Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΦΙΟΡΙΝΙΩΝ

Στο παζάρι
των λευκών μετανοούντων
σαν το χαρακτικό των εκατό φιορινιών
μείναμε μονάχοι
κάλφας κι αρχιμάστορας
με τα σύνεργα στη ράχη
Οι σύνδικοι μας ρίχνουν πέτρες
κι ο Θεός τρυπάει τη σάρκα
με πύρινους στίχους του γέρο – Τούμας*

“…το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!”

*Τούμας Τράνστρεμερ (Tomas Gosta Transtromer): Σουηδός ποιητής.

*

ΓΙΟΥΚΑΛΙ
(Με τον τρόπο του Γ.Κ.)

Όχθη δεν βλέπουμε
δείξε άλλην όχθη, Χρόνε ποταμέ μου
Θάνατος από εκτροπή ή
φως απαστράπτον μας περιμένει;
Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά

Ποιο όνειρο βαδίζει επί των κυμάτων
ποιος ακούει χτύπο κερμάτων;
Ποια ψυχή παζαρεύει τον όβολό της;
Ως να αποσώσουν
κύλα αργά, ποταμέ μου

Tι απροσμέτρητο περνά;
Λύπες, χαρές, ελπίδες μένουν πίσω
Και η βάρκα επιστρέφει μόνη
αστόλιστη, δίχως μέσα τον νεκρό
Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά

Ποιος ψάχνει το μοναχικό του αστέρι
Βέγα, Ηριδανό, Αυγερινό να κατοικήσει;

Πού γάμος και γιορτή και σχόλη
στο άγνωστο που ξεγυμνώνει
το Είναι από το Τίποτα
το Τώρα από το Παντοτινό
Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”……, Εκδόσεις Περισπωμένη 2021.

Ανθοφίλη Τελωνιάτη, Δύο ποιήματα

Πρωινό κουαρτέτο

Όσο ο ήλιος διασπά τις πρωινές δροσοσταλίδες, / ονειρεύομαι. / Εκεί που το αλεύρι αφήνει την ψημένη μυρουδιά του στους / δρόμους, ελπίζω. / Όταν οι αισθήσεις με συνοδεύουν χωρίς να με εξαπατούν, / επιμένω. / Όπου η σκέψη κινείται και δεν ψύχεται, αμφιβάλλω. / Καθώς η ψυχή είναι ανοιχτή σε κραδασμούς, μάχομαι. / Κι όταν το βλέμμα διαπερνά το φαινομενικό, υπάρχω. / Όσο η ζωή συνθέτει το ασύλληπτο, ανασταίνομαι όντας / υπαρκτή.

*

Φτάνει


Απελπισμένη ευτυχία που χορεύει μόνη της σε έδαφος / ανύπαρκτο με σιδερένια πόδια. / Ηδονική λατρεία του ενθουσιασμού – θυμάμαι δυο μάτια / που ήθελαν και ένα στόμα να στάζει επαφή. / Αποξηραμένη ανάμνηση – φρέσκια νοσταλγία – στεγνά δάκρυα που υγραίνουν τις στιγμές. / Ευχαρίστηση και κούραση πλαγιάζουν στο τώρα / και με συνοδεύουν αόρατα. / Πληγωμένη ομορφιά που μόνο έτσι ομορφαίνεις. / Φτάνει ή χρειάζεται λίγο ακόμα;

*Από τη συλλογή «Τα φίλινγκς», Εκδόσεις «Απόπειρα».

Χρίστος Κασσιανής, Εκκένωση

Δεν είχανε αναστολές ούτε ανάπαυλα στο καλοκαίρι
Μεταξύ εξολοθρευτών απανωτές διαταγές
Εκκένωσης

Στις Προσταγές δεν βρέθηκαν ένοχοι
μόνο καπνοί στο βάθος, στρόβιλοι αναμμένοι,
μόνο εντολές ρητές
στη σταθερά ασυρμάτων υψηλής τεχνολογίας
στη σταθερή τροχιά του ξεριζώματος
με τις θαλάσσιες σχεδίες
στην ψάθα της προχειρότητας

Σπαράζανε τα σύννεφα μακριά μες στη λευκή τους πλάνη
μόνο γεννήτριες βροχής και μηχανές ανέμου
σημάδια μιας κατάβασης σε χρυσαφένιους παραδείσους
που σ’ απαλλάσσουν οριστικά απ’τους οικείους φόβους
μ’απόκοσμη ταχύτητα βαρυτικής δίνης

