Γιάννης Βαρβέρης, Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι

38xa_2_530x351

Μεγαλώσαμε και είμαστε
πολύ πικραμένοι.

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια
υγιείς εμείς
μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
Έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μάς παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
πικραμένοι.

Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.

Άρης Αλεξάνδρου, Με τι μάτια τώρα πια

2_1_1

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης οδών” (1959).

Melissa Petrakis, Πάνω απ΄ τις στέγες

285614_10200631218171616_1194365827_n

Τώρα πάει εξέρχεται γρήγορα,
ένας μονόλογος που διανεμήθηκε
ο ρόλος που ερμήνευε ολοκληρώθηκε
και έχοντας κουραστεί
είναι ώρα να έρθει στο κέντρο της σκηνής

Ένα ηλιακό μπαλόνι
που χάνεται ο σπάγκος του…
ελεύθερο από σφίξιμο
σηκώνεται στους ουρανούς
και φεύγει γρήγορα
μακριά πάνω από τις στέγες

Ένα άδειο κουτί από γάλα
ένα κουτί χρησιμοποιημένα μαύρα σπίρτα
κορυφή μπουκαλιού
χωρίς μπουκάλι ν΄ αρμόζει
και μονές κάλτσες αταίριαστες.

Αισθάνομαι την απουσία επαφής
στις σχέσεις μας
όχι σαν λεπίδα μαχαιριού
μέσα στο στήθος μου
μα σαν κρυφό
επιφανειακό κρύο
μεταλλικά σκληρό και αποφασιστικό.

Αισθάνομαι την απουσία
σαν χειμωνιάτικο αγέρα
στην παραλία
άμμο στα μάτια μου
δέρμα κεντρισμένο από αρμυρές ψιχάλες
που επιμένουν
και άκρα του σώματος
που πονούν παραιτημένα
στο μούδιασμα του κρύου.

*Από τη συλλογή “Naked muse” (Domain Press, Μελβούρνη 2001). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Massimiliano Damaggio, Προσευχή

6936_10151222045899724_806734533_n

Σήμερα η ποίηση πρέπει να είναι μια πέτρα.
Πάρτε και ρίξτε όλοι σας.
Αυτή είναι η πέτρα μου που προσφέρω ως δώρο για εσάς.
Στην μικρή απόσταση απ’ το χέρι ως το στόχο
ένα ποίημα σφυρίζει σαν σχοινί στον άνεμο.
Μακάριοι αυτοί που θα χτυπηθούν.
Αλλά πως μπορεί ένα ποίημα, αναρωτιόμαστε
να πληρώσει τα ψώνια, το φως και την χημειοθεραπεία;
Τι μπορεί ενάντια το τραπεζικό ταμείο ενάντια το δάνειο, που όργανο βαστάει
που το κερί κρατάει;
Ακριβώς: τι μπορεί
εάν εσύ που διπλώνεις το σεντόνι των στίχων
βάζεις τις λέξεις σε στήλη στην σελίδα την λευκή
για να παραμείνει, αν και γραπτή, λευκή
και μετά σηκώνεις το χέρι σου να ρίξεις ένα φτερό
ή χειρότερα να ζητήσεις την άδεια για να πας για κατούρημα;

***

Αυτό το βράδυ περνάω απ’ την Ομόνοια
όπου οι σύριγγες καρφωμένες στην άσφαλτο
λάμπουν σαν μικρά αφιερωτικά κεριά
στη λάμψη του χρηματοπιστοτικού κόσμου.
Στην πρόσοψη του εμπορικού κέντρου
ένας καταρράχτης από χριστουγεννιάτικα φώτα:
μακρές φάλαγγες από καταναλωτές αγαθών ή ναρκωτικών
γονατίζουν, προσεύχονται και προσφέρουν κέρματα.
Εσύ μου λες: “ Εγώ σου λέω
ότι η γλώσσα είναι δυνατή
διότι με αυτή μπορείς να λες τα πάντα.”
Αλλά το βλέπεις κι από μόνος σου
μόνον εάν γράφεις ΕΚΠΤΩΣΗ!
ξεπροβάλλουν στα κτίρια
οι ειδήσεις μιλάνε γι’ αυτό.
Κι εσύ που μου λες:
“Η ποίηση είναι σαν το ψωμί, όλων”.
Αλλά το βλέπεις κι από μόνος σου
σήμερα το ψωμί
είναι μια προσφορά στο φυλλάδιο.
Πάρτε και αγοράστε όλοι
αυτό είναι το φυλλάδιό μου
που σας προσφέρω σαν συμπαράσταση.

