Θεόδωρος Ντόρρος, Ανοιξιάτικα φύλλα

561482_497198100317738_819704363_n

Όλα καινούρια,
τόσο που θά’ ρθει κάτι κι άλλο
πιο καινούριο κι απ’ αυτά.
Τα φύλλα, φρεσκοπράσινα, μιλάγανε πιο νοητά
από ανθρώπους διαβασμένους.
Προσπέρασα ένα γέρο.
Κατέβαζε σκουπίδια σε υπόγειο.
Δε φύσηξαν γι αυτόνε.
Κατέβαινε βαριά μες στο σκοτάδι.

*Από την μία και μοναδική συλλογή του “Στου γλυτωμού το χάζι”, Παρίσι 1930.


 Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Εκτός προγράμματος

258

Εν Σ.Τ.Γ. 912

Το ημερήσιον πρόγραμμα τοιχοκολλήθηκε.
Το καρφιτσώσανε σε μικρά πρόχειρα κάδρα.
Η μελλοθάνατη ζωή μου στήθηκε και πάλι σήμερα στον τοίχο
κι οι ώρες μου,
α, οι ώρες μου – ψυχρές φθινοπωρινές εσπέρες ανέραστης γυναικός.

Σ’ αυτές τις τέλεια προγραμματισμένες ώρες
η ζωή μου μοιράστηκε σαν κρασί σε ξένα χείλη
και μόνο εκεί προς το σούρουπο,
όταν οι τοίχοι αρχίζουν να σκουραίνουν
και τα μικρά πρόχειρα κάδρα χλωμιάζουν σαν από ντροπή,
συμβαίνει κάτι εκτός προγράμματος
σαν επιθυμητό αναγκαίο παράπτωμα:
Η ποίηση – λευκός αφρός μιας ακατάπαυστης φουρτούνας –
έρχεται να στολίσει δειλά
τη μικρή
ταπεινωμένη
ύπαρξή μου.

Οι πρώτες σκέψεις

59940_4076203586428_97333285_n

Για τον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη

15 του Γενάρη,

Δύσκολο να μιλήσει κανείς για ποίηση. Έχεις την αίσθηση ότι τα γράμματα, οι λέξεις, οι εικόνες είναι άπειρα μάτια του ποιητή που σε παρακολουθούν. Όταν μάλιστα έχεις υπάρξει μέσα στην σκηνογραφία του ως στοιχείο παράλληλης ζωής, τότε είναι που μπορεί να λοξοδρομήσεις. Όταν μάλιστα η οντότητα του ποιητή, είναι αναπόδραστη εικόνα στη μνήμη, αυτή με τα ανεμίζοντα μαλλιά και τα ατίθασα γένια του επαναστάτη, του θυμωμένου βλέμματος και της απύθμενης μοναξιάς, φοβάσαι να περπατήσεις τους δρόμους ψυχής. Φοβάσαι πως θα ανακαλύψεις μικρούς λαβύρινθους που δεν είδες κάποτε.

Γιατί η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη, είναι ένα διαρκές ταξίδι στο χθες στο σήμερα και στο αύριο, μιά επανάκληση εικόνων και ταυτόχρονα η αναθεώρησή τους ως παρωχημένων, μέσα από επαναστατικές διαδικασίες του νου και του είναι, καθώς η μνήμη βρέχει ασταμάτητα..

Σε κείνη την βραδιά που θα αποχαιρετίζονταν οι φίλοι και γνωστοί, στο περιπτεράκι της γειτονιάς, δεν πήγα. Δεν μου αρέσει ο αποχαιρετισμός, δεν θέλω να φεύγουν άνθρωποι. Δεν μπορώ στοιχειωμένα σπίτια και κλειστά παράθυρα με διψασμένες κληματαριές. Μα έχω το νου μου πάντα σε καλές μνήμες που δεν σβήνει η λήθη.

