Natasa Sardzoska, Χαρτογραφία της φωτιάς

δεν είμαστε πουθενά
δεν πάμε πουθενά
δεν ερχόμαστε από κάπου
είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο
αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεροδρομίου
ακούμε κουφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους
καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομμένων μετρό
τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει
οι πτήσεις αναβλήθηκαν
οι μέρες μετατέθηκαν για ποτέ ξανά

το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας
στις άκρες των μυαλών μας
τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα
τα λαρύγγια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο
στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας
υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα
γκρεμοί στο στέρνο μας
φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή
στον πεντακάθαρο ουρανό
που δεν καλύπτει κάποια γη

φεύγουμε μετά τις σκιές μας
πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε
σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη
σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια
νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες
χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας
σπασμένοι χάρτες στα γόνατα μας
φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους και ακτές
στις όχθες της κυτταρικής μας λαχτάρας
στο κατώφλι πεθαμένων εθνών

καίμε μόνο για εκείνη τη στιγμή
όταν θα ξέρεις
όταν θα ξέρω
είσαι ο νικημένος λεβάντες
γυρίζεις την πλάτη σου στον ανατολικό άνεμο
περπατας κατω στα σύνορα της ελευθερίας σου
και φεύγεις
αλλά δεν είσαι πια μια χίμαιρα
ούτε είσαι εξορία
ούτε και θα είσαι ποτέ
για μένα

*Η δρ. Natasa Sardzoska (1979), είναι ποιήτρια, συγγραφέας, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια και διερμηνέας. Γεννήθηκε στα Σκόπια της Μακεδονίας. Ποιήματα και δοκίμιά της έχουν μεταφραστεί και δημοσιευθει σε διάφορες γλώσσες.
**Μετάφραση στα ελληνικά από τα αγγλικά: Περσεφόνη Μόρτσου.
***Το ποίημα το πήραμε από το τεύχος 52-53 (Ιανουάριος-Αύγουστος 2021) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΑΞΙΕΣ

Ο σκοπός ήταν να τους διδάξουν
τις αξίες τους
τα φαστφουντάδικα
τις διαφημίσεις στην τηλεόραση
μπύρα και μπέϊσμπολ
το χαλαρό τρόπο ζωής

ο σκοπός ήταν να πιστέψουν
στις αξίες
κάθε πολίτη να οπλοφορεί

και να πυροβολεί χαρούμενος
τον αργόπορο ντελιβεριστζή
και τον αόμματο επαίτη
ήρεμα στο πάρκο
που βημάτιζε

ο σκοπός ήταν να τους διδάξουν
την αξία διαφημίσεων στην τηλεόραση
γυμνές γυναίκες και μπεϊσμπολ
έπρεπε να εκπολιτίσουν
τους βάρβαρους που ζούσαν
στη μακρινή εκείνη χώρα

VALUES

Their moto was to teach them
values of fast food
flashy commercials on tv screens
beer and baseball
America’s past time

moto was to make them believe
in their values
of each pistol carrying citizen
gleaming when one can shoot
the pizza delivery man for being late
and the blind beggar
walking peacefully in the park

moto was to teach them values
screen filled with flashy commercials
of naked women,
they needed to…

View original post 5 more words

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, “Υπό ξένην σημαίαν”

Paul Signac, “The Port of Saint-Tropez”. Πηγή: Wikimedia Commons

Υπό ξένην σημαίαν
[1967]

Δεν θα ’ρθούμε. Τα χρόνια τα κύματα μας έβγαλαν αλλού. Το σπαθί βρέθηκε να ’ναι χαρτοκόπτης, το εμβατήριο μακρινό τραγούδι μες στη νύχτα. Εδώ χρειάζονταν ταμπούρλα κι αντοχή, εδώ χρειάζονταν λαοί ολόκληροι με τα μπράτσα τους και τα κεφάλια τους. Τι να σου κάνει ο φίλος εκείνος που ξεχάσαμε κι ο άλλος που μας ξέχασε ή θα μας ξεχάσει; Τι να σου κάνουνε τα λίγα εκείνα χρόνια που μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι γύρω σε μια ιαχή; Εδώ χρειάζονταν αιώνες καθαρής γεωμετρίας, κανόνες ανοξείδωτοι σ’ όλους τους καιρούς, κι εμείς δεν είχαμε ούτε δυο στέρεα χρόνια. Μονάχα λέξεις αφήσαμε πίσω μας, λέξεις κλεμμένες από φτωχούς αρρώστους προγόνους που ξεχάσαμε κιόλας τ’ όνομά τους. Δεν θα ’ρθούμε. Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος, η λάμψη του χαράχτηκε για πάντα στα μάτια μας και στα χειρόγραφά μας − αθάνατη σαν την πληγή της πρώτης μας αγάπης.

