Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποίηση τέλος

188639_469089919795276_1882426313_n

Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών,τρόπων,συνδυασμών-για την ασφάλεια ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Οσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Γίναμε όλοι ποιητές
Ποίηση τέλος ,λοιπόν
Η ευκολία να γράφουν όλοι ποιήματα
Ακρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

*Από το http://varelaki.blogspot.com

Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

getImage

Ο ΣΤΕΡΓΙΟΣ

Το βουνό γονάτιζε νύχτα με το τσεκούρι και χαραυγές
τα ξύλα στην πόλη κατέβαζε με τα μουλάρια.
Στέργιο τον έλεγαν κι είχε πέντε παιδιά –όλα κορίτσια.
Παράλυτος πήγε από κακή ασθένεια και γυναίκες.
Καί τη γυναίκα είχε του σπιτιού
αυτός φωνές και χωρατά καθώς ξεφόρτωνε τα ζώα στην αυλή
κι εκείνη σιωπηλά επιτιμώντας τον
γιατί πουλάει το βουνό τόσο φθηνά
καί χαραμίζει τη ζωή του.

ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο” ( 1973)

Antonia Pozzi, Δον Κιχώτης

dilima+copy

Ι

Πάνω από την πόλη
ξαφνικές σιωπές.

Περνάς
με ένα αόριστο χαμόγελο
τα σύνορα:
γνωρίζεις τ’ αγκάθια όλων των φραγμάτων.

Και προχωράς
πέρα από τις ζεστές ανάσες των ανθρώπων,
τον ύπνο μετά τον έρωτα,
τη λύπη και την αιχμαλωσία.

Πάνω στην πέτρα που είναι γαλάζια
όπως τα στεφάνια του λιναριού,
ελεύθερα
τραγουδάς τρέχοντας:

αλλά κλείνεις τα μάτια
εάν βαθιά στον ουρανό
τα φτερά των μύλων
κουρελιάζονται
στον άνεμο.

ΙΙ

Αδύναμες
από τη γυμνή γη
φτάνουν σε σένα
φοβισμένες κραυγές:
ενώ η μεγάλη φτερούγα
που στριφογυρνά
προλογίζει
τη σταύρωσή σου.

Λώρενς Φερλινγκέττι, Εκεί πέρα στο Σέντραλ Παρκ

toilet_feet

Ναι
και στεκόμαστε εκεί πέρα
στο Σέντραλ Παρκ
ρίχνοντας δεκάρες στις λιμνούλες
και ένας αρλεκίνος
έφτασε γυμνός
ανάμεσα
στις παραμάνες
και τις έπιασε να ξύνουν τις μύτες τους
ενώ θα έπρεπε
να χορεύουν.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νυχτερινές προσδοκίες

164622_425629857510386_745235429_n

Τις νύχτες επιδιώκω
να πετάξω σ’ αναπολήσεις
σ’ εκείνο το πεύκο
που χάθηκε ένα πρωί
στην αυλή της εγκατάλειψης

να γίνω αέρας
σε έρημους νυχτερινές
δρόμους αγρύπνιας

τις νύχτες αυτές επιδιώκω
να βαφτιστώ με ονόματα
που μ’ αρέσουν

να υποδυθώ ρόλους
που ήθελα από παλιά

να ισορροπήσω στον κοφτερό
τεθλασμένο ιστό της ζήσης μου

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μέλλουσα ζωή

agnwsto

Τον έμαθαν να περιμένει
κι αυτός πάντα του να θυμάται πως περίμενε.
Μικρός περίμενε να γίνει μεγάλος.
Μεγάλος περίμενε να βρει δουλειά.
Μετά να φτιάξει οικογένεια
κι αργότερα που πέσαν δυσκολίες
περίμενε να φτιάξουν τα πράγματα,
έτσι που οι στιγμές του χάθηκαν περιμένοντας,
σα να μην υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν παρόν
κι όλα ρευστά νά τρέχαν προς το μέλλον,
γιατί και τούτη η ζωή, έτσι κι αλλιώς,
για κάποιους είναι μέλλουσα.

