Fernando Pessoa, Ultimatum (απόσπασμα)

Ebrahim+Bakhtari

Συμφορά μας! Τι κάνεις στο βωμό της δόξας, εσύ, Γουλιέλμε ΙΙ Γερμανέ,
αριστερόχειρα κουλέ από το αριστερό το χέρι, Βίσμαρκ χωρίς καπάκι που
φράζεις τους φούρνους;
Ποιος είσαι εσύ, εσύ με τη σοσιαλιστική χαίτη, Δαβίδ Λόυντ Τζωρτζ,
κλόουν με το φρυγικό σκούφο φτιαγμένο στην Ένωση Τζακ;
Κι εσύ, Ελευθέριε Βενιζέλε, βουτυρωμένη φέτα του Περικλή, πεσμένη
χάμω από την μεριά του βουτύρου;
Κι εσύ, δεν έχει σημασία ποιος άλλος, όλοι οι άλλοι, Briand – Dato – Boselli
σούπα της αναρμοδιότητας μπροστά στα γεγονότα, όλοι εσείς οι αρχηγοί-
Κρατών-ψωμί-πυρομαχικών που χρονολογείστε πολύ πριν τον πόλεμο!
Όλοι! Όλοι! Όλοι! Σκουπίδια, απόβλητα, επαρχιώτικε υπόκοσμε,
πνευματικοί παλιάνθρωποι!
Και όλοι εσείς, οι Αρχηγοί Κρατών, αναρμόδιοι αλήτες, σκουπιδοτενεκέδες
αναποδογυρισμένοι μπροστά στην πόρτα της Στέρησης της Εποχής μας!
Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς!
Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από
αυτούς εδώ!
Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ!
Τελεσίγραφο σε όλους, και σε όσους τους μοιάζουν!
Εάν δεν θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν, αλλά να πλυθούν!

Γενική αποτυχία σε όλα εξ αιτίας όλων!
Γενική αποτυχία σε όλους εξ αιτίας του κάθε τι!
Αποτυχία λαών και της μοίρας τους – απόλυτη αποτυχία!

*Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Melissa Petrakis, Είσαι το φεγγάρι

you_are_the_moon_______by_fadmaggot

Είσαι το φεγγάρι
σε μια φθίνουσα ώρα
καθώς μου προσφέρεις
πλευρές του εαυτού σου
κι όταν είσαι πολύ ευτυχισμένος
ή πολύ λυπημένος
είσαι ολόκληρος ο κύκλος
και φωτίζεις το νυχτερινό μου ουρανό.

Είσαι ο ψίθυρος
στο πέσιμο
των φύλλων
έξω απ’ το παράθυρό μου
καθώς το σούρουπο παίρνει τη μέρα μαζί του
σαν ένα πέπλο
και το πρωί
είσαι η φιλική βραχνή φωνή ξυπνώντας
την τρυφεράδα του σπουργιτιού.

Το χιούμορ σου
είναι το υγρό της σωματοκάθαρσής μου
πλένοντας το έδαφος των άλλων
και μέρες μακριά
από τους πόρους μου
ένα δυναμωτικό
ένα τονωτικό βάλσαμο
εναπομείναντα ίχνη
μιας ευωδιαστής ειρωνίας
που σταθεροποιείται
μετά την αναχώρησή σου.

Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης

*Η Melissa Petrakis είναι Αυστραλή ποιήτρια ελληνικής καταγωγής. Έχει δημοσιεύσει αρκετές ποιητικές συλλογές με πιο γνωστές τις “The Earth of Us”, “Attic Dweller” και “The Naked Muse”.

Αργύρης Μαρνέρος, Τρία ποιήματα

marneros2

Επιστροφή απ’ το όνειρο

Με τη χρυσή βελόνα του παραμυθιού
Κεντάει ο άνθρωπος τα όνειρά του
Μόνο που μερικές φορές τρυπάει
Βαθιά τη σάρκα του και τότε ο πόνος
Τον ξυπνάει και βλέπει κάτω την τρύπια
Κάλτσα του μέσα από εκεί που γλίστρησε
Το όνειρο και έφυγε και πάει.

Το αχ των αγαλμάτων

Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες
Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς
Όσο και να βουτήξει την πένα του
Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του
Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα
Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που
Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί
Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους
Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

Μεθυσμένο μολύβι

Άδικος κόπος όλη τη μέρα σήμερα
Να βρω τις λέξεις για να περιγράψω
Τα χρώματα των λουλουδιών
Το άρωμά τους με είχε μεθύσει
Τόσο πολύ που μόνο ευθείες
Και καμπύλες γραμμές ερωτεύονταν
Πάνω στα απορημένα χαρτιά μου.