Βαρκελώνη
Αφιέρωμα κι αποχαιρετισμός
[1975]

IV

Το τραγούδι μπορεί ν’ ακούγεται ακόμα
μα ο τραγουδιστής είναι χρόνια τώρα πεθαμένος.

Όλοι πουλάμε και κανείς δεν αγοράζει
έτσι το παλιατζίδικο ξεχείλισε
λόγια του φωνογράφου και της πιάτσας
τιμόνια καραβιών που χάσανε τη θάλασσα.

Τι θέλεις τώρα πια να μου πουλήσεις;
εγώ δεν κάνω τουρισμό σβήσε το δέρμα σου
σβήσε τις έναστρές σου διαφημίσεις
δώσε μου μόνο τα μεσάνυχτα μαλλιά σου.

…φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας
και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα
− γέρικα και κουτσά σκυλιά στο μονοπάτι
πάντα γυρίζουμε το σούρουπο στο σπίτι

πεθαίνουμε εκεί που γεννηθήκαμε.

Λόγια στην Καλυψώ
[1981]

ΙΧ


Από το χέρι του Θεού κλεμμένη
η πιο γλυκειά μας ώρα
αυτή που κλαίει στον χωρισμό της σάρκας
και της μαδούν τα λόγια τούτα στο χαρτί

− μικρή στιγμή κομμένη σύρριζα με φρέσκια τη φωνή
κλαράκι της αυγής και ποταμέ
σπαθί και γέλιο της αγάπης

τελεία και παύλα της ζωής.

Νόστιμον ήμαρ
[1988]


Λέξεις χλωμές που τις ματώνουν σημαιάκια
του έρωτα και του θανάτου άλλων εποχών
ιδέες ακραιφνείς της εφηβείας χρώματα
αλήτες των γλυκών νερών
νησιά ξεπουλημένα
νησιά νησιών μιμήσεις.

Τι γύρευα σ’ αυτή την κρουαζιέρα;

Μπαρκάραμε όλοι στο ίδιο σαπιοκάραβο
μέθυσο τσούρμο κι άμυαλα γεράματα
(πού να τα πίνει τώρα ο ραψωδός μου;
αχ! όλα μονάχος πρέπει να τα κάνω
μνήματα και ποιήματα
με σκάρτα υλικά και ξεπεσμένους τεχνίτες)
τι γύρευα λοιπόν σ’ αυτή την κρουαζιέρα;
κανείς δεν ξέρει πού τραβάμε κι όλοι τραγουδάμε.

Μα εγώ νυστάζω τώρα στο κατάστρωμα
νυχτώνει σ’ όλες τις ρυτίδες της φωνής μου
− σωπάστε πια ν’ ακούσουμε τη θάλασσα

που μας σκεπάζει.

*Από τη συλλογή «Υπό ξένην σημαίαν, [Ποιήματα 1967-1988]», εκδ. Ύψιλον 1991.


**Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2021/08/blog-post_10.html?fbclid=IwAR3tFRc0zKV_zHLQR7Nq_UQf_ltApo-gOFZNdJAjnAd0rlwlCCIsO0rwu3s

Μπλε ώρα στην Τύνιδα

Γράφει το ραφτόπουλο

Με βήμα γοργό προχωρούν οι κόρες των ματιών μου
γλιστρούν ανάμεσα στις λιγνές νότες της μουσικής του άστεως.
Οι δρόμοι των παιδιών στενεύουν
προσόψεις μιλούν για ένα παρόν των κτισμάτων
σε μια γλώσσα που ακόμα δεν καταλαβαίνω.
Γράμματα περίτεχνα κιγκλιδώματα δένουν το τώρα
οικόσημα σκαλιστά στους ορόφους
γκρεμισμένους μιας νεογέννητης πόλης.
Μια δύναμη καταφθάνει λυχναφής
μυστική μου μοιάζει αλλόκοτη
τα ερείπια δένει σε μνήμη των κατακτητών.
Λίγα μόνο ρούχα κρεμασμένα δίνουν ζωή στα άυλα σώματα
των φαντασμάτων.
Κοιτάζοντας επάνω χάνεσαι στις μικροσκοπικές οδούς
τον δρόμο σου τον ξαναδείχνουν οι πλατείες.
Ακολούθα την μπλε ώρα που μπογιατίζει τα παράθυρα
της αραβικής πόλης.
Σταμάτα, δέσου στο κατάρτι, πέρνα ξυστά
πριν ακούσεις το τραγούδια των βουκαμβίλιών.
Παράνομα ανοιχτά καφέ
ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα των περαστικών
κλείνουν τις γυμνές ατέλειες του δρόμου
που ξέντυσε το λευκό φως του αύριο.
Όταν τα σαλβάρια πέφτουν σηκώνεται η πυκνή σκόνη της λήθης.
Σε αναζήτηση επίμονων βλεμμάτων
λυπάμαι όσους δεν σέβονται την ομορφιά
κατάφορα λαβώνοντας το χθες
το παρελθόν ακαριαία νεκρό.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://losinnuendos.com/2021/08/09/mple-ora-stin-tynida/

