Ράνια Καραχάλιου, Με αγχώνουν τα ρολόγια

Με αγχώνουν τα ρολόγια

ο χρόνος που δεν μπουσουλάει, τρέχει

-κι εγώ που πέρα βρέχει-

αυτό το τικ τακ τικ

είναι λίγο αγχωτίκ

Με αγχώνουνε τα ύψη

τα όρη, οι ουρανοξύστες

του ψηλομυτισμού οι μεγαμύστες

τα γεφύρια, τα τελεφερίκ

είναι λίγο αγχωτίκ

Με αγχώνουν οι λευκές σελίδες

τα τάμπουλα τα ράζα

τα οικόσιτα τα άνθη δίχως βάζα

τα πλήκτρα σαν στερεύουν και οι μπικ

είναι λίγο αγχωτίκ

Με αγχώνει όταν κοιτάζω τον καθρέφτη

και δεν μοιάζω υπέρκομψη, 

                ή έστω κάπως σικ

είναι λίγο αγχωτίκ

Με αγχώνει το e-learning

Το  γηράσκω αεί ( ; ) τηλε-διδάσκω

που e-χάσκεις, χάσκει, χάσκω

που κοιτάζω την οθόνη

περισσότερο από σένα που μου κάνεις κλικ

είναι λίγο αγχωτίκ

Φώτο: Talking Walls Αθήνας, Maria Kollia 

Χούλιο Κορτάσαρ, Η πατρίδα

Πατρίδα του μακριά, χάρτη,

χάρτη του ποτέ.

Γιατί το χθες είναι ποτέ

και το αύριο αύριο.

Φυλάγω μια μυρωδιά τριφυλλιού,

ένα δρόμο με δέντρα,

ένα μέτρημα με τα χέρια,

Ένα φως πάνω από το ποτάμι.

Πατρίδα, γράμματα που φεύγουν

κι άλλα που επιστρέφουν,

πουλιά από χαρτί

που ίπτανται πάνω από το χάρτη.

Γιατί το χθες είναι ποτέ

Και το αύριο αύριο.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Soulis Thomopoulos στο Facebook.

Ηλίας Κουρκούτας, Λαϊκό


Εικόνα: Γιώργης Σαράτσης

Είμαι κι εγώ

μια πέτρα μοναχή,

μικρή στο σώμα σου

παρανυχίδα,

ένα φεγγάρι αφορισμένο,

ένα σύννεφο

που ψάχνει τη βροχή του,

Τα αισθήματά σου

αδέσποτα σκυλιά,

δαγκώνουν τη σάρκα

της αγάπης μου,

μονάχη μου,

μια ρόγα μασημένη,

σκέτη θλίψη,

σκέτο κλάμα,

στις ράγες

ενός απόμερου

σταθμού,

ενός τραίνου

που δεν λέει

να φύγει

Είναι εποχή πολέμου,

οι αιώνες κι οι άνθρωποι

συγκρούονται

κι εγώ αιχμάλωτη

φυλακισμένη,

στο στρατόπεδο ενός πόθου

προδομένου

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2020/12/17/λαϊκό-ηλίας-κουρκούτας/