Αγνοούνται ως τώρα χωρίς μέλλον
τα εκτός θέματα
χωρίς ρίζες πια
πλάσματα ξεπερασμένα

Απ’ το βυθό της Εκκένωσης
αναδύονται τα εκτοπλάσματα αδηφάγων ολοκληρωμάτων
θριαμβικών ιαχών
ευγενών και υπηκόοων του νέου κόσμου
της εξελιγμένης νοημοσύνης
θεραπευμένης λογικής σφριγηλών σωμάτων

Σε μια Εκκένωση του συντριμμένου κόσμου
και των λυγμών του
σ’αυτό το οραματικό θαύμα
οι εκκενωμένοι κόσμοι δεν χωρούν
η Εκκένωση προσφέρει λύση τελική
ενώ, σε μια πλατφόρμα υψηλής νοημοσύνης
συγκεντρώνεται η αγνοούμενη ζωή

Το σηκωμένο δάχτυλο πιέζει Διαγραφή
στον παραπαίοντα κόσμο

10-11 Αυγούστου 2021

Wislawa Szymborska, Είμαι πολύ κοντά

Δεν μπορώ να παίξω τα παιχνίδια της καρδιάς.
Δεν ξέρω την γύμνια του πατέρα των παιδιών μου.
Ούτε για δευτερόλεπτο υποπτεύομαι
Το Άσμα Ασμάτων να έχει βρώμικα νοήματα
Ό,τι χρειάζεται να πω, το βρίσκω σε ετοιμοπαράδοτες προτάσεις,
δεν χρησιμοποιώ την απόγνωση γιατί δεν είναι δική μου,
μου την εμπιστεύτηκαν μόνο για να διατηρούμαι σώα.
Ακόμα κι αν μου έκοβες το δρόμο,
Ακόμα κι αν ατένιζες βαθιά μες στα μάτια μου
θα σε προσπερνούσα δίπλα σε μιαν άβυσσο
να μας χωρίζει τρίχα.

Στα δεξιά είναι το σπίτι μου που το ξέρω τέλεια,
μ’ όλα τα σκαλίά του και την πόρτα που οδηγεί μέσα του
όπου συμβαίνουν πράγματα που δεν ζωγραφίστηκαν εδώ:
Μια γάτα πηδάει σ’ έναν πάγκο,
ο ήχος λαμποκοπάει σ’ ένα ταίγκινο βάζο,
και στο τραπέζι εκεί κάθεται ένας χοντροκόκαλος άνδρας
που επισκευάζει ένα ρολόι.

Είμαι πολύ κοντά του για να μ’ ονειρευτεί
δεν πετάω πάνω του, δεν φεύγω μακριά του
Κάτω απ’ τις ρίζες των δέντρων. Είμαι πολύ κοντά.
Το ψάρι στο δίχτυ δεν τραγουδάει με τη φωνή μου.
Το δαχτυλίδι δεν κυλάει μόνο του απ’ το δάχτυλό μου.
Είμαι πολύ κοντά. Ένα μεγάλο σπίτι είναι στις φλόγες
χωρίς εμένα να φωνάζω για βοήθεια.
Πολύ κοντά για μια καμπάνα να ακουστεί μες στα μαλλιά μου.
Πολύ κοντά για μένα να μπω σαν ένας καλεσμένος
που μπροστά του να αποσύρονται μόνοι τους οι τοίχοι στην άκρη.
Ούτε θα πεθάνω πάλι τόσο ελαφρά,
τόσο μακριά πέρ’ απ’ το κορμί μου, τόσο αθέλητα
όσο μια φορά πέθανα στ’ όνειρό του. Είμαι πολύ κοντά,
πολύ κοντά. Ακούω το σφύριγμα
και βλέπω το ακτινοβόλο όστρακο του λόγου του
βολεμένο στην αγκαλιά του.
Γι’ αυτήν μεγαλώνει μέσα του τώρα μια κοιλάδα
με κόκκινα φύλλα, κλεισμένη από ένα χιονοσκέπαατο βουνό
στο γαλάζιο αέρα τ’ ουρανού. Είμαι πολύ κοντά
για να πέσω γι’ αυτόν απ’ τον ουρανό. Η κραυγή μου
θα μπορούσε μόνο να τον ξυπνήσει. Φτωχό πλάσμα,
περιορισμένο στο δικό μου σχήμα.
Κι όμως ήμουνα κάποτε μια σημύδα, κι ήμουνα μια σαύρα
και θα μπορούσα να βγω έξω απ’ την ηλικία και το μετάξι μου,
ιριδίζοντας μες στα χρώματα απ’ τα δέρματά μου. Κι είχα
το δώρο να εξαφανίζομαι μπροστά σε κατάπληκτα μάτια
που είναι ο πλούτος των πλούτων. Είμαι κοντά,
πολύ κοντά γι’ αυτόν να με ονειρευτεί.
Γλιστράω το μπράτσο μου κάτω απ’ το κεφάλι του υπναρά,
ναρκωμένο, γεμάτο από σωρεμένες βελόνες.
Σε κάθε μύτη τους, συναθροισμένοι για μέτρημα,
κάθονται οι έκπτωτοι άγγελοι.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χτες Βράδυ”, τεύχος Σεπτέμβρη 1996. Δεν αναγράφεται μεταφραστής/στρια.

