Φερνάντο Πεσσόα, Επιστρέφοντας στη Λισαβόνα

pessoa

Επιστρέφοντας στη Λισαβόνα 1923

Όχι, δε θέλω τίποτα. Είπα ότι δε θέλω τίποτα.
Τα συμπεράσματα αφήστε!
Αφήστε την αισθητική, για ηθική μη μου μιλάτε,
Πάρτε αποδώ τη μεταφυσική!
Μη μου αναπτύσσετε θεωρίες, μη μου επαναλαμβάνετε
Τις κατακτήσεις των επιστημών (ω, Θεέ μου, των επιστημών!)
Των επιστημών και των τεχνών, του σύγχρονου πολιτισμού!

Τι κακό στους Θεούς έκανα;
Αν την αλήθεια ξέρετε, κρατήστε τη δικιά σας!

Ένας τεχνίτης είμαι, αλλά μόνο στης τεχνικής τα σπλάχνα.
Τρελός είμαι επίσης, με κάθε δικαίωμα να είμαι,
Με κάθε δικαίωμα να είμαι, ακούσατε;
Μη μ’ ενοχλείτε, για όνομα του Θεού!

Παντρεμένο με ήθελαν, ασήμαντο, συνηθισμένο,
Να πληρώνω φόρους;
Με ήθελαν τ’ αντίθετο από αυτά, του καθετί τ’ αντίθετο;
Αν ήμουν κάποιος άλλος, σ’ όλους πολύ θα άρεσα.
Όμως είμαι εγώ, ας έχετε υπομονή!

Continue reading

Γκαμπριέλ Θελάγια, Αποχαιρετισμός

hqdefault

Ίσως όταν πεθάνω
“ποιητής, να πούνε, ήταν”
κι ο κόσμος, πάντα ωραίος, να λάμπει όλη τη νύχτα.

Eσύ ίσως με ξεχάσεις
μέσα σου όμως ν’ ακούς
κάποιους δικούς μου στίχους ανώνυμους, παλιούς.

Κι από μένανε ίσως
να μη μείνει ούτε στίχος
ούτε μια από τις λέξεις που ονειρεύομαι ξύπνιος.

Μα ή με θωρείτε ή όχι,
μα ή μου μιλάτε ή όχι,
εγώ θα ζω στον ίσκιο σας, ώ, ζωντανοί μου άνθρωποι.

Θα ξακλουθώ να υπάρχω
και να ‘μαι πεθαμένος,
του μεγάλου κοντσέρτου θα ‘μαι πάντα ένα μέρος.

Αντώνης Αντωνάκος, Οι ευαίσθητοι αστοί ανακαλύπτουν την εκμετάλλευση

figures_fictions_guy_tillim_photographers_exhibition
 
[τελευταίες σκέψεις ενός αγροίκου]

Φράουλες αίμα και δαπ νου δυο φου κου

Η νου δυο φου κου έχει αίτημα σεκιουριτάδες στα πανεπιστήμια

Οι φοιτητές μας ως επι το πλείστον είναι ηλίθιοι και ημιανάπηροι και κουτοπόνηροι

Η νου δυο φου κου είναι πρώτη δύναμη

Έχω χεσμένο το παιχνίδι της δημοκρατίας

Μα σέβομαι το παιχνίδι της λογικής

Και η λογική είναι εξόριστη

Η εκμετάλλευση δε σταματά με τσιτάτα και προσευχές

Τα κωλόπαιδα της δεξιάς θέλουν ένα δίκαιο σύστημα εκμετάλλευσης

Θέλουν να είναι νοικοκυραίοι

Μα οι νοικοκυραίοι χρειάζονται δούλους

Η δουλεία είναι καθαγιασμένη απ’ τους παπάδες

Τα μικροαστικά πλήθη πατικώνουν την εργατική τάξη

Οι μάζες είναι ένας παραμορφωμένος ατομισμός

Οι πρόθυμες ορδές των πολέμων

Οι πιστολάδες είναι η αιχμή μιας κοινωνίας που κωλοτρίβεται στο κέρδος

Πεσ’ μου πόσα βγάζεις να σου πως ποιος είσαι

Οι ανιστόρητοι χαφιεδίζουν

Ιησούς Χριστός Μωάμεθ και σία

Οι άνθρωποι φοβούνται και δεν μιλούν
Οι άνθρωποι πιστεύουν σε μια ανώτερη δύναμη

Οι πιστολάδες θα γιορτάσουν με κατάνυξη το Πάσχα

Οι πιστολάδες έχουν οικογένεια και μεγάλα αρχίδια

Οι πιστολάδες υπερασπίζονται το νόμο

Τα ιερά και τα όσια

Οι πιστολάδες βουτάνε για το σταυρό

Οι πιστολάδες σηκώνουν τον επιτάφιο

Στην πρωτεύουσα έχουν ιδρύματα ευαισθησίες και Μαριάννα Βαρδινογιάννη

Στην επαρχία έχουν χωράφια και τσαμπουκά

Υπάρχουν και οι καλοί επιχειρηματίες

Κάποιοι γαμούν με τα λεφτά τους

Κι αυτό είναι κατοχυρωμένο απ’ το σύνταγμα

Και το σύνταγμα είναι κατοχυρωμένο με το αίμα

Όσων κατασφάχτηκαν απ’ αυτούς που γαμούν με τα λεφτά τους

Το ηθικό ανάστημα του μέσου όρου είναι το σπιτάκι

Η θωρακισμένη πόρτα

Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις το φροντιστήριο των παιδιών

