Όταν θα πεθάνω,
με την κιθάρα μου αντάμα,
θάψτε με κάτω απ΄τον άμμο
Όταν θα πεθάνω,
στις πορτοκαλιές ανάμεσα
και στις μέντες.
Όταν θα πεθάνω,
θάψτε με,παρακαλώ,
στον ανεμοδείχτη.
Όταν θα πεθάνω!
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη•
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
1896
Στοχασμοί ξαναγυρίστε σε μένα.
Παντρευτείτε
του πελάγου βάθη και της ψυχής. Αυτοί
που δείχνουν πάντοτε τ’ ωραίο,
είναι,
θαρρώ,
απλώς ανόητοι.
Έχω τη χειρότερη καμπίνα
απ’ όλες τις καμπίνες,
η νύχτα πάνωθέ μου
με βήματα βαρεία,
η νύχτα,
σπώντας τη γαλήνη του δαπέδου,
σέρνεται ο χορός,
ψιθυρίζεται το τραγούδι:
«Μαρκίτα,
τα ωραία σου τα μάτια
είναι για μένα…»
Και γιατί
νάναι για μένα,
που δεν έχω
φράγκο τσακιστό;
Η Μαρκίτα
(σφυρίχτε)
για εκατό φράγκα
πηγαίνει στον πελάτη.
Οι προλετάριοι
φτάνουν στο σοσιαλισμό
απ’ τη γη.
Γη με τα’ ανθρακωρυχεία,
τα δρεπάνια
και τις τσουγκράνες,
εγώ,
βουτώ μες στο σοσιαλισμό
απ’ τον ουρανό της ποίησης,
γιατί
δεν υπάρχει για μένα
χωρίς αυτόν αγάπη.
Τι κι αν είμαι
αυτοεξορισμένος,
τι κι αν στο διάολο μ’ έστειλαν,
τ’ ατσάλι των λέξεων σκουριάζει,
το πετσί της φωνής μαυρίζει.
Γιατί να βραχώ
από ξένες βροχές,
να μουλιάσω,
να λεκιάσω,
να σκουριάσω;
Νάμαι
πέρα απ’ τους ωκεανούς,
κατάχαμα πεσμένος,
κουνώντας με κόπο
της μηχανής μου τα κομμάτια.
Φαντάζομαι
πως είμαι
μια φάμπρικα Σοβιετική
για να παράγω ευτυχία.
Ο πόθος σας είναι
να με δρέψτε σα λουλούδι των αγρών,
ύστερ’ από τους κόπους μιας ημέρας; Όχι!
Θέλω
το Πλάνο
να ορίζει
τι πρέπει κανείς να κάνει σ’ ένα χρόνο.
Θέλω
να ζυγίζει ο κομισάριος του μέλλοντος
τους δικούς μου στοχασμούς.
Θέλω
η καρδιά να δέχεται σα δώρο
ξεχωριστού εργάτη
την απεραντοσύνη της αγάπης.
Θέλω
στο τέλος του έργου
ο επιθεωρητής εργασίας
να μου κλείνει τα χείλια
μ’ ένα λουκέτο.
Θέλω
η πέννα
να εξισωθεί με τη λόγχη.
Απ’ τ’ ατσάλι,
απ’ το χύσιμο των μετάλλων,
απ’ το δούλεμα των στίχων,
ο Στάλιν
θα κάνει την αναφορά του
στο Πολιτικό Γραφείο.
«Να,
θα πει,
εμείς τα παιδιά της εργατιάς
έχουμε φτάσει
στις κορφές,
μέσα στην Ένωση
των Δημοκρατιών,
η κατανόηση
των στίχων, ξεπερνά τους προπολεμικούς κανόνες…»
* Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε αυτό το ποίημα όταν επέστρεφε από τη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβρη τον 1925.
Πιο ελεύθερος
από ό, τι τα περισσότερα πουλιά
ένας αετός πετά
πάνω από το Σαν Φρανσίσκο
πιο ελεύθερος από τα περισσότερα σημεία
υψώνεται ψηλά
πλέει και γλιστράει ψηλά
στους ακόμα
ανοιχτούς χώρους
πετώντας από τα βουνά
βουτώντας κάτω
μακριά πάνω από τον ωκεανό
όπου το ηλιοβασίλεμα έχει αρχίσει
να είναι ένας καθρέφτης του εαυτού του
Ανοίγει πανιά ψηλά
παίρνοντας στροφές και στροφές
εκεί όπου τα υδροπλάνα θα μπορούσαν να στρίψουν
εκεί όπου πολεμικά αεροπλάνα θα μπορούσαν να καούν
Περιστρέφεται καιγόμενος
στον κόκκινο ήλιο
αναρριχάται και γλιστράει
και διπλασιάζεται
τώρα πάνω από τον ωκεανό
τώρα πάνω από τη γη
ψηλά πάνω από χάρτινους ανεμόμυλους
πιπιλίζοντας στην άμμο,
εκεί όπου στεκόταν ένα λούνα παρκ
περήφανος αετός στον ήλιο που δύει
Ό,τι έμεινε από την άγρια φύση μας.
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.
Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.