Czeslaw Milosz, Ars Poetica?

Πάντοτε επιθυμούσα μια φόρμα πιο ανοιχτή
ελεύθερη από τα δεσμά της ποίησης ή της πρόζας
που θα μας άφηνε να νιώθουμε ο ένας τον άλλο χωρίς να εκθέτει
το συγγραφέα ή τον αναγνώστη σε υψηλές αγωνίες.

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: αποκαλύπτονται
πράγματα που δεν ξέραμε πως κρύβαμε μέσα μας,
γι’ αυτό τρομάζουμε, σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρη
και στέκεται στο φως, μαστιγώνοντας με την ουρά της τον αέρα.

Σωστά λένε λοιπόν πως η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο,
αν και θα ‘ταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
Είναι δύσκολο να μαντέψεις από πού έρχεται αυτή η έπαρση των ποιητών,
αφού τόσο συχνά ντροπιάζονται όταν φανερώνεται η αδυναμία τους.

Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε να κατοικηθεί από δαίμονες,
Που φέρονται σα στο σπίτι τους, μιλούν σε πολλές γλώσσες,
και δεν τους φτάνει να κλέβουν τα χείλη ή τα χέρια του
αλλά ζητούν και το πεπρωμένο του ν’ αλλάζουν όπως τους βολεύει;

Είναι αλήθεια πως ό,τι είναι σκοτεινό περνιέται τώρα για σπουδαίο,
και ίσως νομίζετε πως εγώ απλώς κοροϊδεύω
ή πως επινόησα έναν ακόμη τρόπο
να εξυμνήσω την Τέχνη με τη συνδρομή της ειρωνείας.

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που μόνο τα σοφά βιβλία διαβάζονταν,
όσα μας βοηθούσαν ν’ αντέξουμε τον πόνο και τη δυστυχία μας.
Στο κάτω-κάτω αυτό δεν ισοδυναμεί
με το να ξεφυλλίζεις χιλιάδες βιβλία που μόλις βγήκαν από τα ψυχιατρεία.

Κι όμως ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως φαίνεται
κι εμείς δεν είμαστε αυτό που βλέπουμε μέσα στο παραλήρημά μας.
Οι άνθρωποι κρατούν λοιπόν τη σιωπηλή τους ακεραιότητα
κερδίζοντας έτσι το σεβασμό συγγενών και γειτόνων.

Σκοπός της ποίησης είναι να μας θυμίζει
πόσο δύσκολο είναι να μείνει κανείς ένα μόνο πρόσωπο,
γιατί το σπίτι μας είναι ανοιχτό, δεν υπάρχουν κλειδιά στις πόρτες,
κι αόρατοι επισκέπτες ελεύθερα έρχονται και φεύγουν.

Αυτά που ζεις εδώ δεν είναι ποίηση, συμφωνώ,
γιατί τα ποιήματα πρέπει να γράφονται σπάνια κι απρόθυμα,
κάτω από αφόρητη πίεση και μόνο με την ελπίδα
ότι πνεύματα αγαθά, όχι κακά, μας διάλεξαν για όργανό τους.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χτες Βράδυ”, τεύχος Σεπτέμβρη 1996. Δεν γνωρίζουμε μεταφραστή/στρια.

