Δημήτρης Τρωαδίτης, Συσπάσεις στο πρόσωπο

Photo: Eva Besnyo

συσπάσεις στο πρόσωπο

εξαντλούνται στη στιγμή

τα χαμόγελα κρύα

κι οι εφιάλτες καραδοκούν

αν νομίζουμε ότι ζούμε

πλανιόμαστε πλάνην οικτράν

Maria Grazia Calandrone, Στο στόμα όλων

Salvador Dali, Premonition (1936)

Μικρή άρια των παιδιών

Ο αέρας, ο πρώτος

που ανάσανες, ήταν μαρτιάτικος πρωινός αέρας. 

Ο ήλιος

έκαιγε ήσυχος στο κύμα του

από το μεγάλο παράθυρο γιατί μεγάλη

ήταν η καρδιά

και αδιάφορη

όπως ο ήλιος που ακουμπά το φως του πάνω στα νερά του ποταμού

και ταξιδεύει λαγαρός

μέχρι τη θάλασσα

που τον χώρο της διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη

σφυρίγματα γλάρων και τίποτα πια

δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι όμορφο να προστατεύεις

τον καινούργιο αέρα στο πρόσωπο εκείνου που γεννιέται,

με χέρια ανθρώπινα να διατηρείς

ιερό το ιερό, να κάνεις τον αέρα πιο καθαρό εκεί όπου αγγίζει

η καρδιά, γιατί η καρδιά είναι απλή κι ανάλαφρη

σαν χαρταετός

και άλλα πράγματα που πάνε από τη γη στον ουρανό.

Όμορφο είναι να λες θα κάνω ό,τι μπορώ

κι ακόμα περισσότερα, από οποιαδήποτε άλλη πάνω στη γη:

πάρε, ζωή

από τη ζωή μου

την αθώα σου ελευθερία.

13/10/2018

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Αργύρης Χιόνης, Γέρασες, φίλε

Γέρασες, φίλε, και βουβάθηκαν τα μάτια σου, 

δεν τραγουδάνε πια, όπως πρώτα, 

δεν μιλούν, δεν ψιθυρίζουν καν. 

Δυο σκοτεινά παράθυρα τα μάτια σου, 

χτισμένα, και πια δεν φτάνει ως εμένα η μέσα μουσική σου. 

Υπάρχει, αλήθεια, ακόμα αυτή η μέσα μουσική 

ή μήπως είσαι ως εκεί χτισμένος, ως τα μύχια της ψυχής σου, 

πλήρης σιωπής και συμπαγής σαν πέτρινο άγαλμα;’

Μαρία Θεοφιλάκου, Σπίτι για τον χειμώνα


Eva Besnyö, “Self-portrait”, Amsterdam, 1952.

Η πόλη δε δίνει μια δεκάρα αν ίσως

δεν την περπατούν.

Κι εγώ νομάς σε ένα χαμόγελο

που ήταν και δεν είναι

και θα είναι, όπως

ο κόσμος συνεχίζει απαράλλαχτος

μ’ ελπίδες και με άρνηση

τον χαβά του,

λέω σε τούτο τον χειμώνα, δε βαρέθηκες

εσύ μεγάλος εκδορέας να βολεύεσαι

σ’ έρημους δρόμους,

ανέστιος και ρέστος;

Του λέω, το έξω φέτος ξέχνα το.

Μέσα μου θα σου στρώσω

να επιβλέπεις

τη μεγαλύτερη σφαγή.

Έτσι κι αλλιώς,

δεν είναι η άνοιξη που μ’ ενδιαφέρει.

Ένα κλαδί στο δέντρο χωρίς όνομα,

όχι πολύ μακριά από δω,

στολίζεται τη γύμνια

και ομορφαίνει.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/12/blog-post_20.html?fbclid=IwAR3JJ0-3R2DqBLTJiE1n1v9hlr3jdUVzktjYrtqhtOIi7G8losriTrD7arU

Γιώργος Δάγλας, Πέντε ποιήματα

Η ΔΙΚΗ

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

Ο εισαγγελέας κατουράει

στο παλιό λιμάνι

και οι ένορκοι

μπεκρουλιάζουν

στο καρνάγιο, απέναντι

στα σκουριασμένα πλοία.