Αν κάτι είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης, νομίζω, είναι εν πολλοίς η μνήμη μας, η μνήμη της ζωής, των ιδεών, των αγώνων και της αναζήτησης, τουλάχιστον για όποιον μπόρεσε να δει, πέρα από το σταχανοβίτικο άτομο κάποιας νεολαιΐστικης οργάνωσης, με το παλτό και τις εφημερίδες στο χέρι,τη μελάνη στα νύχια, σημάδι αγάπης και τέχνης. Όσα μπορούσε κανείς, να του κλέψει,πίσω από το βλέμμα που σπάθιζε τον κόσμο, για να τον κανει καλύτερο. Πίσω από το κουρτινάκι του παλιού παραθυριού σκυμένο στα χαρτιά του, αναμετρούσε τη ζωή και εξαργύρωνε τα νιάτα σε αβέβαιες μάχες. Ωσπου αποφάσισε τη μεγάλη εκστρατεία.. .

Αυτό είναι η ποίησή του. Βιωματική στο υπόβαθρό της, ακροβατεί στην εικόνα και στο χρώμα και καταβυθίζεται σε δαίδαλους προσωπικών αναζητήσεων, αισθημάτων και σκέψεων.Λόγος καθαρός, άλλοτε βιαστικός και καλπάζων, όταν φωνάζει ”Αντιστάσου” και άλλοτε αργός, νωχελικός, αβίαστος, όταν ανακαλεί αισθήσεις και πεπραγμένες χαρές.

Λόγος στρατευμένος στην πιο καθαρή και ανυπόταχτη ιδεολογία του ελεύθερου και του εύψυχου. Γιατί, το νιώθεις, υπάρχει ιδεολογικό υπόβαθρο, πολιτική και κοινωνική σκέψη σε αέναη μέθεξη με το αισθητό. Αυτή η ποίηση μου αποκαλύπτεται διαβάζοντας και μελετώντας τον Τρωαδίτη. Και η μελέτη εγείρει ανάμεικτα αισθήματα και σκέψεις. Αναπόφευκτο. Ιδίως όταν διαπιστώσεις αυτό που δεν ήξερες. Δεν ήξερα την υπόσταση αυτή του Τρωαδίτη. Υπήρχε πάντα σεβασμός και εκτίμηση, καθώς διαισθανόμουν ποιότητα και αδιαπραγμάτευτες αξίες σε κάθε συζήτηση.

Και θλίβομαι που επιτρέψαμε κάποτε σε επιτήδειους να μας χωρίζουν σε πολιτικά είδη, αφαιρώντας μας την δυνατότητα, να δούμε ψυχές. Πάει καιρός που επιτρέψαμε να είμαστε μαριονέτες. Κόψαμε τους σπάγγους απ’ το μυαλό και το σώμα. Ελεύθερο το είναι μας και η θέληση. Κυρίως η ανάγκη για ουσιαστική ζωή και πράξη, για ανόθευτες λέξεις και φιλίες.

Η ανάγνωση της ποίησής του και ο στοχασμός που συνεπάγεται, ως αίτημα φιλίας και διαγραφής του προυστικού χαμένου χρόνου.

Τον ποιητή, ή τον κλείνεις στο νου σου, ή απλώς κλείνεις το βιβλίο.

Α.Β.
Γλυφάδα
16/1/2013

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πάνω-κάτω στα όρια

150205_538213392863524_1075698547_n

Πάνω-κάτω στα όρια
της κάμαρας της φαντασίας
σαν να μετράς της φυλακής
τις τελευταίες μέρες
να φυλλομετράς τους χτύπους
της καρδιάς διαβαίνοντας
το κατώφλι των αέναων παθών

κουλουριάζεσαι στις γωνιές
τις τελευταίες νύχτες
με μια μόνο κουβέρτα
κι ένα λερό σεντόνι
πού ‘χει αλλάξει τόσα χρώματα
απ’ την πρότερη ύπαρξή σου

το καρδιοχτύπι είναι πιο γρήγορο
το δάκρυ διασχίζει γρήγορα
τις οδικές αρτηρίες
του προσώπου σου
εκτροχιασμένες ανάσες
μετά από σεισμό διαρκείας