Valery Larbaud, Ποτέ πια

Ποτέ πια! … κι ύστερα να σου πάλι, βουρ!
Ενέργειες άστρων εκτείνουν την επίδρασή τουε γύρω μου
Κάθομαι ακίνητος σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου
Μια ηλεκτρική πλημμύρα ακύμαντου φωτός.
Η θέλησή μου να πλανηθώ, μες στο χλομό ξημέρωμα
Σε μια δεντροστοιχία με πάχνη απέραντη
Και αμέτρητες λευκές πασχαλιές.
Κατατρύχομαι από φρικτούς εφιάλτες.
Φοβάμαι πως κρυώνω μες στη ζεστή λιακάδια
Μην είναι που επιθυμώ τ’ άγνωστα πράγματα;

Μπα! Δώσ’ μου τον άνεμο του δειλινού μες στους αγρούς
Και τ’ άρωμα από φρεσκοκομμένο στάχυ, στη Βαυαρία
Στ’ απόβροχο κάποιας βραδιάς στη λίμνη Στάρνμπεργκ,
Ή προτιμότερο ίσωε να ‘ναι να μου χαρίσεις εκελινο το αίσθημα
Που βίωσα την περσινή χρονιά,
Αντικρίζοντας από τη γέφυρα της θαλαμηγού
Το άνοιγμα του ροδοπράσινου λιμανιού της Γκραβόζα

*Από το βιβλίο “Παρασπουδές στη γαλλική ποίηση”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΝΟΙΑ

Μειδίαμα το λένε τώρα;
Κι ύστερα ποιος τρέχει
να μαζέψει τα γυαλιά;

Εγώ πάντως άδειασα
τις ευαισθησίες μου
σ’ ένα πλαστικό βάζο
και πορεύομαι ήσυχος
για την αιωνιότητα.

*

ΕΝΙΟΤΕ ΤΥΧΕΡΟΙ

Ευτυχώς που λύσαμε
τον γόρδιο δεσμό
και φράξαμε την άβυσσο.

Φαντάζεστε να καπνίζαμε
κάτι στριφτά σύννεφα
να βόσκαμε την άνοιξη
σε ξυρισμένα λιβάδια
να τρώγαμε την αθανασία
χωρίς αλατοπίπερο

Ευτυχώς πεθάναμε νέοι
κι επομένως καθαροί

*

ΑΝΑΣΕΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ

Το δια ταύτα:

Μην αναπνέεις απ’ τα μάτια
θα τυφλωθείς

Κι ακόμη:

υπάρχζω
δε σημαίνει αναπνέω

-είναι τζούφιος ο αέρας-

*Από τη συλλογή “Το ημιτελές τελεσίγραφο”, Εκδόσεις Στίξις, Ιούνιος 2020.

Βέρα Ι. Φραντζή, Δύο ποιήματα

ψευδαισθήσεις

με αυτές τις ψευδαισθήσεις μεγαλώσαμε
και με αυτές ζούμε
ξέχωρα καύλα και αγάπη δε γνωρίσαμε
ανάκατα μονάχα
και δόσεις κυνισμού καπνίζοντας στα μπαλκόνια
που για άλλους είναι πρωθύστερα ρομαντισμού,
αυτής της ανίατης ασθένειας

*

Στίγματα

Ουρανός
τόσο αχανής όσο το ταξίδι
μα μια κουκκίδα
σημάδι να βρεις το δρόμο σου
για την ατρίδα

Πατρίδα
τόσο αχανής όσο η γη
μα μια κουκκίδα
η φοβισμένη καρδιά της μάνας
Και η αγκαλιά του πατέρα μου

Είμαι ο μικρός πρίγκηπας
είμαι ένα προσφυγόπουλο
ένας επιμελητής του κόσμου

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή”, εκδόσεις Bibliotheque, Οκτώβριος 2016.

Έρμα Βασιλείου, Femmes

Φώτο: Katia Chauseva

Οι γυάλινες γυναίκες
έχουν άμμο στον κόρφο
που σε κλεψύδρες δεν χωρά
και οι υδάτινες περνούν χωρίς κλάμα
και ιδρώτα
φλερτάρουν με σκορπιούς
την ώρα που αυτοί κρύβονται…
οι αέριες έχουν χρώμα χαλκού
στα μάτια
δεν παντρεύονται σιδηρουργούς
οι αργίλινες αγαπούν πολύ τα παιδιά τους
κι είναι έτσι πιο φθαρτές
οι αέρινες αγαπούν την αλήθεια
ο αγέρας μ’ αυτιά δεν ακούει
με στέμμα μιλάει χωρίς να φαίνεται
μα οι γυναίκες των λέξεων
είναι γυναίκες έλξεων
κι είναι τόσο εύκολη λεία
να βρεις τι έλκει κι απωθεί
τι απωθεί που έλκει
και ποιος μαγνήτης παίρνει,
φέρνει θεραπεία
και δύσκολο να βρεις
στη λεία
τη γυναίκα των λέξεων
των πνευματικών ορέξεων
να είσαι το συστατικό του μέρους
παρά μέρος του συστατικού
της έλξης των λέξεων.