Sine Lege, Η ομορφιά

εξεφράσθη ο – δικός – κυρίαρχος λαός
λήξαν το ζήτημα

η ομορφιά – της επανάστασης αιωνόβια συνηγορέσα -παραμένει
ασύνορη, ανελέητη, απάτριδη
επώνυμη – άνευ προελεύσεως ονομασίας –
εις πάντας αφειδώς δωριζόμενη, αφόβιστη, απάτητη
από τας γενικός των αρχηγών συνελεύσεις πάντοτε
φυγόδικη
αντάρτισσα που δεν κρατάει από υμών προγόνους
λυσσαλέα της εθνικής σας θλίψεως εχθρός
ασφυκτιώσα μέσα στα δια της βίας φορεμένα
στερητικά
ποτάμι κόκκινο που κυλάει ανάμεσα σε γκρίζα
σύρματα και πλέγματα
μόνη της πάντοτε και πλάι μας για πάντα
παντιέρα δίχως όνομα με όνομα που το χαρίζει σε
όλους
η ομορφιά – συνηγορέσα αιωνόβια της επανάστασης –

*Από τη συλλογή “Π”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Veronica Volkow, Arcano XIII

Ο θάνατος
Ξέμεινα χωρίς τη φωνή σου
και χωρίς τα χέρια σου, χωρίς τα μάτια σου
που είχαν το χρώμα της νύχτας
και τη γεύση των ονείρων.

Κάθε όνειρο όταν αναφλέγεται ίσως
μας σκοτώνει και ζει απο μας.
η αμυδρή ένταση του είναι μια εξορία·
χωρίς σύνορα τα χέρια,
τα πόδια πλέον δίχως δρόμους,
η ελευθερία χωρίς λιμάνι.

Αλλά ίσως μπορούμε να ζούμε σε μια σκια,
ίσως στα όνειρα ζούμε νεκροί.
Η εικόνα είναι το θανατικό και η επιθυμία,
η ζωή της σκόνης είναι η επιθυμία.

Ίσως φωτιά είναι τα όνειρα
που πετούν μακριά από τον εαυτό τους,
όπως ο Ίκαρος στο φτερό της φωτιάς του,
ένας άγγελος που ξεκινά
σε αναζήτηση μιας ύπαρξης.

*Μετάφραση: Θανάσης Ράπτης.


**Το ποίημα το πήραμε από το τεύχος 52-53 (Ιανουάριος-Αύγουστος 2021) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Λευτέρης Πούλιος, Λεηλατημένη μέρα

Φώτο: EUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ

Ο πόλεμος της Τροίας τελείωσε προσφέροντας στους τρώες
ο πολύτροπος το δούρειο τζουκ-μποξ.
Βαδίζω έξω από κέντρα που παίζει δυνατά το μπουζούκι
ενώ υψώνονται γύρω μου τα καταστήματα καταποντισμένων
ανθρώπων.
Δίπλα στο πρακτορείο του προπό και το σουβλατζίδικο
το κομμωτήριο ένας βυθός με γυναίκες ασάλευτες.
Εργάτες αυτή τη στιγμή στήνουν χορό πάνω σε
κρανία τρώων πολεμιστών
και μια ανήλικη πόρνη γνέφοντας κι ακτινοβολώντας
με μoβ φουστάνι πέτσινες μπότες λιγνά δάχτυλα
φουντωμένα μαλλιά και σέξι φωνή
να λικνίζεται στις 45 στροφές του δίσκου
και τα μάτια της έχοντας τη λάμψη των ματιών
της Κίρκης.
Ραψωδοί σε φωτισμένα σανίδια στο απέναντι
καμπαρέ όπου στριπτιζέζες της πεντάρας
και μισοφάλακροι νεόπλουτοι
διασκεδάζουν με την ορχήστρα
ωραίων νεκρών.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις “Κέδρος”.