αποκαμωμένοι οι ήλιοι σου
σ’ ορίζοντες που ξέχασαν
να πάρουν φωτιά
βαδίζοντας προς τους βωμούς
των όποιων κρίσεων

ίσως η εποχή είναι λάθος
κι οι έρωτες προϊστορικοί
ίσως οι φίλοι οι αλήστου μνήμης
χάθηκαν σαν τα καλοκαίρια
ζώντες καυτούς χειμώνες

τα επόμενα τρένα έχασαν το δρόμο
καταμεσίς των ερήμων
οι τυχαίοι ταξιδιώτες κατέβηκαν
στη στάση του Αχέροντα
ως άλλοι διάττοντες αστέρες
σε προδιαγραμμένες
διαγαλαξιακές διαδρομές

Ποίηση στους Αντίποδες: από τους παλιότερους στους νεότερους

cf80cebfcf85cebbceb9ceac1

Στροφή στη μελέτη ατομικής δημιουργίας

Έρμα Βασιλείου
Australian National University

Είναι γνωστή η λογοτεχνική ανάπτυξη που παρουσιάζει η ελληνική πατριά στην Αυστραλία. Η ιδέα που ανησυχεί παρατηρητές και κριτικούς αυτής της ανάπτυξης, αλλά που ποτέ δεν εκφράστηκε ανοικτά, είναι ίσως πως κατά καιρούς επιχειρήθηκε, συνειδητά (ή μη), από τους καταγραφείς των ποιητικών φωνών μια ανεπιτήδευτη ισοπέδωση, ένα «levelling» του λογοτεχνικού προϊόντος για χάρη μιας πιο γενικής, πιο συλλογικής μαρτυρίας της τέχνης (βλ. Μεταξύ άλλων Castan, C. (1988), Spilias, T. and S. Messinis (1988), Καναράκης, Γ. (1988), Τάμης, Α. (2005), Γεωργουδάκη, Αι. (2002), Nickas, H. and C. Dounis (1994)).
Αισθητός παράγων του φαινομένου ισοπέδωσης ή και ομαδοποίησης των δημιουργών είναι πρωτίστως η ανάγκη της καταγραφής. Έπειτα, το γεγονός ότι μέχρι τώρα, οι διάφορες κριτικές μελέτες γίνονταν και γίνονται ακόμα από θεωρητικούς ή μελετητές της λογοτεχνίας και όχι από δημιουργούς-κριτικούς.

Εκτός από τις γενικές αναφορές και τη γενική προσέγγιση στο έργο του Έλληνα ή της Ελληνίδας δημιουργού στην Αυστραλία υπήρξαν και οι κριτικές που «ξέφυγαν» από την ισοπέδωση και επέλεξαν από το σύνολο το έργο ορισμένων ποιητών καταγράφοντας μ’ αυτό και το βαθμό ‘απόκλισής’ τους (Νίκα, Ε., Στέφανος Κωνσταντινίδης (1998), Mylonas, M. (1982), Καραλής, Β. (1999), και άλλες αξιόλογες αναφορές, βλ. βιβλιογραφία). Ωστόσο, η επιλογή και εκείνων ακόμα των λίγων, αν και έφτασε στην ατομική διάκριση, δεν αποσκοπούσε σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση και συστηματική μελέτη και σύγκρισή του με άλλα έργα του ευρύτερου ελληνικού χώρου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο δημιουργός να ξεφύγει τελείως από το κοινωνικό και ιστορικό αδιέξοδο που του έθεταν εκ των πραγμάτων η θεματολογία, η απόσταση και αυτή η ίδια η ταξινόμηση, εκ μέρους των ιστορικών ή κριτικών της θεωρίας. Ήταν απαραίτητο, έτσι, να αντιμετωπιστεί η λογοτεχνική δημιουργία των Ελλήνων στην Αυστραλία με επιμελημένες και πιο τεχνικές μελέτες, όχι στο σύνολο πια, αλλά στον ποιητή, και ιδιαίτερα μέσα από ένα singling out που ξεφεύγει από τη γενική καταγραφή και βασίζεται στις απαιτήσεις της ατομικής ανάλυσης να παραδώσει την αναγνώριση της τέχνης μέσα από την ακτινογραφία του προσωπικού λόγου.