*Από την ενότητα “Άκρατος οίνος” (στο βιβλίο “Νηρηίδες”, 2021, αδημοσίευτο).

Η αναζήτηση της αυθεντικότητας στην ποίηση της Μαρίας Γερογιάννη

Παρουσίαση από την Λίλια Τσούβα*

Στην άκρη της γης
Μια καλύβα στον πάγο
Διάβαζε Καμύ Νίτσε Τουρνιέ
Έγραφε ποιήματα
Να ‘ρθει η άνοιξη[i]

   Η νέα συλλογή ποιημάτων της Μαρίας Γερογιάννη «Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή» (Περισπωμένη 2021) απαρτίζεται από ολιγόστιχα ποιήματα με αφαιρετικό και ακαριαίο νόημα. Αντανακλούν μύχια συναισθήματά της, την αγάπη της για τη φύση, αλλά και τον σαρκασμό για κοινωνικές καταστάσεις και συμπεριφορές.

   Τα ποιήματα χτίζονται με στίχο λιτό και απέριττο. Σαν φωτογραφικά στιγμιότυπα αποτυπώνουν στιγμές. Οι στιγμές είναι λέξεις, γράφει η ίδια σε σχόλιο που αφορά τη συλλογή.[ii] Ξεδιπλώνουν αισθήσεις και αισθήματα, αναπολούν εμπειρίες.
   Η συλλογή της Μαρίας Γερογιάννη, προσηλωμένη στη μικρή φόρμα, εστιάζει στη στιγμή αποτυπώνοντας το φαινομενικά ασήμαντο, που ωστόσο εσωκλείει ένα συναισθηματικό βάθος, έναν προβληματισμό, μια εμπειρία. Τα ποιήματά της μοιάζουν με στιγμιαίους ήχους. Μέσα στην αφαίρεσή τους θησαυρίζουν το κεκαλυμμένο συναίσθημα. Σκιαγραφούν τη μοναξιά, τη ματαίωση, τη μνήμη, τη ζωή με την ομορφιά και τις διαψεύσεις της.


ΣΤΗ ΖΩΗ (σελ. 13)


Την εράσμιά σου όψη
πλειστάκις απαρνήθηκες, Ζωή
[…]
Όμως
είσαι η Φορναρίνα του Ραφήλ
Χρωματισμοί
Εις τους αιώνες…


   Η ποιήτρια αποτυπώνει τις συναισθηματικές της διαθέσεις με τρόπο συμβολιστικό, μέσα από την περιγραφή αντικειμένων τα οποία μετατρέπει σε σύμβολα. Με τον τρόπο αυτό εκφράζει τις πιο μύχιες και ρευστές καταστάσεις της ψυχής. Η φύση γίνεται ο καλύτερος σύμμαχός της.


ΕΠΤΑΣΦΡΑΓΙΣΤΟ (σελ. 10)