*Από τη συλλογή “Αίθουσα αναμονής” (2003)

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πέντε δυσκολίες στο γράψιμο της αλήθειας

brecht

Γράφτηκε στα 1935

Οποιος θέλει σήμερα να πολεμήσει το ψέμα και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια, πρέπει να ξεπεράσει τουλάχιστον πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια, παρόλο, που αυτή παντού καταπνίγεται. Την εξυπνάδα να την ξεχωρίζει, παρόλο, που παντού συγκαλύπτεται. Την τέχνη να την κάνει να λειτουργεί σαν όπλο. Την κρίση να διαλέγει εκείνους, που στα χέρια τους γίνεται αποτελεσματική. Την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για όσους γράφουν κάτω από ένα φασιστικό καθεστώς, αλλά υπάρχουν και για όσους διώχτηκαν ή κατάφυγαν σαν πρόσφυγες αλλού, ακόμα όμως και για κείνους, που γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

1. Το θάρρος, να γράφεις την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο ότι εκείνος που γράφει, πρέπει να γράφει την αλήθεια, με την έννοια, ότι δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και ότι πρέπει να μην γράφει τίποτα το πλαστό. Πρέπει να μη λυγίζει μπροστά στους δυνατούς και να μην εξαπατά τους αδύνατους. Φυσικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μη λυγίζεις μπροστά στους δυνατούς και πάρα πολύ συμφερτικό να εξαπατάς τους αδύνατους. Το να μην είσαι αρεστός στους ιδιοκτήτες σημαίνει να αποκηρύσσεις την ιδιοκτησία. Το να αρνιέσαι να πληρωθείς για δουλειά, που έκανες κάτω από ορισμένες περιστάσεις, σημαίνει να παραιτείσαι από τη δουλειά και το να αρνιέσαι τη δόξα που σου προσφέρουν οι δυνατοί, συχνά σημαίνει να παραιτείσαι γενικά από τη δόξα. Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος. Οι εποχές της άκρας καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές εποχές, όπου γίνεται λόγος για μεγάλα και υψηλά πράγματα. Χρειάζεται θάρρος, για να μιλάς σε τέτοιες εποχές για πράγματα τόσο μικρά και ταπεινά, όπως το φαΐ και η στέγη των εργαζομένων, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα, όπου άλλοι ουρλιάζουν εκκωφαντικά, ότι το κυριότερο πράγμα είναι το πνεύμα της θυσίας. Οταν αποδίδονται τιμές στους χωρικούς, είναι θαρραλέο να μιλάς για μηχανές και ζωοτροφές, που θα έκαναν πιο εύκολη την έντιμη δουλειά τους. Οταν όλοι οι πομποί φωνάζουν, πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και μόρφωση είναι καλύτερος από το μορφωμένο, είναι θαρραλέο να ρωτήσεις: Για ποιον είναι καλύτερος; Οταν μιλάνε γι’ ανώτερες και κατώτερες φυλές, χρειάζεται θάρρος για να ρωτήσεις, μήπως η πείνα, η αμάθεια και ο πόλεμος δημιουργούν αυτές τις δυσμορφίες; Το ίδιο χρειάζεται θάρρος για να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου, για τον εαυτό σου το νικημένο. Γιατί πολλοί από τους καταδιωκόμενους χάνουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τα λάθη τους. Η δίωξή τους φαίνεται η πιο μεγάλη αδικία. Οι διώκτες τους είναι οι κακοί, γιατί τους διώκουν κι εκείνοι είναι οι καλοί, που διώκονται εξαιτίας της καλοσύνης τους. Ομως, αυτή η καλοσύνη τσακίστηκε, νικήθηκε, εμποδίστηκε στο δρόμο της κι επομένως ήταν μια αδύναμη καλοσύνη, μια καλοσύνη κακή, σαθρή, χωρίς βάσεις. Γιατί δεν είναι δυνατό να παραδεχτούμε την αδυναμία για φυσική ιδιότητα της καλοσύνης, όπως παραδεχόμαστε την υγρασία για τη βροχή. Για να πεις ότι οι καλοί νικήθηκαν όχι επειδή ήταν καλοί, αλλά επειδή ήταν αδύνατοι, χρειάζεται θάρρος. Φυσικά, στον αγώνα ενάντια στο ψέμα πρέπει να γράφεται η αλήθεια και δεν επιτρέπεται να δίνεται σαν κάτι γενικό, υψηλό, πολυσήμαντο. Απ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο έκθεσης της αλήθειας δημιουργείται το ψέμα. Οταν λέγεται για κάποιον, ότι αυτός είπε την αλήθεια, σημαίνει ότι αυτός είπε κάτι πρακτικό, πραγματικό, αναμφισβήτητο, ενώ μερικοί ή πολλοί ή ένας και μόνον είπαν στην ίδια περίπτωση κάτι άλλο – ένα ψέμα ή κάτι γενικό. Δε χρειάζεται πολύ θάρρος για να κατηγορεί κανείς με γενικότητες την κακία του κόσμου και το θρίαμβο της ωμής βίας και ν’ απειλεί με το θρίαμβο του πνεύματος, σ’ ένα μέρος του κόσμου, όπου κάτι τέτοιο επιτρέπεται ακόμα. Γιατί πολλοί παρουσιάζονται σαν να είναι στραμμένα εναντίον τους κανόνια, ενώ είναι στραμμένα προς το μέρος τους μονάχα κιάλια του θεάτρου. Εκφράζουν κραυγαλέα τις γενικές αξιώσεις τους μέσα σε ένα φιλικό κόσμο άκακων ανθρώπων. Απαιτούν μια γενική δικαιοσύνη, για την οποία οι ίδιοι δεν έκαναν ποτέ τίποτα και μια γενική ελευθερία στο να αποκτήσουν ένα μέρος από τα λάφυρα, που από καιρό ήδη τα έχουν μοιραστεί. Θεωρούν αλήθεια μονάχα ό,τι ακούγεται ωραία. Οταν η αλήθεια είναι κάτι, που εκφράζεται με αριθμούς, κάτι ξερό και χειροπιαστό, κάτι που απαιτεί κόπους και μελέτη, τότε δεν είναι αλήθεια γι’ αυτούς, δεν είναι κάτι, που να τους μεθάει. Εχουν μονάχα την εξωτερική εμφάνιση εκείνων, που λένε την αλήθεια. Το δυστύχημα με αυτούς είναι ότι: Δεν ξέρουν την αλήθεια.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κατ’ εικόνα και ομοίωση