Continue reading

Εύη Γκάλαβου, Ο έρωτας

images

Τα ακροδάχτυλα ματώνουν
από την αιχμηρή ηδονή.
Δεν μιλάνε οι λέξεις,
άκρατη φλυαρία
οι άκρες των ματιών
οι κυματιστές πτυχώσεις στο κορμί
οι συσπάσεις στο πρόσωπο
οι βαριές ανάσες.

Ξύπνημα
της θύμησης απ’ τον αιώνιο λήθαργο,
ανάσταση της ψυχής.
Παράδοξος και αθόρυβος
ο έρωτας,
ξαποσταίνει και αναμασά
τις άηχες κουβέντες μας.
Τη νύχτα που κοιμούνται
τ’ αστέρια μ’ ερωμένη τη σελήνη,
πασχίζουμε για τη λύτρωση
για την αγάπη
για τη λατρεία,
γεμάτοι ορμή, αγωνία, λόγια φλογερά,
μια εσωτερική θύελλα στο στήθος.

Τα βράδια ντύνομαι
το φλογερό κόκκινο
με σπίθες στο βλέμμα.
Τα βράδια ντύνεσαι
το άκρατο μαύρο
με ολάκερη δροσιά.

Στη σφιχτή αγκαλιά,
αιώνιε εραστή
εναπόθεσε τον έρωτα.

Dmetri Kakmi, Χαϊκού

602144_4177780133045_1902952837_n

After the summer rains
A cricket exchanges voices
With a sparrow.

Μετά τις καλοκαιρινές βροχές
Ένα τριζόνι ανταλάσσει φωνές
Με ένα σπουργίτι

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αργύρης Χιόνης, Από τα τέρατα

563237_431963536873783_224345955_n

ε΄

Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λειώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα.

στ΄

Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας.

ζ

Άν τα μαλλιά δεν παίρναν δύναμη
Άπ΄το κορμί μας μά του δίναν
Θα΄τανε ρίζες κι εμείς θα΄μασταν
Δέντρα αντεστραμμένα
Θά΄μασταν κάτι

Τώρα δεν είμαστε άλλο από μια θέληση
Να΄μαστε κάτι.

***

ιδ’

Εχετε ένα σπίτι που περιέχει το σώμα σας
Εχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι
Έχετε μια ανάγκη για σώμα.

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας
Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας
Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει το καπέλο σας
Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας
Έχετε μόνο τέτοιες σκέψεις

Είσαστε ανυποψίαστοι και ωραίοι σαν παιδιά
Γνήσια παιδιά ενός θεού που πλάσατε κάποτε
Κι από τότε σας πλάθει
Κατ΄εικόνα και ομοίωσίν σας.

Κι είσαστε δίκαοι:
Αγαπάτε μόνο όταν πρέπει
Σκοτώνετε μόνο όταν πρέπει
Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος
Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης.
Πάντα σας αγαπώ
Και πάντα σας σκοτώνω.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα

sculpture3_1584981i

«Ο Ψαράς»

Τούτο το βράδυ, ο ψαράς μπήκε και πάλι στο καΐκι του.
Ξεκίνησε το ταξίδι του σε ξένες θάλασσες…
Άρχισε να βρέχει…
Ο Ψαράς έκλαψε, ζήτησε βοήθεια…
Έριξε το καλάμι…
Ψάρεψε…
Βγήκε το φεγγάρι…
Τα κοχύλια άνοιξαν…
Βγήκαν όλα τα μαργαριτάρια…
Πάει και τούτο το βράδυ…
Κόκκινο φεγγάρι!
(Ένδοξη Λύτρωση!)