Και στο φεγγάρι
[…]
Στη γέμωση

γεμίζει μυστικά
Στη λίγωση
τ’ αδειάζει


   Στη συλλογή «Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή» η Μαρία Γερογιάννη είναι έμμεσα καταγγελτική. Ορθώνεται σε αντίθεση με τον κόσμο του φαίνεσθαι και της υποκρισίας. Στηλιτεύει την κακία και την εγωπάθεια. Καυτηριάζει την αλλοτρίωση του «πολιτισμένου» ανθρώπου και την απομάκρυνσή του από τη φυσική ζωή την καλοπέραση μιας μερίδας ανθρώπων στη γη και την αδυναμία κάλυψης ακόμη και των βασικών αναγκών σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Σαρκάζει τα προσωπεία, την επιτηδευμένη και «δήθεν» συμπεριφορά, αντιστρατεύεται το ψεύδος και την προσποίηση. Αναζητά την αυθεντικότητα. Τα ποιήματά της εμπεριέχουν μια υποδόρια ειρωνεία.
OLD TOWN – OLD LIFE (σελ. 11)
Η old lady
με το φίλτατο ζωάκι
στην αγκαλιά της.
Υπερχείλισαν τα χαμόγελα των περαστικών
[…]
   Καυτηριάζει επίσης την κουλτούρα του μαζικού, όπως και την κοινότοπη αστική καθημερινότητα.
ΕΓΚΩΜΙΟ (σελ. 24)
Βάλαμε
το αηδόνι στο κλουβί
στη γυάλα το χρυσόψαρο
στη γλάστρα παπαρούνες […]
   Η θεματική της ποίησης της Μαρίας Γερογιάννη περιλαμβάνει τον χρόνο και τον θάνατο, τη γυναικεία φύση, αλλά και την ποίηση, με ποιήματα περί ποίησης. Οι στίχοι της συνομιλούν με άλλους ποιητές και ποιήτριες, με πίνακες ζωγραφικής ή με την ιστορία και την αρχαία ελληνική μυθολογία, σε μια εύστοχη και καίρια διακειμενικότητα. Στοιχεία της ποιητικής της έκφρασης τα επιφωνήματα, τα χρώματα, οι αντιθέσεις, η χρήση του επιθέτου, αλλά και η κορύφωση της σαρκαστικής διάθεσης στον επιλογικό στίχο.
   Ο ρυθμός στους στίχους εξασφαλίζεται συχνά μέσα από ρυθμικές μονάδες που επαναλαμβάνονται, μέσα από φαινόμενα επαναλήψεων και ισομορφισμών.


ΣΤΟ ΣΥΝΟΙΚΙΑΚΟ ΚΑΦΕ (σελ. 46)


Ο καφές της
Το μωρό της
Το σκυλάκι της
Το μωρό της
Το σκυλάκι της
Ο καφές της
Το σκυλάκι της
Ο καφές της
Το μωρό της
[…]


   Εκτός από την τεχνική του συμβολισμού, η Μαρία Γερογιάννη κάνει χρήση της υπερρεαλιστικής εικόνας, οπτικοποιώντας το συναίσθημα με τρόπο αυτόματο, αφήνοντας το ασυνείδητο να γίνει ο διάκοσμός του.


ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ (σελ. 56)


[…]
Το ήξερες το ήξεραν
προπάντων τις νύχτες
που γέμιζαν αστέρια οι γλάστρες σου.
Αφόρετη φωνή

Σε έλεγαν θεριό
μα ήσουν άγριο μπαμπάκι
[…]


   Μουσικότητα και εικονοποιία στη συλλογή ποιημάτων της Μαρίας Γερογιάννη «Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή». Μια λεπτή απαισιοδοξία και μια αδιόρατη γεύση πίκρας που εκφράζεται μέσα από δηκτική και σαρκαστική γλώσσα με καβαφικές καταβολές. Ποίηση ευαισθησίας, εκφραστική, με βλέμμα εσωτερικό και την ολότητα μιας στιγμιαίας εμπειρίας.
   Ιχνογραφώντας λιτά και επιγραμματικά τις ακτίνες των επιθυμιών της η Γερογιάννη, με το βάθος του προβληματισμού των στίχων, ανοίγει τη βεντάλια των ανθρώπινων αναζητήσεων και σκέψεων. Τα ποιήματα της εκπέμπουν το αίσθημα της μελαγχολίας της Κυριακής, αλλά και έναν ενδόμυχο τρόμο για όσα τραγικά συμβαίνουν και για όσα επίκεινται να συμβούν.
   Αξίζει να επαινέσουμε το πανέμορφο σχέδιο εξωφύλλου και προμετωπίδας του Μάνου Γερογιάννη που συνοδεύει την καλαίσθητη συλλογή.


ΚΛΑΨΕ (σελ. 37)


Μη φοβάσαι
έχεις παρέα τον ήχο σου
Ζεσταίνουν τα δάκρυα

[i] σελ.11
[iι] https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=103091 (τελευταία πρόσβαση 31.7.2021)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/h-anazitisi-tis-afthentikotitas-stin-poihsi-tis-marias-gerogianni-parousiasi-apo-tin-lilia-tsouva.html?fbclid=IwAR1EjzxGLHqDWqhA2x-YdZUiwYsQXiP5maRdmtejfvqQ9r5wCcIQYMFzVqY