Έργο της Michel Meister με τίτλο "Day 24"

Έργο της Michel Meister με τίτλο “Day 24”

κατ’ εικόνα και ομοίωση
αιμοσφαίρια άλλων
κυκλοφορούν μέσα μας
κι οι χειμώνες παγωμένοι
συνοδοιπόροι μας

μύηση σε σκιές
απέραντες σαν ήλιους
σε νεκροταφεία
θάλασσες ατμών
μαυρόνερα

διδασκόμαστε
γραφή κι ανάγνωση
μελωδίες για ψαλμούς
και εμβατήρια
μακριά από έρωτες
κι αιώνιους ιστορητές

οι γεννήτορές μας θέλησαν
να καθορίσουν τις αλήθειες
και τα ψέμματα
την επιφάνεια της γης
και τα ύψη των ουρανών
που αν τ’ αγγίξουμε
θεωρείται κλεψιά.

5/9/2007

Kenneth Rexroth, Ανάμεσα σε δυο πολέμους

rexroth

Θυμάσαι εκείνο το πρόγευμα έναν Νοέμβρη—
Παγωμένα μαύρα σταφύλια που μυρίζαν αμυδρά
Aπ’ το φελλό όπου ήτανε συσκευασμένα,
Σκληρά ψωμάκια με τη ζεστή τους, άσπρη σάρκα,
Και παχιά, με μέλι γλυκαμένη σοκολάτα;
Και τα πάρτυ τις νύχτες·το τζιν και τα τάνγκο;
Τα σχισμένα δίκτυα για τα μαλλιά, τα απωλεσμένα μανικετόκουμπα;
Πού έχουν όλα τους ετούτα πάει,
Τα όμορφα κορίτσια, οι εγκαταλελειμμένες ώρες;
Eίπαν πως ήμασταν χαμένοι, τρελοί κι ανήθικοι,
Και ανακατεύτηκαν με τα σχέδια της διοίκησης.
Και σήμερα, εκατομμύρια κι εκατομμύρια, κλεισμένοι ζωντανοί
Στα φέρετρα των περιστάσεων, Χτυπάνε τα θαμμένα καπάκια,
Σπαρταράνε στα κελάρια των ερειπίων, και τσακώνονται
Πάνω απ’ την ίδια τους τη διαιρεμένη σάρκα.

Mετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Between Two Wars

Remember that breakfast one November —
Cold black grapes smelling faintly
Of the cork they were packed in,
Hard rolls with hot, white flesh,
And thick, honey sweetened chocolate?
And the parties at night; the gin and the tangos?
The torn hair nets, the lost cuff links?
Where have they all gone to,
The beautiful girls, the abandoned hours?
They said we were lost, mad and immoral,
And interfered with the plans of management.
And today, millions and millions, shut alive
In the coffins of circumstance,
Beat on the buried lids,
Huddle in the cellars of ruins, and quarrel
Over their own fragmented flesh.

Κένεθ Ρεξροθ (1905-1982)

*Αναδημοσίευση από το http://trenopoiisis.blogspot.com

Jas Duke, Τέσσερα ποιήματα

images

Το πρόβλημα με τους Μοντέρνους Καιρούς

Το πρόβλημα με τους Μοντέρνους Καιρούς
είναι ότι το Μέλλον
δεν είναι αυτό που Ήταν.

Αυστραλιανή Ζωή

Για τους περισσότερους Αυστραλούς
Η ζωή είναι να μπαίνουν στ’ αυτοκίνητό τους
Να οδηγούν όσο πιο μακριά μπορούν
Και μετά να έρχονται πίσω
Και τότε να ξεχνούν πού ήσαν.

Παρουσιάσεις

Σου έκανα έκπληξη
όταν ο αγαπητικός σου
σου έδινε
ένα όμορφο διαμάντι.
Πάντως,
δεν ήταν διαμάντι,
ήταν ένα βιβλίο.
Παρ’ όλα αυτά,
δεν ήταν ο αγαπητικός σου,
ήμουν εγώ
και σου έδωσα
ένα τσιμεντένιο μίξερ
ένα τσιμεντένιο μίξερ
γεμάτο με όλα τα χρώματα
του ουράνιου τόξου.

Οι ποιητές δεν είναι καλοί εραστές

Οι ποιητές
δεν είναι
καλοί εραστές

Το βρίσκουν δύσκολο
να χαρούν
ό,τι κάνουν

Σκέφτονται πάντα
το πώς
να το
τελειώσουν

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Ο Jas Herriott Duke (1939–1992) ήταν μια από τις cult φιγούρες της αυστραλιανής ποιητικής σκηνής. Άρχισε να γράφει το 1966. Αναρχικός ποιητής και κινηματογραφιστής, επηρεάστηκε από το νταντά, τον εξπρεσιονισμό και τα πειραματικά κινήματα ποίησης.

Στη δεκαετία του 1960 ταξίδεψε στην Ευρώπη αλλά κυρίως στην Αγγλία όπου συμμετείχε στην υπόγεια πειραματική ποιητική και κινηματογραφική σκηνή στο Λονδίνο και το Μπράιτον. Το 1972 επέστρεψε στην Αυστραλία και εργάστηκε ως γραφιάς και συνέχισε τις ποιητικές του αναζητήσεις και δραστηριότητες. Έγραψε το Destiny Wood (1976), που είναι οι ταξιδιωτικές του εμπειρίες στην Ευρώπη. Μετέφρασε επίσης Γάλλους και Ανατολικοευρωπαίους μοντερνιστές ποιητές.

Ωστόσο, γι’ αυτό που έγινε γνωστός είναι η ηχητική του ποίηση (sound poems). Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν στη Μελβούρνη με τον τίτλο Poems of War and Peace από την εκδοτική ομάδα Collective Effort Press, της οποίας ήταν επίσης μέλος, ενώ ανάμεσα στους άλλους συμμετέχοντες σε αυτή την ομάδα και από τις κύριες φυσιογνωμίες της ήταν και εξακολουθούν να είναι, οι ελληνικής καταγωγής πειραματικοί ποιητές Π.Ο. και thalia. Πέθανε στις 9 Ιούνη 1992.

Έχουν ακόμα κυκλοφορήσει τα βιβλία (στα γερμανικά) Dada kampfen um leben und tod: A prose poem (Το Νταντά αγωνίζεται για ζωή και θάνατο: Μια πρόζα) (Wayzgoose, 1996) και το Alekhine und Junge in Prag σε γερμανική μετάφραση Gabi Malotras (Gangway, 1996).

Το 2003 η Collective Effort Press κυκλοφόρησε το βιβλίο jas d. duke, poems of life and death – perfomance classics, ένα μνημειώδες (κατά τη γνώμη μου) έργο, 320 σελίδων, που περιλαμβάνει ποιήματα, σχέδια, φωτογραφίες του Duke, cd και άλλα. Πρόσφατα, δε, οι ίδιες εκδόσεις οργάνωσαν βραδιά προβολής πειραματικών ταινιών του, για πρώτη φορά στην Αυστραλία μιας και αυτές ήταν στην Αγγλία, σε μπαρ της Μελβούρνης.