Manolis Aligizakis, Ήφαιστος / Hephestos

Ο Ήφαιστος γέλασε που του ζήτησα

καινούργια πανοπλία

και επανείλθα στην κληρονομιά μου

        μιας άλλης εποχής

        υποκείμενος απόηχος

εγώ ο αναμφισβήτητος κάτοχος

του Αιγαίου Πελάγους

αλήθεια τίποτα δεν ήταν

                          πιο αφηρημένο

                          παρά τα χείλη της παρθένας

       που φίλησα με του ήλιου μου τις οδηγίες

       όταν και χωρίς προειδοποίηση

       ήρθε η άνοιξη όσο αγνή

όσο κι η αδιάκριτη ανακοίνωση

για κατορθώματα που

                           μου μέλλονταν να κάνω

                           σταυρός που μου μέλλονταν

                           να κρεμάσω στο λαιμό

μοναχική ανεμώνη έγυρε

στο πλάι σαν να `θελε να νιώσει

την έννοια του καθήκοντος

        που έπρεπε άξιος ν’ αποδειχτώ

        αχινιοί

        μ’ αγκάθια

        τριανταφυλλιές

στην είσοδο του σπιτιού μου

αγαπημένες λέξεις που ειπώθηκαν

από χείλη ξερά και γηρασμένα

                          λεμονιά που ποτέ δεν πότισα

                          δάκρυα στο μαξιλάρι μου

                          που αγκάλιασα σφιχτά

κι ήλπισα να ξυπνήσω

σαν ξεμέθυστο λιακάδας νάζι

βουτηγμένο στην ποτίστρα των βοδιών                    

HEPHESTOS

Hephestos laughed at my request

for a new armour and

I reverted into my inheritance

          subject of a former sound

          another era’s reward

I the indisputable heir

of the Aegean Sea

truly nothing else

                              was as abstract

                              as the lips of the virgin

          I kissed under the guidance of my sun

          when without warning

          spring arrived as pure as

the indiscreet announcement

of deeds I was destined

                               to accomplish

                               a cross I was to hang

                               on my neck

the lone sea anemone leaned on

the side as if catching

the meaning of duty

         of which I had to be worthy

         sea urchins

         with spikes

         rose bushes

by the main entrance of my dwelling

beloved words spoken

by lips cracked and aged like

                                 the lemon tree I never watered

                                 tears on the pillow

                                 I held tightly

in my arms hoping

to wake up like a laughter of sunshine

in the cows’ watering trough

*Από τη συλλογή “Second Advent of Zeus”, Ekstasis Editions, 2016.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2020/12/19/second-advent-of-zeus-poetry-by-manolis-aligizakis-2/

William Carlos Williams, Η Λατρεία των Βασιλέων

Από τη Γέννηση

την οποία ήδη έχω γιορτάσει

το Μωρό στα χέρια της Μητέρας του

Οι Σοφοί στην κλεμμένη τους 

δόξα

και ο Ιωσήφ και οι στρατιώτες 

παραστάτες

Με τα ανυπόμονα πρόσωπά τους 

κάνουμε μια αντιγραφή σκηνής λέγοντας

από τους Ιταλούς πλοιάρχους 

αλλά με μια διαφορά 

την κυριότητα

της ζωγραφικής

και το μυαλό το επινοητικό μυαλό 

που κυβερνούσε τό σύνολο

το μυαλό συναγερμού με δυσαρεστημένους

τί του ζητείται

και δεν μπορεί να κάνει

δέχτηκε την ιστορία και την ζωγράφισε

τόσο λαμπρά 

Χρώματα του χρονικού

τα κατεστραμμένα μάτια της Παναγίας 

ως έργο τέχνης 

για βαθιά λατρεία

*Απόδοση: Μαρίκα Συμεωνίδου.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Όροπέδιο”, τεύχος 19, Χειμώνας 2017.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Poet

Σ’ έχω κρυμμένο

στο όνειρο

που βλέπω κάθε βράδυ

ότι είμαι 

μια Ελάιζα Ντούλιτλ του λιμανιού

κι αδύναμη στις ρίμες

μια πεπρωμένη υπομονή

που στα χέρια σου απάνω 

μαθαίνω τι είναι

τα φεγγάρια για τον Κρόνο

τι η απειρότητα 

στου ανθρώπου τη θάλασσα

τι είναι τα ποιήματα

που σου βαραίνουν τον θώρακα

όταν τα λες 

απ’ έξω φωναχτά

και με πεθαίνεις 

από ανάπαιστο έρωτα

κι έτερο χρόνο

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τ’ ωραιότερο τραγούδι αγάπης στον κόσμο