* Από τη συλλογή “Το φράγμα της Σιωπής” (1965)
**Το πήρα από το http://poihsh-logotexnia.blogspot.com.au/2013/02/blog-post_6943.html
Γίναν αγκάθια τα τσίνουρα, βράζει το δάκρυ
στο στήθος μου τώρα
νιώθω χωρίς να φοβάμαι τι θα ‘ρθει και βλέπω πως
έφτασε η μπόρα.
Κάποιος αλλόκοτος, βιάζει με, κάτι απ’ τη μνήμη
να σβήσω.
Πνίγομαι κι όμως, το ορκίζομαι, μέχρι θανάτου το θέλω
να ζήσω.
* Άσε με να φύγω Βορονέζ, χαλάρωσέ το το λουρί
θα πέσω από τα χέρια σου, ή από το ράμφος σαν τυρί
θα με πετάξει η αφεντιά σου, ή πίσω θα με φέρει
–το Βορονέζ είναι κοράκι, τρέλα και μαχαίρι.
*Mετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
Βλέπω τον φτωχό απ’ τον φτωχό πιότερο να βοηθιέται.
Τα μάτια μου βουρκώνουν για την πόρνη, τον κακούργο, τον επαίτη.
Η καρδιά μου σκίζεται όταν βλέπει φυλακισμένες ψυχές
και σβήνει όταν η ελευθερία οποιουδήποτε χτυπιέται.
Εκείνοι που μοχθούν τα λιγότερα έχουν,
και στην γιορτή αυτοί δεν συμμετέχουν.
Αυτή που κλέβει ψεύτικο δαχτυλίδι θα βιαστεί,
αυτός που αυτοκρατορία κλέβει, βασιλιάς θ’ αναδειχτεί.
Τέσσερεις ήρωες βλέπω να κρέμονται απ’ τις θηλιές
και μαζί τους τις ελπίδες τους να κρέμονται νεκρές.
Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, μέλλον,
χαμένα, αδύνατα, το άτομο αβέβαιο.
Νέους πολλούς τα περασμένα βλέπω να θυμούνται χρόνια.
Τα μάτια μου λάμπουν από νέες ελπίδες, όχι από δάκρυα.
Σαν το χαρούμενο πουλί η καρδιά μου κελαηδεί.
«Αφήστε την φωνή των ανθρώπων (τώρα) ν’ ακουστεί!»
*Από το “Give Me Soil to Fly In” του Richard Rudolph, Dennis Sullivan (εκδ.), Baobab Books Publishers, Βούρισβιλ, Ν. Υόρκη, 1977, σελ. 17.
Άτιτλο
Ο πιο πολύς κόσμος αγνοεί
την ποίηση
επειδή η ποίηση
αγνοεί τον πιο πολύ κόσμο.
Έκλεισα την πόρτα
Έκλεισα την πόρτα στον τρόμο
Και ο τρόμος παρέμεινε μέσα.
Ένας άνθρωπος που τρώει κρέας
Ένας άνθρωπος που τρώει κρέας
θέλει να βάλει στα δόντια του κάτι.
Ένας άνθρωπος που δεν τρώει κρέας
θέλει να βάλει στα δόντια του κάτι άλλο.
Εάν αυτές οι σκέψεις σ’ ενδιαφέρουν
έστω για μια στιγμή
είσαι χαμένος.
Το γράμμα
Όταν πήρα το γράμμα σου
στα χέρια μου δεν μπορούσα να πω
αν θα το διαβάσω ή όχι.
Λοιπόν ποτέ δεν απάντησες
Λοιπόν ποτέ δεν απάντησες στα γράμματά μου
Δεν περιμένω πια ή δεν απαιτώ κάτι
Σ’ αυτό το ύστερο στάδιο θα είναι παράξενο
να ρωτήσεις τον ταχυδρόμο
εάν έχει για μένα
ένα φάκελο που να αντιφεγγίζει
σ’ ένα μικροσκοπικό άστρο.
*Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται σε ένα μικρό τόμο με τον τίτλο «Poetry of the Class War» που εκδόθηκε τη δεκαετία του 1980 στο Leeds της Αγγλίας από την ομάδα Anarchist Black Cross για την οικονομική ενίσχυση δράσεων αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους. Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Μπορείτε να κατεβάσετε τον τόμο σε ζιπαρισμενο φάκελο από το http://www.mediafire.com/?mqnnmdzmzyn
Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή
της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…
(1944)
Είμαι μακρινός σαν μακρινή χώρα σε μακρινό τόπο
λυρικά επικαλούμαι την φιλία της πέτρας
που δεν αλλάζει το σχέδιο της:
να υπάρχει.
Ετούτο το τοπίο δεν είναι σκληρό σαν τη σιωπή.
Είναι σιωπηλό σαν άνθρωπος μονάχος.
Το φως είναι πολύ
ο οργανισμός εξατμίζεται:
μένουν κάποια κόκκαλα, που ο ήλιος γυαλοκόπησε.
Θα ήθελα να μείνω εδώ
στην άσπρη καρέκλα του χρόνου
να ακούσω τις πέτρες και τον άνεμο
μέχρι το σώμα, διάτρητο από το φως
να στεγνώσει λοξά, σαν μια νεκρή αγαύη.
*Από τη συλλογή “Εννέα ποιήματα στα Ελληνικά”.