Η συνήγορος

παίζει αμέριμνη με τα σκυλιά της.

Στην άδεια αίθουσα

του δικαστηρίου

ο κατηγορούμενος συνεχίζει

αμετανόητος την απολογία του.

Στη διπλανή πλατεία

ένα ζευγάρι χωρίζει για πάντα.

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

***

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Κατά καιρούς

-καιρούς, που μόνο το κύμα

ακούγονταν να χτυπάει με μανία τα βράχια-

περνούσε από την ερημιά μας

ο τρελός ταχυδρόμος.

Ανέμιζε ψηλά ένα κίτρινο φάκελο

και ούρλιαζε στον άνεμο

στον βόρειο άνεμο ούρλιαζε,

ονόματα, χρονολογίες,

άδειες εισόδου σε ψυχιατρεία, φυλακές

στρατόπεδα, πρακτικά ανακρίσεων,

δηλώσεις μετανοίας, πιστοποιητικά φρονημάτων.

Έσκυβε το κεφάλι,

έβαζε ξανά το φάκελο στη τσάντα του

κι έφευγε ήρεμος.

Τότε άναβε  ξαφνικά ο ξεχασμένος φάρος,

χιλιάδες πλοία γέμιζαν το  πέλαγος

μ’  όλα τα φώτα τους αναμμένα

και τα κύματα χάιδευαν στοργικά τα βράχια.

***

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αυτή πλάνη του αιώνιου έφηβου

και η πεισματική μου άρνηση

να συνεργαστώ με τον χρόνο και τις “αρχές”

με κατάντησαν

να γυρνώ, ρέμπελος και άπατρις,

τακτοποιώντας τσαλακωμένα χαρτιά

με ακατανόητα λόγια,

κατηφορίζοντας τους ίδιους δρόμους

συναντώντας τα ίδια άγνωστα βλέμματα

τις ίδιες θλιμμένες προθήκες

την ίδια παρέα που γλεντάει από τότε

την ίδια διαδήλωση που δεν τέλειωσε ποτέ

τα ίδια  χαμόγελα χαρούμενων  κοριτσιών.

Μα το απόγευμα αυτό

ήρθε από κάπου αλλού.

Το είδα από μακρυά και το γνώρισα

σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε

και την ακολούθησα

σε μια μάταιη ελπίδα.

Κάποτε πίστευα

πως θα έγραφα ένα ποίημα

καλύτερο από την “Λευκοθέα”

κι αυτή θα γυρνούσε ξαφνικά

θα μου έβαζε μια ηλιόπετρα στο χέρι

και θα μου έλεγε:

“Πάλι άργησες”, “πάλι σε συγχωρώ”,

“Πάμε”.

`

***

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Όσοι έφυγαν

αφήνοντας πίσω τους

μια πόρτα ανοιχτή

να την χτυπάει ο άνεμος,

όσοι περπάτησαν μόνοι

στις γραμμές του τρένου

με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα

περιμένοντας την αναμέτρηση.

Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας

χωρίς τελειωμό και λύτρωση,

πάντα σαν σκληρή υπενθύμιση επιστρέφουν.

Επιστρέφουν χωρίς μάτια

με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους

επιστρέφουν

μιαν ανύποπτη κι’ απελπισμένη στιγμή

να κλείσουν αθόρυβα

τη ξεχασμένη πόρτα, πίσω τους.

`

***

ΜΝΗΜΗ

Ήθελα να μιλήσω

για την τελευταία μνήμη,

μα έβρεχε συνέχεια

και οι φίλοι έπιναν μέρες τώρα

κλεισμένοι σ’ ένα παλιό σπίτι.