Το στήθος σου

το σχεδόν αγορίστικο στήθος σου

το λευκό σαν τοπίο χιονισμένο στήθος σου

έτσι προβάλλει καθώς ξεκουμπώνεσαι

σα δρόμος της Μόσχας

που 

κουρελής

και στρεκλώντας

μεθυσμένος παλιάτσος

ο Καραντάς

στο ΄να χέρι το στραπατσαρισμένο καπέλο του

στ’ άλλο ένα τριαντάφυλλο

κόκκινο

τριαντάφυλλο της φωτιάς

τριαντάφυλλο του αίματος

τριαντάφυλλο του έρωτα

τριαντάφυλλο της επανάστασης

το

εναποθέτει στο ντεκολτέ σου.

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, Πλανόδιον 2006.

Nicolas Calas, Two poems in English

Narcissus 1934

Now when hope is directed towards the past

when the hour of decisions no longer shall return

the sea-ways the timbered roadways are setting on other horizons

it is to his own body that he returns

on the expanse of stagnant waters he keeps watch for

the image of a wrinkled shrivelled up and repulsive narcissus

the image that narcissus did not wish to give him

*Notebooks (1933-1936)

***

The Ruins of a City

Let us make down the subject of a crime

At noon let us invent stars on the horizon of a journey

Stars and a new ornament for hours with no tomorrow

Disembowelled ships raise anchor

Their blood is heavy with rust

Everything swims in vermin

A cat that can no longer cry eats them

From the top of the Tower of the Winds flames rise up

And down the light

The tower is tall ablaze and has broken loose from Earth

The Earth!

Who condemned it to live like a peeled orange

Or a blue grain of sand

Subject to the perpetual yoke of two equinoxes?

The insistent rhythm

The hideous expectation of eclipses is there

Wherever we go

Athens 1937-Marrakesh 1939.

*The French Poems (1937-1940)

**From the book “Oedipus is Innocent” – Selected poems by Nicolas Calas. Edited and translated by Lena Hoff. Smokestack Books, 2020.

Ted Hughes, Δύο ποιήματα

Καρυάτιδες (1)

Τι στήριζαν αυτές οι Καρυάτιδες;

Ήταν το πρώτο σου ποίημα που είχα δει.

 Ήταν το μοναδικό ποίημα που έγραψες ποτέ 

και το αποδοκίμασα μέσ’ απ’ το βλέμμα ενός ξένου.

Αδύναμο έμοιαζε και ασταθές, στίχοι αδιάφοροι.

Σαν το θεώρημα μιας παγίδας, ενός σκεπασμένου λάκκου.

Το διέκρινα αυτό. Κι η παγίδα άθικτη, άδεια.

Κανένα ενδιαφέρον για μένα. Κανένα προμήνυμα 

έμπνευσης. Εκείνες τις μέρες εξεβίαζα 

μια επιβεβαίωση υπέρ εμού 

από κάθε οιωνό.

Έτσι παρέβλεψα τα πάντα

στα λευκά, καλυμμένα, αυστηρά πρόσωπα

αυτών των γυναικών. Ένιωσα την αδυναμία τους, ναι;

Εύθρυπτο, αλουμίνιο καμένο.

Εύθραυστο, σαν το γυαλί μιας λάμπας πετρελαίου.

Αλλά τίποτα δεν κατάλαβα

απ αυτόν το συμπαγή, άναστρο, μεσοφθινοπωρινό, κατακρημνισμένο 

γρανιτένιο παράδεισο

τον παγωμένο, σαν φωτογραφικό στιγμιότυπο στα μαλλιά τους.