Δήμος Βιλαέτης, Δύο ποιήματα

9203_503368563029138_1483655090_n

Η Υπόδειξη

Απλωθείτε
στο μνήμα σας
παρελθόν,
ο ουρανός
είναι στο μέγεθος σας.

Η Παρανόηση

Καθώς έδειξα σ’ ένα σημείο
τους ανδριάντες
που δεν στηθήκανε,
όλοι υποθέσανε
πως: μίλαγα για κείνο,
ενώ εγώ έλεγα για σας
που έτσι
αισχρά αγνοηθήκατε.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.

Ελένη Καρασαββίδου, Ο Άβελ και ο Ίκαρος

images

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Όπως έχουμε παρατηρήσει και άλλοτε, αρκετοί ποιητές, όταν νιώθουν ότι φτάνουν στο τέλος ενός κύκλου έργων τους, συνηθίζουν να εκδίδουν τα πονήματά τους σε ένα τόμο των μέχρι τότε απάντων τους. Με αυτόν τον τρόπο, είτε τονίζουν ότι ένας κύκλος ποιητικών συλλογών τελείωσε και θα αρχίσει ένας καινούργιος, είτε έχουν εξαντλήσει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές τους και χρησιμοποιούν τον παραπάνω τρόπο ως μια προσπάθεια επανέκδοσης. Η συλλογική έκδοση των έργων ενός ποιητή βοηθάει και τον αναγνώστη να βρει παλιές εξαντλημένες ποιητικές συλλογές και να δει την εξέλιξη του ποιητή από τις πρώτες ποιητικές του προσπάθειες μέχρι σήμερα.

Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Καρασαββίδου: «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Πρόκειται για μια συλλογική έκδοση όλου του έργου της ποιήτριας από το 1997 μέχρι το 2011. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: «Κλεψύδρα», «Κτόνια αύτο» και «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Μελετώντας και τα τρία μέρη, παρατηρούμε την εξέλιξη της ποιήτριας, που από την προσπάθεια συμβολικών απεικονίσεων κυρίως επηρεασμένων από την ποίηση του Σεφέρη, καταλήγει σε ένα δικό της στυλ, σύγχρονο, κομψό και λιτό. «Για να βρεις τον εαυτό σου / πρέπει να τον ξεπεράσεις», γράφει στο προλογικό της ποίημα η Ελένη Καρασαββίδου και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ποιήτρια, όσο περνάει ο καιρός, ξεπερνάει τον εαυτό της.

Υπάρχουν στιγμές, όπου η Ελένη Καρασαββίδου, στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», μας δίνει τη δική της συγκινητική εικόνα για όσα αφήνουμε πίσω μας, όταν μετακομίζουμε σε ένα καινούργιο σπίτι: «Θα βγάλετε πρώτα τα πράγματα / τα πιο ελαφριά από δω μέσα, / τα βαριά αφήστε τα για το τέλος», είπε. / Τα σπίτια ν’ αλαφρώνουνε σιγά – σιγά / μη γίνουνε μπαλόνια που δεν πέρασαν / από τα μάτια ούτε ενός παιδιού / και – για πάντα – χαθούνε. / «Ναι… Τα πιο βαριά όσο το δυνατόν / πιο μετά. / Τις αναμνήσεις αφήστε τες για το Τέλος».

Στο ποιητικό αυτό πόνημα της Ελένης Καρασαββίδου, βρίσκουμε σκορπισμένα μικρά – μικρά διαμαντάκια, που ξαφνιάζουν με το λιτό τους παρουσιαστικό και το έξυπνο και πολλές φορές πρωτότυπο νόημά τους: «Βαθιά φιλοσοφημένο το τσιγάρο. / Με τη σεμνότητα όσων δεν ξέρουν. Γιατί Γνωρίζουν. / Με μια πράξη σιωπηλή περιγράφει το μέλλον. / Τρέπεται σε στάχτη.» Και αλλού: «Το βιβλίο δεν το γράφεις για τον αναγνώστη. / Το βιβλίο το γράφεις με τον Αναγνώστη».