Κάθε τόσο

κάποιος άγνωστος

χτυπούσε το τζάμι,

ρωτούσε για κάτι ξεχασμένες προκηρύξεις,

για ένα δρόμο που δεν υπήρχε πια

κι έφευγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Για την ξεθωριασμένη μνήμη

των παλιών συντρόφων

ήθελα να μιλήσω

αλλά έβρεχε πολύ

κι αυτός ο άγνωστος

που δεν είχε ξεχάσει τίποτα

συνέχιζε να χτυπάει το θολό τζάμι μας

και να ζητάει εξηγήσεις,

να ρωτάει για τον δρόμο

με το παλιό παράνομο σπίτι

που δεν υπήρχε πια,

το σπίτι που μαζί σχεδιάζαμε

την επανάσταση που δεν κάναμε ποτέ.

*Από τη συλλογή «ταριχευτές πουλιών», εκδ. κύμα, 2020.

Δημήτρης Βούλγαρης, Το μοίρασμα

Πήγε τρεις.

Ξανά.

Έχει την τάση ο χρόνος

Να με κλειδώνει σ’ αυτά τα πλαίσια.

Να με τοποθετεί με συνέπεια κι ακρίβεια

Πάνω στο πάλκο της αδυναμίας μου.

Ανήμπορο να αντιδράσω

Και να ξεκαβαλήσω τον βρόχο

Που αργά μου κεντάει τον νου.

Θα ανοίξω μια μπύρα

Όχι για να γράψω

-δεν συζητάμε το θέμα της απόλαυσης-

Μα μήπως και μπορέσω πια να κοιμηθώ.

Ευτυχώς δουλεύει το ψυγείο

Και παύει

Έστω για λίγο

Τούτη τη διαολεμένη σιωπή.

Λίγα πράγματα δουλεύουν τέτοιαν ώρα.

Κι όταν λέω δουλεύουν

Εννοώ κανονικά.

Να λειτουργούν.

Όχι σαν τα βαριεστημένα λεωφορεία των ξενύχτηδων

Που ως φαίνεται

Δεν φέρνουν βόλτα από τη γειτονιά μου.

Μέχρι και τα κωλόμπαρα ζορίζονται.

Έχασε ο κόσμος την τσέπη του, λέει.

Σίγουρα δεν βρήκε την αξιοπρέπεια

Μήτε εξάλειψε τη μοναξιά του.

Κι αυτοκτόνησε για να σωθεί.

Και δεν σώθηκε

Γιατί αυτή η επιλογή δεν υπάρχει.

Και οι πεθαμένοι που είναι όρθιοι

Φυτρώνουν καταθλίψεις και όνειρα.

Σκοτεινά σύνδρομα

Που τους βαστούν το χέρι στο κρεβάτι.

Μα πάλι ο φόβος κρύβει φως

Πίσω από της κουρτίνας την παράταση.

Μα είναι η κατάληξη γραμμένη στο προσκέφαλο

Κι είναι το σώμα πιο βαρύ

Όταν στου δρόμου το άνοιγμα ξεχνιέται

Μιας και το χώμα όλο θεριεύει

Και δεν αφήνει περιθώρια εκταφής.

Είναι η συνήθεια και η δύναμη της

Που σχεδιάζει πεπρωμένα και τα κρύβει

Κι έπειτα αφήνει τους τυφλούς

Για να διαλέξουν χούφτα.

Μοιάζει σαν να ‘ταν από πάντα μία

Μα ποιος το ξέρει;

Κι έπειτα έρχεται η νύχτα.

Και το ψυγείο.

Και το μπουκάλι.

Και τα κωλόμπαρα.

Και τα λεωφορεία.

Και το τασάκι στο κομοδίνο.

Κι ένας κύκλος γεμάτος απίθανες σκέψεις.

Ενώ το μόνο που χρειάζεται

Είναι κάποιος

Να μοιραστεί στα δύο η αϋπνία.

*Από τη συλλογή με τίτλο «Οι ένοικοι των ημερών». Το κείμενο ντύνει αυτοσχεδιάζοντας παράλληλα ο Φίλων Γερόπουλος.