Δείτε και ακούστε τον Jas Duke εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=Hpsus4-41bg&feature=player_embedded

Επίσης, βιογραφικό κείμενο στα αγγλικά εδώ http://slackbastard.anarchobase.com/?p=3156

Francois Villon, Μπαλάντες

03f/21/prst/15458/04


Η Μπαλάντα Των Παροιμιών (μικρόν απόσπασμα)

Όσο πάει στη βρύση, τόσο πιο νωρίς σπάει το λαγήνι.
Τόσο η γίδα κακοπέφτει, όσο πιο βαθιά σκαλίζει.
Όσο σίδερο πυρώσεις, τόσο κόκκινο θα γίνει.
Όσο πιο πολύ χτυπάς το, τόσο πιο πολύ λυγίζει.
Όσο πιο μίζερος είσαι, τόσο ο κόσμος σε μανίζει.
Όσο πιο πολύ αλαργεύεις, τόσο κι οι άλλοι σε ξεχνούνε.
Όσο ένας εχτιμιέται, τόσο και μονάχ’ αξίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο αργά θα ‘ρθούνε.

Η Μπαλάντα Του Μπλουά

Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρέμω, τουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη ‘στιά τα δόντια κουρταλώ
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Χαίρουμαι κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Στ’ “αβέβαιος” πάντα βρίσκω τ’ “ορισμένος”
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να ‘βγω
Όταν χαράζει, λέω, -“Καλή νυχτιά!”
Ξαπλώνω, λέω, θα φάω καμιά βροντιά
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Έγνοιες δεν έχω κι είμ’ ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν επιθυμώ
Απ’ όσους μ’ επαινούνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν’ της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά
Μα υπακούω στους νόμους, τι άλλο θες;
Πώς τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Η Μπαλάντα Των Φτονερών Γλωσσών

Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
-για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά-,
σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο
σε ζουμί Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
φαφούτη με τομάρι ψωριασμένο,
σε γέρου μούργου -π’ όμοια έχει καλά-
λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
που τ’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
σε νερά που πνιγμένων ποντικών,
πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά
και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο.
Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
οι κουρέηδες, -σα βγαίνει γιομισμένο
το φεγγάρι- μαυροπρασινισμένο.
Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
που πλένουν κωλοπάνια σε πορνών
κλίσματα, -δε με νιώθουν όσοι κι όσες
δε τρέχουν στα μπουρδέλα όπως εγώ-,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
πάρε τον πάτο των χεσμένονε βρακιών
πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
τσίρλες μικρουλικώνε γουρουνιών,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

*Μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση Εκδόσεις “Γαβριηλίδη”

Η Μπαλάντα Των Κυριών Του Παλιού Καιρού

Πέστε μου που, σε ποιό μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα κι ύστερα η Θαΐς,
η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκια σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Που ‘ν’ η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι’ αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρος Αμπαγιάρ. ‘Αλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
κι έριξε στον Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
του Μάιν, η Σπαρτιάτισσα Ελένη
κι η καλή Ιωάννα από τη Λοραίνη,
η ανάμνηση τους ζωηρή απομένει.
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Πρίγκηψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

*Απόδοση-Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης

Ron Riddell, Μερικές φορές, όταν το φεγγάρι

aDSC04027

Μερικές φορές, όταν το φεγγάρι σκοτεινιάζει
δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να γίνει:
μια καταιγίδα φτάνει, τα σύννεφα περνούν
το μικρό χαμογελαστό μας πρόσωπο επισκιάζεται
δεν βλέπουμε τίποτα πλέον μέχρι την επομένη.

Μερικές φορές, μετά, όταν το φεγγάρι είναι σκοτεινό
και η θάλασσα ανεβαίνει μαζευόμαστε
να ακούσουμε τους εαυτούς τους σε κύματα
να δούμε τους εαυτούς μας σε λουλούδια

και η φωτιά που μας αγαπά
γλυκαίνει την αναπνοή μας
αφήνοντας τις φωτεινές μας σημαίες να πετάξουν

χαρταετούς ψηλά πάνω από την ξεκάθαρη βαθιά λάμψη
των φθινοπωρινών πεδίων και των ωκεανών.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποίηση τέλος

188639_469089919795276_1882426313_n

Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών,τρόπων,συνδυασμών-για την ασφάλεια ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Οσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Γίναμε όλοι ποιητές
Ποίηση τέλος ,λοιπόν
Η ευκολία να γράφουν όλοι ποιήματα
Ακρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

*Από το http://varelaki.blogspot.com