Σε άλλα ποιήματα, του βιβλίου της Ελένης Καρασαββίδου «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», υπάρχουν αποσπάσματα, που εμπεριέχουν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, δίχως να χάνουν τον εσωτερικό ρυθμό, που απαιτεί το ποίημα: «Καλύτερα να υπάρχεις / και να μην φαίνεσαι / παρά να φαίνεσαι / και να μην υπάρχεις.» Και αλλού: «Δεν μπορούμε να κρατήσουμε της ζωής το πάθος / αν χάσουμε τις αυταπάτες».

Ένα άλλο γνώρισμα της Ελένης Καρασαββίδου είναι ότι συνηθίζει να παίζει με τις λέξεις, φτιάχνοντας ωραίους συνειρμούς: «Έχουν πολύ σιωπή οι λέξεις μου / και πολλές λέξεις η σιωπή μου».

Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες επί σελίδων για την ποίηση της Ελένης Καρασαββίδου στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», όμως, θα αρκεστούμε στα παραπάνω, προσθέτοντας μόνο ένα μικρό ποίημα, που μας υπενθυμίζει ότι καλός ποιητής δεν είναι εκείνος, που γράφει με σκοπό τον εύκολο εντυπωσιασμό, αλλά εκείνος, που νιώθοντας μέσα του την εσωτερική τάση για δημιουργία, παλεύει το στίχο και για να θυμηθούμε λίγο και το Σολωμό: «Με καιρό και κόπο» γράφει το ποίημα: «Γραφιάδες τερπνοί κι ηδονικοί… ξεχνάτε. / Η Λέξη βγαίνει απ’ το ποιείν / και όχι από το γράφειν».

Νίκος Νινολάκης – Την ώρα των εσπερινών

26404229_320598268047530

Την ώρα των εσπερινών που γέρνει
Ο μέγας Ήλιος
Ήρθε ελαφρύς κι αθόρυβος
Του κόσμου τ’ άλλου ο ίσκιος.


*Αναδημοσίευση από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/12/blog-post_22.html
**Ο Νίκος Νινολάκης γεννήθηκε στη Χρυσοπηγή Κρήτης το 1923. Το 1956 μετανάστευσε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Έγραψε ποιήματα, από τα οποία πολλά μελοποιήθηκαν. Το “Beyond Mullamein” του επίσης πρόωρα χαμένου συνθέτη και μουσικού της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης Κώστα Τσικαδέρη (εδώ στο http://www.youtube.com/watch?v=FB3SIisqrL4) είναι επηρεασμός από την ποίηση του Ν.Νινολάκη. Συνδυάζονται εδώ λαϊκά μουσικά όργανα όπως το μπουζούκι, με παραδοσιακά όργανα των ιθαγενών της Αυστραλίας, όπως το ντιντζεριντού. Ο Νίκος Νινολάκης πέθανε στη Μελβούρνη το 1982.

Loula S. Rodopoulos, Epistrophe: The Return (Εις μνήμην / In Memoriam)

sc

charred tomb parked outside police station
blackened mudguard shattered tinted windscreen
hang over cliff’s edge opposite soccer stadium wall
farewell seascape of his youth
parents died without seeing their émigré son again
he served rich diners in New York saw the twin towers fall
dreamed of retirement reunited with siblings
and friends in village of his birth
at last aged pension savings farewells return
a renewed life marred with bitterness
social misunderstandings petty jealousies
inheritance squabbles preceded the final insult
onslaught of malignancy contradictory medical opinions
bereft of therapeutic options cared for by strangers
Will witnessed by friend from childhood
Look what I’ve become! Is this how man ends! he’d said
dared not reveal his plan inquisitive townsfolk
stop and stare at skeleton of his car
death notices pinned on Church hoardings
rumours abound He must have had problems. They decide

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το Transnational Literature Vol. 4 no. 1, November 2011.
**Για τον πρόσφατο χαμό της ποιήτριας διαβάστε εδώ http://diasporic.org/
**Βιογραφικό σημείωμα εδώ http://diasporic.org/author/rodopoulos/