Μαρία Καντωνίδου, Σιωπή

Όχι πολύ αργότερα η σιωπή αισθάνθηκε αυξημένη κόπωση και αρρυθμία. Και ένα
καψάλισμα.
Θα πεθάνω, είπε. Θα μιλήσω.
Ξέραμε ότι είχε πολλά να πει, όμως εμείς την προτιμούσαμε σιωπή, γι’ αυτό και δεν ήταν
καθόλου σίγουρο ότι θα την ακούγαμε. Άλλωστε είχαμε κι εμείς πράγματα να πούμε
μεταξύ μας, μα σπάνια το επέτρεπε. Ίσως γι’ αυτό να μας έπιανε εκείνος ο βήχας. Κάτι
σαν γαύγισμα. Γιατί οι άνθρωποι είτε σιωπούν μαζί είτε γαυγίζουν.

Ειρηναίος Μαράκης, Ματωμένη σελήνη

Αιμορραγεί το φεγγάρι
το μοναδικό διανυκτερεύον φαρμακείο
ξέμεινε από γάζες, βαμβάκι, μπεταντίν
σα χώρα που ξεπούλησε
στις αγορές του κόσμου
και στις τηλεπωλήσεις
τις τελευταίες εφεδρείες της.

Αιμορραγεί το φεγγάρι
ποτίζει της νύχτας το σεντόνι
κάνοντας λιγάκι το σκοτάδι
να μοιάζει με ξημέρωμα
μόνο και μόνο για να καλλιεργήσει
ένα ψέμα
μια νέα αυταπάτη.

Για λίγο όμως τα ψέματα κρατούν
αναρωτήθηκες
φεγγάρι μου ποτέ
πως γίνεται να κρύψεις
τα ματωμένα δρομολόγια
τις κόκκινες θάλασσες
από τα μάτια των παιδιών
όταν ακόμα κι αυτός ο ήλιος
δεν τολμά;

2015 – επανεγγραφή: 2018

Φωτεινή Ψιρολιόλιου, Άνθισαν οι φλόγες

Άνθισαν οι φλόγες και χάνοντας τη συστολή τους βγήκαν απ’ όλα τα ρουμάνια, τους λόγκους τις απάτητες μεριές
Ροβολώντας χαμηλά, έγιναν το απευκταίο χρυσόμαυρο ταφικό στεφάνι που κάνει στάχτη ό,τι στηρίζει, πρασινίζει τη ζωή
Σάρωμα ανελέητο με κάψα κ αγέρηδες εκδικούνται μια απροστάτευτη γη, μια πανωραία κόρη
Την φλερτάρουν και την πολιορκούν στα αυγουστιάτικα απροσπέλαστα δρομάκια
Την εκμαυλίζουν με λάβες ανθεστήριες πληρώνοντας ακριβά αρχαίες μνήμες
Ρίχνουν στην άμπις τέθριππες άμαξες με άλογα περιωπής
γαμήλιες τελετές και τεντωμένα τόξα
Οι φρυκτωρίες, γεννήτριες ανέμου γίνονται
κι από γκρεμούς
τρέχουν λιωμένα μέταλλα που δείχνουν τα έγκατα της γης αρχών, με μάτια κάρβουνο
Στους ετοιμόλογους που στήνουν το θρόνο τους στ αποκαΐδια τι άλλοθι μπορείς να δώσεις ζητιάνε εσύ του οίκτου;
Καρτ ποσταλ η γη, σε άλμπουμ δίχως ξώφυλλα
Φωτογραφίες αναλογικές, άσχετες με ινσταγκραμικές εξωραϊσμού του σήμερα
Κάποιοι λουόμενοι σε αργή κίνηση αμηχανίας
Τουρίστες επιθυμητοί και μη στα ρεστοράν, στα μάρκετ, στα καφέ
Παραστάσεις αραιοκατοικημένες θεάτρων χωρίς αύριο
Απηυδησμένοι νέοι πίσω από προστατευτικούς κλωβούς
γκαρσονάκια των μεταπτυχιακών και των λυκείων
Ενοχικές ηλικίες τρίτες, σ αμφίβολο προσανατολισμό
Κρίνοι σε προβοσκίδες ματαιωμένες μελισσών
Όλοι με το τελευταίο κυπαρισσόμηλο στο στόμα, προσευχόμενοι
ή απελπισία κραυγάζοντας, λούζονται σε αντιπυρικό υγρό
Οι ασεβείς κι αγνώμονες επίστανται της περισυλλογής κουφαριών μικρόσωμων και εύσωμων όντων που φυλλορρόησαν
Ας ακολουθήσουμε τον δρόμο των γλάρων ακολουθώντας τη σωτήρια γραμμή
Ας μην έρθει ημέρα που η αστεγία θα βολευτεί με αλαζονεία εντός μας κάτω απ’ την ένρινη ανοχή μας
Καληνύχτα κόσμε!