Δημήτρης Τρωαδίτης, Αναδρομές

tumblr_lmv7kp2Cdh1qksiu6o1_500-300x221

Αναδρομές μένουν σ’ αρχαίους παραστάτες
όνειρα αιώνιων απομνημονευμάτων
παραπληροφόρηση παλαιάς κοπής
σε σύγχρονο περιτύλιγμα
καταβύθιση σ’ αδιάφορες αφηγήσεις
ελώδεις επιφάνειες λογιδρίων ασυνάρτητων
που προβάλλονται ως αξιοπρεπείς φράσεις

όλα αυτά φράζουν τις διεξόδους μας
απαράδεκτα και με θράσσος
αποκλείουν τα μονοπάτια
λαβύρινθοι διαβολικής έμπνευσης
τεχνηέντως ειρημμένοι

δεν υπάρχουν είσοδοι και έξοδοι
άνοδοι και κάθοδοι
μόνο φάσεις κι αντιφάσεις
να τις πολεμήσεις
τα τείχη αυτά να πέσουν
να διαρραγεί η βαρβαρότητα
να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης
για να λυθούν τα… μάγια

Octavio Paz, Μούτρα

PAZ+OCTAVIO

Σαν μια μητέρα που πολύ αγαπάει, μητέρα τρομερή που πνίγει,
σαν λέαινα εξόχως σιωπηλή και αυθεντικώς ηλιακή,
σαν ένα κύμα που μόνο του είναι όλη η θάλασσα
έφτασ’ αθόρυβα, και στον καθένα μας τη θέση της επήρε σάμπως βασιλιάς,
και οι γυάλινες ημέρες έλυωσαν και σε κάθε στήθος τώρα πια οικοδομείται   
θρόνος ακανθών και ανθράκων
και η επικράτειά του είναι ένας επίσημος λόξυγκας, μια συντεθλιμμένη   
αναπνοή θεών και ζώων με μάτια διεσταλμένα,
και στόματα γεμάτα έντομα ζέοντα που προφέρουν την ίδια συλλαβή μέρα   
και νύχτα, μέρα και νύχτα.
Καλοκαίρι, στόμα αχανές, φωνήεν φτιαγμένο με αχνούς και λαχανιάσματα!

Continue reading

Κωνσταντίνος Καβάφης, Δύο ποιήματα

385189_429166953819537_502966545_n

Στες Σκάλες

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.

Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.

Μισή Ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.

Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.

Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.

Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.

Δημήτρης Τσαλουμάς, Το ψυγείο

579325_558112197552971_802739674_n

Στις στοές των ψυγείων κρέμονται αναιμικά
τα σφαχτά. Ξαφνικός και επιδέξιος
με ριγωτή ποδιά στο σκίρτημα του φωτός
εμφανίζεται μες στα τσιγκέλια αυτός,
κι επιλέγοντας γυμνότατον αμνόν απέρχεται
σφραγίζοντας ξανά το σκοτάδι.

* Αναδημοσίευση από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/12/blog-post_5393.html

Κατερίνα Γώγου, Η μοναξιά

2012111800159-preview

Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσιο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω απ’ όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοκτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είν’ η Κοτζιά –
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατέλειωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ–ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω απ’ τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει…
Κ.ΓΩΓΟΥ

Θεόδωρος Ντόρρος, Καμιά φωνή

549826_567770126580447_58510893_n

Δε με χωρούν οι τόποι σας
Ούτε οι χαρές σας ούτε ο πόνος μου
Δεν είναι δυνατό μου να ζω κάθε στιγμή ο ίδιος σας.

Σας θάβω και με θάβετε.
Και η ασκήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το θάνατο.
Κουβέντες μόνο
απ’ τα ψηλώματα του νου.
Τέτοιες, που σβήνουν κάθε «πιο αληθινό»
με στεναγμούς υπομονής,
και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.

Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.

Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
Και σε κανένα μπρος.
Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
σαν τρελός,
με φλέβες φουσκωμένες.
Κι άλλος κανείς.

Φωνή της ανθρωπιάς
κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
και που παγώνει κάθε ψέμα ζεστασιάς,
ακόμα δεν ακούστηκε.
Μόνο να πει:

«Σταθείτε και σωπάστε.
Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
και τα δικά σας
στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
στις κυριότητες του νυσταγμού σας

Γίνετε λίγοι.

Πολύ λίγοι για να ’στε ζωντανοί».

Κει που ’στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
Και βάρβαρη η δική μου
όταν μου λείπει η συφορά σας.

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτβμού το χάζι”, Εκδόσεις Αμοργός 1981 – πρώτη έκδοση συλλογής Παρίσι 1930.

Γιώργος Αλισάνογλου, “[ΣΧΕΔΟΝ ΜΠΟΝΤΛΑΙΡΙΚΟ] Ή Όρια Άνοιξης ΙΙ”

_MG_0389_inset

Αύριο κάποιοι άλλοι θα είσαστε
Μέσα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια
Του χρόνου

Όταν θα πορεύεστε
Στα δροσερά απόκρυφα
Τυχαίων προσφορών
Καρφώνοντας σημαίες μελανές
Στων νεκρών τα μπερδεμένα σκέλια

Τότε θ’ αναφωνήσετε:
Ω! Τι ομορφιά!
Και θα ‘ναι το αιώνιο κρίνο
Που θα σας τρώει με φιλιά
Λίγο λίγο

Και τότε η ζωή σας
Θα αποκτήσει φόντο και ορίζοντα
Και τότε η ζωή σας
Θα θρονιαστεί σε πλαίσια πολυτελή
Και τότε η Τέχνη σας θα μιμείται
Έναν θάνατο επαίτη
Που κουτσαίνοντας
Ανάμεσα στα μάτια σας
Θα σφηνωθεί

Θα τυφλωθείτε από Τέχνη
Αλίμονο!
Θα τυφλωθείτε!
Κι έτσι θα μοιάζει το καινούργιο σας
Πορτραίτο

Γιατί αύριο θα πρέπει να ζήσετε
(Έστω τυφλοί)
Ψηλαφώντας αυτή την θαμπή υποψία
Αιωνιότητας και Άνοιξης

Γιατί αύριο θα πρέπει να μιλήσετε
Αύριο θα πρέπει να πείτε για τον
Άγγελο της Ποίησης
Αν τύχει και συναντήσετε ποτέ
Μια τέτοια πολυτέλεια!

[Ο αληθινός άγγελος είναι εκείνος που διανύει το χάος/ που διανύει τον δρόμο προς το τέλος της ιστορίας/ με ψήγματα/ με όρια Άνοιξης στο πέτο/ εν τέλει, αυτός είναι και ο μόνος τρόπος του να υφίσταται ως Ποίηση/ και αυτό είναι το μόνο στέρεο σημείο ανάμεσα στην ενόραση, στην Τέχνη και στον ίλιγγο του υπάρχειν!]

*Από ανέκδοτη ποιητική ενότητα, 2003) βλέπε και http://bibliotheque.gr/?p=14308
**Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poemsgolitsis.blogspot.com

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη

Από τον τοίχο της Χara Moraiti και από το Αρμενάκι Λογοτεχνικό
tsvetaeva

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος’
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

Ιβάν Γκολ, Από τα “Μαλαισιακά τραγούδια”

fish-pompei2

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα

Chalkida19c

Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ’ όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν’ σπασμένοι, νά φυσά απ’ τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

*Από τη συλλογή “Ουλαλούμ”.