***

Η βροχή κυλάει στους κάδους
διαλύει τα σκουπίδια που στάζουν
βουβά
στα χέρια εκείνων που σκάβουν μέσα της.
Κοίταξέ τους, όπως σου έλεγα
δεν μου φαίνεται να μαζεύουν ποίηση
δεν μου φαίνεται να ψάχνουν μια πέτρα
ή αν η ποίηση ήταν πέτρα
δεν θα μπορούσανε να την μασήσουν.
Στον καθρέπτη των νερόλακκων
άνθρωποι πλάγιοι, σκουριασμένοι στύλοι
πάσχουν από πείνα
χρόνια κάθονται στο πεζοδρόμιο.

***

Άρα, λοιπόν, ως εκ τούτου:
τι πρέπει να είναι σήμερα η ποίηση;
Σήμερα η ποίηση πρέπει να είναι ένας σπόρος.
Ανοίξτε στα δυο τα σώματα τούτων των νεκρών
και να τα σπείρετε όλοι
αυτός είναι ο σπόρος μου που θα μεγαλώσει μέσα σας.
Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέσει εις την γην
και αποθάνει, αυτός μόνος μένει·
εάν όμως αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει.
Σήμερα η ποίηση πρέπει να είναι μια προσευχή.
Τίποτε άλλο από μια προσευχή
σε μορφή πέτρας
που το χέρι εκσφενδονίζει.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο φύλακας των κοπαδιών

images

Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.
Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου
κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.
Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά
και με τα χέρια και τα πόδια
και με τη μύτη και το στόμα.
Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις
και να το μυρίζεις.
Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις
την αίσθησή του.

Γι’ αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη
νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο
κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια
και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,
νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει
στην πραγματικότητα,
ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.

*Μετάφραση: Φ. Δ. Δρακονταειδής

Νίκος Καρούζος, Πιστεύω εις έναν Ποιητήν εκτός ουρανού και επί γης εξόριστο που λέει η τρέλα μ’ αρέσει

929523304_f03ac0db6c_o3

Tρέχει μέσ’ στα χαράματα το ελάφι
που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος
εδώ που κατοικώ
ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.
Iδού ο Tρέχων
έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.
Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Tρέχων
και το σύρουν
άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.
Mέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω
προς τον άγνωστο προορισμό μου.

Α

Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού
φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής
και επί γης εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου.

Β

Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.

Γ

Υποφέροντας άχραντα ουσιαστικόν
ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.

Δ

Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.

Ε

Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.

Ζ

Ο Ποιητής έχει τίποτα βλέπε τους αναχωρήσαντες.

Η

Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει:
η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη.
ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.

Θ

Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.

Ι

Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.

Κ

Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.

Λ

Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.

Μ

Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.

Ν

Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.

Ξ

Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!

Ο

Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.

Π

Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.

Ρ

Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.

Σ

Είναι ουραγός της μητέρας.

Τ

Ανέσπερος από ηλικία.

Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.

Φ

Σε ανώτερη απελπισία.

Χ

Σε φαεινότερη πεμπτουσία.

Ψ

Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.

Ω

Συγχωρώντας τους πάντες.

Γιώργος Αλισάνογλου, Σκέψεις γραμμένες με… πινέλο

remain+copy

Ζωγραφίζω χιλιάδες πουλιά σταυρωμένα πάνω στο φόντο της νύχτας
Ζωγραφίζω σκέψεις που πια δεν τολμώ να κάνω…
Σκέψεις που τρέχουνε πιο γρήγορα απ’ τη μέρα που έφυγε και δεν την
προφτάνω
Κρυμμένες τόσο βαθιά κάτω από την ορφάνια του παιδιού που με χλευάζει…

Ζωγραφίζω πράγματα που ο νους δεν τα χωράει
Μια πριγκίπισσα που μ’ ένα κρίνο στην καρδιά της ξεψυχάει
Ζωγραφίζω τα πολλαπλά πρόσωπα του διπλανού μας θανάτου
Καθισμένος στην πλάτη του σύμπαντος, ένα γαλάζιο βράδυ Σαββάτου.

Ζωγραφίζω τη μοναξιά της δίπλα πόρτας σε χρώμα θαλασσί
Και τον χάροντα σαν γέρο να πίνει φτηνό κρασί…
Έξω απ’ των ματιών μου τη σιχασιά
να προσμένει χρόνια τώρα, μα να μη μπορεί να μπει!