Το Μαργαριτάρι

Βράδιασε και πάλι…
Ο Ψαράς πήγε βόλτα με το καίκι του πορευόμενος
τα άγνωστα νερά της αναζήτησης
καθώς οι χρυσαλίδες κατέβαιναν από τον ουρανό
συνοδευόμενες από την ηχό της σιωπής…
Ξάφνου, δυο νεράιδες χόρεψαν μπρος στα μάτια του
και η Φεγγαρογητεμένη βούτηξε
στα κρυστάλλινα νερά του θαλάσσιου ονείρου…
. . .
Οι νότες άρχισαν να αιωρούνται γύρω από το καίκι του
ενδύοντας το μ’ ένα αέρινο πέπλο..
Ο Ψαράς δάκρυσε και χαμογέλασε,
ώσπου οι νότες άνοιξαν ένα μονοπάτι
μέσα στη θάλασσα…
…σκόρπια ροδοπέταλα γέμισαν τον ερχομό του
ώσπου να φτάσει στο όνειρο.

Μια όμορφη γοργόνα του υπέδειξε διηνεκείς οροσειρές μαργαριταριών.
Ο Ψαράς πήρε ολόχαρα το κόκκινο μαργαριτάρι
και το εναπέθεσε στην καρδιά του…

(Ήμουν κι εγώ κάπου εκεί!
Μα, η δική μου καρδιά, πόθησε
το θαλασσί μαργαριτάρι,
αυτό της δικής μου αναζήτησης…)

(Εδιζησάμην Εμεωυτόν) [“Αναζήτησα τον εαυτό μου”]
Ηράκλειτος

Νέττα

Φραντς Κάφκα: Η πληγή και η λέξη

598443_10150887445279272_1755856325_n

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ: Η ΠΛΗΓΗ ΚΑΙ Η ΛΕΞΗ – Μετ. από τα Γερμανικά: ΝΙΚΟΣ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ 2012

[…] Όπως τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Φραντς Κάϕκα, αντίστοιχα και τα ποιήματά του παραμένουν ανοιχτά καιανεξιχνίαστα, προκαλώντας μια ακραία αίσθηση αποξένωσης που συνορεύει με τον τρόμο. Αυτό το αίσθημα της απόγνωσης μπροστά στο αναπότρεπτο και στη μάταιη αναζήτηση σταθερών αξιών για την ανθρώπινη ύπαρξη, εκλογικεύεται δραματικά σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, στα τέλη του 1920.

…πεθαίνω σ’ ένα μικρό ϕυλάκειο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο ϕέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.

Για να συνεχίσει με τον ίδιο εξομολογητικό τόνο:

Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.

Η εσώτερη απαίτηση του Κάϕκα για τελειότητα στη γραϕή μπορεί να μην εκπληρώθηκε ποτέ, όμως χωρίς αυτή είναι πολύ αμϕίβολο αν είχε καταϕέρει να αϕηγηθεί τις αριστουργηματικές ιστορίες του. Η αγωνία αυτή που διατρέχει τις επιστολές και τα ημερολόγια, μεταβάλλεται στην υπαρξιακή αγωνία, μέσα στην οποία ζουν οι ήρωες του, μέσα σε ένα εϕιαλτικό περιβάλλον, γεμάτο ϕόβους και απειλές, με καρικατούρες ανθρώπων να περιϕέρονται, άλλοτε ψιθυρίζοντας και άλλοτε κραυγάζοντας ακατάληπτα λόγια.
[…]

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

19 Ιουνίου 1916

Οργή Θεού ενάντια στο ανθρώπινο γένος]
τα δυο δέντρα

η ανεξήγητη απαγόρευση

η τιμωρία όλων (φιδιού γυναίκας άντρα)

η εύνοια για τον Κάιν

που τον εξοργίζει με τον λόγο του

οι άνθρωποι αρνούνται πια να τιμωρηθούν

από το πνεύμα μου