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα


Artwork: Josephine R. Unglaub

Σήμερα φόρεσα ένα

ζεστό κόκκινο αίμα

σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν

μια γυναίκα μου χαμογέλασε

ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι

ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο

καρφώνω πάνω στις πλάκες

τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών

είναι όλοι τους δακρυσμένοι

όμως κανείς δεν τρομάζει

όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα

είναι όλοι τους δακρυσμένοι

όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες

και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια

στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν

τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;

ναι την καρδιά μας καρφώνει

ώστε λοιπόν είναι ποιητής

Από τη συλλογή Παραλογαίς (1948) του Μίλτου Σαχτούρη

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/06/05/miltos-sachtouris-ta-dwra-μίλτος-σαχτούρης-τα-δώρα/

Στέλλα Τενεκετζή, Ακυκλοφόρητες διασκευές

με στοίχειωσες με τα ψέματά σου

με το ανθρωποκυνηγητό

φωτογράφε της χρονιάς

ο φακός σου με έπληξε ανεπανόρθωτα

μέσα από την προοπτική του 

επιβεβλημένη ήταν η κατάσταση

δρομολόγησα

ακυκλοφόρητες 

διασκευές μου σε προσφορά

με κάθε κλικ

σε κάθε πρωτεύουσα το φάντασμά σου

το δόγμα σου

τα όπλα σου

χάνω το ένα τρίτο μου κάθε μήνα

συρρικνώνομαι γέρε χρόνε

φύγε

παραδώσου

*2016 ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ 

ένα προσωπικό πείραμα με εργαλείο τον δημόσιο λόγο

Το εγχείρημα ξεκίνησε στις 27 Ιουνίου του 2015, την ημέρα που προκηρύχθηκε το Δημοψήφισμα. Στο πολωμένο κλίμα της εποχής, η συγγραφέας, θέλοντας να μετρήσει πόσο επηρεάζεται από το περιβάλλον της στράφηκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Με την υπόθεση ότι ο δημόσιος χώρος οικοδομείται από τον δημόσιο λόγο, κατέγραφε καθημερινά το λεξιλόγιο των πρωτοσέλιδων. Το αποτέλεσμα; 40 ποιήματα που αντιστοιχούν σε 40 πρωτοσέλιδα. Παρακολουθούμε το λεξιλόγιο του δημόσιου λόγου του 2016 όπως και τη συναισθηματική πορεία της γράφουσας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Για να ολοκληρώσει το πείραμα χρησιμοποίησε 23 εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας.  Το ποίημα «Ακυκλοφόρητες διασκευές» γράφτηκε στις 3 Ιανουαρίου του 2016 με λέξεις του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας «Η εφημερίδα των Συντακτών».

Στίχοι, ερμηνεία: Στέλλα Τενεκετζή 

Music: Space Scavengers – Sciential Dub (Cold Tear Records) 

Video: Γιώτα Χαλκιά

Sound design: Deeply Unexpected 

Ηχογράφηση: Το Πικάπ

Οργάνωση παραγωγής: ELECTRA social company

**Περισσότερα εδώ: https://www.facebook.com/protoselida2016

Κωστής Τριανταφύλλου, συμφωνία θανάτου

το πρώτο κύμα πέρασε 

το δεύτερο ξεκίνησε

κι όταν γίνει τρικυμία

ας δεθούμε στα κατάρτια

αύτανδρα μάτια του βυθού με επιπλοκές

κι απέραντη μαυρίλα

άβυσσος με συμβουλές

προβλέψεις

και παροχές στην αγέλη και την ανο(η)σία της

δηλαδή εμείς τα ορφανά κρούσματα οι αθέατοι εχθροί

ο ένας ενάντια στον άλλον

να μην σε ακουμπήσω

να μην σε πλησιάσω

να μην σε δω στα μάτια

ανέπαφα τακτικά καθαρά κι ωραία

όταν βρεθούμε στην έρημο μεσοπέλαγα

χαθούμε στα δαιδαλώδη στενόχωρα του αύριο

όταν ο Σεπτέμβριος είναι προβλέψιμος

κι αν θα έρθει κι αυτός! 