Ζωγραφίζω μια υδρόγειο σφαίρα και εγώ στο κέντρο
Να πλανάμαι στις πέντε ηπείρους αγκαλιά μ’ ένα δέντρο
Γεμάτο με πολύτιμους λίθους, σαν δισάκι πάνω στον ώμο
Να με ταξιδεύει σ’ άλλους καιρούς
και να βρέχομαι απ’ το χρόνο

Ζωγραφίζω ένα ψυχεδελικό δράμα όλων των αισθήσεων
Που μου δίνει έμπνευση ακόμα πιο μεγάλη, για να ζωγραφίζω
Τους βουβούς κυκλώνες αγάπης,
τους εραστές των παραισθήσεων
Γιατί και ‘γω, απ’ αυτούς είμαι ένας το πινέλο σαν αγγίζω…

… και ζωγραφίζω, εκατομμύρια ροζ καρδιές,
που γράφουν Σ’ ΑΓΑΠΩ
Και κάπου εκεί, βρίσκω εσένα. Καθισμένη στα σκαλοπάτια
του Απόστολου Παύλου
… να με περιμένεις, ενώ πάλι άργησα στο ραντεβού, γιατί ήθελα απλώς να
ζωγραφίσω!..

*Από τη συλλογή «Άηχες κραυγές» (2001)

Antonia Pozzi, Δέηση στην ποίηση

by+wk+inderact

Ω, εσύ όμορφα μου ζυγίζεις
την ψυχή, ποίηση:
εσύ ξέρεις εάν λείπω και χάνομαι,
εσύ που η άρνησή σου
φέρνει τη σιωπή.

Ποίηση, σου εξομολογούμαι
πως είσαι η βαθιά φωνή μου:
εσύ το ξέρεις,
εσύ το ξέρεις πως έχω προδώσει,
έχω βαδίσει στο χρυσαφένιο λιβάδι
που ήταν η καρδιά μου,
έχω πατήσει το χορτάρι,
ερειπωμένη η γη –
ποίηση – εκείνη η γη
όπου εσύ μου είπες το πιο γλυκό
από όλα τα τραγούδια σου,
όπου ένα πρωινό για πρώτη φορά
είδα να πετά μέσα στη γαλήνη ο κορυδαλλός
και με τα μάτια γύρεψα να τον φτάσω –
Ποίηση, ποίηση που απόμεινες
η βαθιά ενοχή μου,
ω βοήθα με εσύ να ξαναβρώ
τον τόπο που άφησα εκεί ψηλά –
Ποίηση που χαρίζεσαι μονάχα
σε όποιον με μάτια όλο δάκρυα
αναζητά τον εαυτό του-
ω ξανακάνε με εσύ αντάξιά σου,
ποίηση που με φυλάγεις.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” της Θεσσαλονίκης.

Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου (απόσπασμα)

255104_300730830027175_1696343635_n

…Βαδίζω μέσα στις στοές των ήχων,
ρέω ανάμεσα στις παρουσίες που αντηχούν,
σαν τον τυφλό διασχίζω τις διαφάνειες,
ένας κατοπτρισμός μ’ εξαφανίζει, γεννιέμαι μέσα
σ’ έναν άλλον,
ω δάσος με τους μαγεμένους κίονες,
κάτω απ’ τα τόξα του φωτός διεισδύω
σε διαδρόμους φθινοπώρου διάφανου,

πηγαίνω στο κορμί σου καθώς πάω με τον κόσμο,
η κοιλιά σου είν’ ένας τόπος ηλιόλουστος,
τα βυζιά σου δυο εκκλησιές όπου το αίμα
δοξολογεί τα παράλληλα μυστήριά του,
τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν όπως ο κισσός,
είσαι μια πόλη πολιορκημένη από τη θάλασσα,
ένα τείχος χωρισμένο από το φως
σε δυο μισά, χρώμα ροδάκινου,
ένας τόπος αλατιού, βράχων και πουλιών,
κάτω απ’ το νόμο της συσπειρωμένης μεσημβρίας,

ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό,
το κολιμπρί καίγεται σ’ αυτές τις φλόγες,
πάω στο μέτωπό σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου, …

*Μετάφραση: Γιώργος Μακρής

Γιώργος Φιλιππίδης, Εγωτική προπαγάνδα

71ab1197965a26d2e4379f8b23c36ebb_L

1

Προλετάριοι,
στον μάρσιπο της οθόνης κουλουριασμένοι βρεφικά,
στην υγρή σπηλιά της χιλιετίας που έρχεται νυχτερίδες.

Κουρελήδες της αισθητικής,
εσείς,
πιο ταπεινωμένοι κι από Ινδιάνο ιθαγενή,
αφήστε πια τις μηχανές,
παρατήστε τα πόστα σας,
μπαίνετε ευθύς
στη δούλεψή μου.

Κοχλάστε! με το βιολί μαζί μιας ελεγείας για πάρτη σας
και για πάρτη μου,
εξορύξτε μάγμα απ’ το λαρύγγι
των λόγων μου!
Άντε,
προφτάστε να ζήσετε!