***

Η μηχανή

Το μαύρο σκοτάδι σ’ έτρωγε. Κι ο φόβος

ότι θα συνθλίβεις. «Μια θεόρατη σκοτεινή μηχανή»,

«η αδιάφορη αλεστική 

μυλόπετρα των περιστάσεων». Αφού

παρακολούθησες το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα, αυτές ήταν οι λέξεις

που απόθεσες σε μια σελίδα. Σου είχαν έρθει

όταν απούσιαζα. Όταν προσπάθησες

να με κάνεις ν’ ανέβω τις σκάλες, αυτός ο τρόμος

ανέβηκε αντί για μένα. Ενώ

πιθανότατα απλώς καθόμουν,

ίσως με τον Λούκας, δίχως να ’χω περισσότερους στόχους 

απ’ ό,τι ο σκύλος

που δεν είχα. ‘Ενας αληθινός σκύλος 

ίσως να κοίταζε το κενό 

με τις τρίχες ανασηκωμένες

ενώ το αλλόκοτο προσωπείο της Μούμιας-Πατερούλη σου

μισοξεθαμμένο, μισοάρρωστο, καθ’ ολοκληρίαν

κατεστραμμένο, παραγεμισμένο με τ’ άγραφα ποιήματά σου,

έσκαψε αόρατα προς το μέρος μου μέσα από τις ασάλευτες ιτιές,

μέσα από τον τοίχο του Άνκορ,

στράγγιζε τη μαύρη μου μπίρα με μια γουλιά,

σκοτεινιασμένο με κατάπιε

στην ενδοχώρα του άλλου κόσμου του

όπου θα έβρισκα το σπίτι μου. Τα παιδιά μου. Και τη ζωή μου

πάντα να προσπαθεί να ανέβει τα σκαλιά, τώρα πέτρινα,

προς την πόρτα, τώρα κόκκινη,

που εσύ, διατηρώντας τη δική σου όψη, θα άνοιγες,

έχοντας ακόμα χρόνο για να μιλήσεις.

*Από τη συλλογή “Γράμματα γενεθλίων”. Εκδόσεις Μελάνι, 2005. Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Το επόμενο βήμα

Το επόμενο βήμα,

μετέωρο ή όχι, φυλακίζεται πρώιμα

Δεν ξέρω αν υπάρχει ζωή εδώ

ή αν πρόκειται για ξύπνημα εκτός εποχής

μα τα τραγούδια σκορπάνε φορμόλη

και μυρουδιά από κάρβουνο

Νοιώθω τον χειμώνα στα χείλη μου

και στα κατεβασμένα στόρια

Στο ντιμάρισμα της λάμπας

και στην ανάσα, μπουχτισμένη από νωρίς

με αλκοόλ

Η πραμάτεια του περίπτερά απλωμένη 

πλασάρει θάνατο με κέρδος θάνατο 

Επιστρέφω στον άνεμο και ορκίζομαι στα φύλλα · 

πριν πέσουν

να αποστάξω τις πίκρες μου, 

να θυμάμαι να ζω

***

Συνήθεια

Συνήθεια

τα μάτια που βούλιαξαν σε πύρινη άσφαλτο. 

Κι ο υπέροχος κόσμος του Armstrong 

μια ειρωνεία.

Μορφές στη στιγμή 

μπαινοβγαίνουν αδέξια.

Λυγίζουν τα όρια.

Πληρωμές εφάπαξ, 

προκαταβολές, 

δυο τεκίλες κίτρινες, 

τα όχι σου

και το κοίλο τ’ ουρανού 

(να μας κρατά ζωντανούς).

***

Καθρέφτης

Κοιτάζω τους ανθρώπους 

Στο βλέμμα 

Στα δάχτυλα 

Στα νύχια 

Στα μαλλιά

Στα δόντια κάποτε τους κοιτούσα 

Κοιτάζω καμιά φορά από μακριά, 

αυτούς που επιστρέφουν 

με το υπόλοιπο της μέρας τους πακέτο 

Και ποια ζωή να ζηλέψεις τελικά;

Κι αυτό που λιγάκι φοβάμαι,

πως θα μου μείνει να κοιτάζω ο δρόμος ·

που τόσο με λάτρεψε

*Από τη συλλογή “Αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.