-antonakos-3-poems/?fbclid=IwAR30tr17jJUpAe6YRaQFIUNVXYdlp3o6J0RK4ixPEHUgHD_p3cofieHZCic#more-13306