2

Σαν πλαστική μπάλα
στο ρύγχος φώκιας
το ανθρώπινο σώμα κάνει τραμπάλα,
σ’ έναν πίδακα
σιντριβανιού από λέιζερ
ανία
ατονία
κατάθλιψη
σύνθλιψη.

Καιρός τσιτωμένος – επικοινωνιακή αγκύλωση.
Καιρός όστρακο
κι εμείς το μουχλιασμένο του μαργαριτάρι.
Δεν γίνεται αλλιώτικα!
πρέπει ακριβά
να πουληθεί το τομάρι μας,
κανείς να μη μάθει
πόσο φθηνοί είμαστε!

3

Εμφιαλωμένο νερό,
συσκευασμένο ψωμί,
«Μια εποχή στην Κόλαση»
ως και ο ουρανός, κι αυτός
ζητάει τα δικά του,
είμαστε όλοι συμπαίκτες στο παιχνίδι
της ιδιοκτησίας.

Μα που ακούστηκε
παύση πυρός για τους ρημαχτικούς,
διηπειρωτικούς πυραύλους της φαντασίας μας.
Που ακούστηκε
οι πιο ωραίοι,
σαν επηρμένα ηλιοτρόπια
αδέσποτα απ’ τον ήλιο,
πεισματικά τριγύρω απ’ τον εαυτό τους να γυρίζουνε;

ρομποτικά
παρελαύνει ο κόσμος,
ξοπίσω αφήνοντας
να χάσκουν χρόνια, χρόνια
σαν έκταση καρβουνιασμένη
απ’ τα ρουθούνια αυτά του δράκου.

4

Σαν σε προθάλαμο χειρουργείου,
η φρίκη
βηματίζει νευρικά στον οισοφάγο μου,
τα παιδιά της ανασταίνονται,
που έλεγες, χθες,
είχαν πεθάνει.
Φοβάμαι,
και τούτο
είναι όλο.

5

Ακούστε καλά !
κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα,
σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου,
στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου
όπου,
απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται
η αστροσκόνη που είμαι.
Ακούστε καλά!
κυνηγημένοι σαν Βιετναμέζοι
στη ζούγκλα των τοξικών αναθυμιάσεων
φεύγουμε
φεύγουμε
φεύγουμε μακριά.

Το σκηνικό
μαύρο με φώτα αχνά
τα αστέρια και τους ετερόφωτους πλανήτες
και πλέουμε
όπως νάναι,
λαθραία,
ολοταχώς για ποιος ξέρει πού,
στους δαιδάλους του διαστήματος
«τεχνολογία», ψελλίζοντας,
«είσαι η αρχαιολογία του αύριο».

6

Ακούστε καλά,
Αριστεροί σύντροφοι,
λαός,
ταξική πάλη,
καπιταλισμός,
τίποτα δεν είναι αλήθεια,
τίποτα δεν είναι αλήθεια,
ο Μαρξ επωάζει
το αργιλώδες αυγό
των «ανθρωπίνων αδυναμιών» σας.

Ελληνική Δημοκρατία,
άκου καλά!
μ’ ένα γαλανόλευκο κουτάλι
με μπουκώνεις
με πηχτό σκοτάδι,
συνθετικό από τους άθλους των ηρώων σου.

Δεν θέλω!
Δεν ξέρω ήρωες,
εκτός μονάχα
τον εαυτό μου.
Καθένας μας ας αρκεστεί
στον προσωπικό του ήρωα.

8

Δύση.
Ο πολτός του ήλιου σιγοβράζει
αποψιλώνοντας το βουνό.
Απ’ την πλαγιά κάθε τόσο
εκτοξεύονται με κρότο
τα τελευταία ξεχασμένα
φυσίγγια του πάθους.

9

Αφού σπαρτάρησε
στ’ αγκίστρι της βίας,
η Ευρώπη κοιμάται
σαν κρέας σε χασάπικο,
φρουρούμενη
από διμοιρίες μπάτσων.

10

Αδέρφια μου,
ακούστε καλά,
μια μέρα θα φτιάξουμε
τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε,
μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του
θα αντλήσουμε
ζεστή σοκολάτα
και λουλούδια εντελβάις,
πολύτιμο δώρο
γι’ αυτούς που παλεύουνε
για να γίνουν παραμυθένιοι,
ίσως για μια γυναίκα,
ίσως, απλά, για την καύλα του
παραμυθιού,
ίσως αλλόκοτα,
γιατί αλλιώς δεν θα
μπορούσαν.
Εκδίκηση,
Στ’ όνομα καθετί εύθραυστου!