κι αν θα είναι Σεπτέμβριος -αν θα ξέρουμε τί ψάχνουμε!

η έκφραση σε απόσταση αναπνοής να ξεχαστεί

κι όταν ψάξουμε νοσοκομείο γιατρό και φάρμακα

οι σειρήνες θα μας καθησυχάζουν

πως όταν κλείσουν τα μυαλά μας θα σωθούμε

κι οδηγίες αντικρουόμενες με τραπεζοκαθίσματα, τουρίστες και σχολεία

πουθενά όρθιοι 

τρελοκομείο 

και σε απόσταση 

δηλαδή εμείς σίγουροι τρελαμένοι κι έρημοι 

να ψάχνουμε σαυτό τον κόσμο μέσα 

σε λεωφορεία και προπατζίδικα στοιβαγμένοι

σε στριμωχτές ουρές στην εφορεία 

όπου οι ψηφοφόροι κι η μοίρα τους!

τώρα που μάθαμε πως με το καλό έκλεισε η συμφωνία 

για τα σύνορα

για τα όπλα

για το εμβόλιο

πόσοι θα εμβολιαστούν

και πόσοι θα μείνουν πίσω

άνεργοι, φτωχοί κι ανήμποροι;

κράτη με λαούς απροστάτευτους

από πανδημίες, μαφίες, συρράξεις!

αν όλος ο πλανήτης δεν εμβολιαστεί

η ασθένεια θα μείνει εδώ και θα επωαστεί

ιστορία για μεγάλα κέρδη και πολλούς νεόπτωχους

πάντως η κυβέρνηση μας καθησυχάζει

όμως όταν πήγε η γνωστή Μαρία να πει την ιστορία

γύρισε τούμπα η λογοτεχνία

και γράψανε πως δεν κάνει να έχει φιλοσοφικά νοήματα

ή πολιτικά υπονοούμενα ενσωματωμένα!

εμείς λοιπόν παντού 

θα απαιτήσουμε για όλους μας εμβόλιο 

να μην τραβήξω τον λαχνό του θανάτου

κι αν η κυβέρνηση σήμερα μας καθησυχάζει

αύριο θα εκφοβίζει για το αύριο

που ξημερώνει

με φόβο για τη ζωή 

και το καλημέρα στα βράχια

μέτρα επί συμπτωμάτων

μέτρα επί πτωμάτων

σου παίρνουν τα μέτρα και δε λύνεται το ζήτημα

επιδημιολογική περίοδος χωρίς διάλογο 

με την κυρία με το καπέλο που απέφυγα ή με τον θάνατο;

Πηνελόπη Ζαλώνη, Στέκεται το φως και ξαποσταίνει

Στέκεται το φως και ξαποσταίνει 

τραβάει τα ηνία από τα άλογα          .

και ξεκουράζει το άρμα του

βαρύ κι αυτό από κάθε λογής αποσκευή

Άλογα με μάτια ορθάνοιχτα,

αλίμονο αν μείνουν στο σκοτάδι,

τυφλώνονται κι αυτά και χάνουν την ευκαιρία

να χαζέψουν αντανακλάσεις στο νερό

χρωματιστές αποχρώσεις

λιμνοσπήλαια, αρχέγονα ύδατα

που φιλοξενούν θηρία και τέρατα,

έμβια όντα, ανθρώπους μόνο.

Ο Ήλιος παίρνει την κατηφόρα 

με τα ογδόντα τρία σκαλοπάτια 

και απολαμβάνει το κελάιδισμα του Φοίνικα. 

Λιάζεται πια στο πιο προσήλιο μέρος.

*Από τη συλλογή “το άλφα του βαλσάμου”, Εκδ. Provocateur, 2018.