Στο Μπαγκλαντές περιμένουν μερικά δολάρια για φάρμακα

Μερικές μήτρες είναι σε πλήρη διαστολή

Μερικές μήτρες σκάνε σα βόμβες

Οι διανοούμενοι καταδικάζουν

Οι καταδικασθέντες διανοούνται

Οι παράνομοι πετιούνται στη θάλασσα όταν τελειώνει η σεζόν

Ο δήμαρχος η ύπατη αρμοστεία οι πουτσαράδες

Οι λεβέντες στα χοροστάσια οι μορφονιοί οι ψηφοφόροι

Σκυλιά δεμένα με τριχιά πίσω απ’ την καρότσα

Ξένες γλώσσες καινοτομία μη κυβερνητικές

Ένα καλλίτερο μέλλον για τα παιδιά μας

Γιατροί δικηγόροι ευυπόληπτοι

Τα φοβερά τολ κούνιες αναποδογυρισμένες

Η ύπαρξη αναποδογυρισμένη

Το μέσα έξω

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ τυ Αντώνη Αντωνάκου στη διεύθυνση http://dromos.wordpress.com

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η αλλοτρίωση της έλξης

katerina

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μόνο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”. Το πήρα από το http://greekpoems.wordpress.com/2013/04/12/allotriosi-elxis-katerina-aggelaki-rouk/

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

SES.JPG

Bad bargain

Στην εγκατάλειψη των ηδονών.
Σε ένα μαχαίρι της κουζίνας,
εστιάζω τηλεσκοπικά την αναίρεση.
Κόβω τις γέφυρες.
Κόβω σαλάτα.
Αυτόματες σκέψεις ξεπηδούν
από οργασμικές συνήθειες.
Κινήσεις μηχανικές.
Κατασκευάζω ορισμούς σε
ένα ανύπαρκτο σταυρόλεξο.
Οι λέξεις κρέμονται ήδη
σταυρωμένες.
Τις ξεκρεμάω και τις πετώ
άτακτα στο πάτωμα.
Περνάνε μέρες. Τις κοιτάζω
με απόγνωση.
Δεν τις καταλαβαίνω.
Δοκιμάζω να τις πω
μα η γλώσσα μου αρνείται
να προφέρει σύμφωνα.
Δεν συμφωνήσαμε
γιʼ αυτό ποτέ.
Όταν με άφησες παιδί
πήρες μαζί την πιο αθώα
μυρωδιά μου.
Και μου άφησες λέξεις
άπειρες, ανάπηρες
για συντροφιά μου.

Ένα λεπτό

Ώρα 20:37.
Ξεσκίζω τις σάρκες μου,
τη μνήμη
την ξεχασμένη αθωότητα.
Μόνος, γυμνός, περιφέρομαι
σʼ έξι διαστάσεις
μʼ έξι αισθήσεις.
Κοιτώ πλαγιογωνικά το λαβύρινθο
που σχηματίζει το αυτί σου.
Κι ύστερα βουτώ και χάνομαι.
Με χτυπά το ρεύμα, απʼ τους νευρώνες
του εγκεφάλου σου.
Ηλεκτροσόκ.
Ξυπνώ γεμάτη αίματα
πάνω στην αριστερή κοιλία της καρδιάς σου.
Ανασαίνω και πάλλομαι μʼ έναν ξένο ρυθμό.
Το σφυγμό σου.
Κάτι σʼ ενοχλεί.
Γίνομαι βλέννα που κολλάει στα πνευμόνια σου.
Βήχεις και με φτύνεις στο χαλί
Σηκώνομαι, φτιάχνω τα μαλλιά μου και κάθομαι.
Με κερνάς καφέ και με ρωτάς που ήμουν
Ανάβω ένα τσιγάρο
με τυλίγει ο καπνός
και χάνομαι.

Ώρα 20:38.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο Πειραμάτων”, εκδόσεις Χαραμάδα 2010. Δημοσιεύτηκαν στα http://www.poiein.gr/archives/11404/index.html και http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Εκεί στην γη με τις σάπιες φράουλες…

Αφιερωμένο στον αγώνα των μεταναστών εργατών στις φυτείες φράουλας της Μανωλάδας

535913_4748949966330_1438321136_n

Πόσο πρέπει να χαράξει κανείς
τις φλέβες των στίχων
πόσο απορροφητική
πρέπει να γίνει η οθόνη
για να στεγνώσει το αίμα τους;
Είπαμε δεν αλλάζει καθεστώτα.
Είπαμε διαμορφώνει συνειδήσεις.
Πολλές μαλακίες είπαμε και λέμε.

Ο νεκρός είναι νεκρός.
Εκεί στην γη με τις σάπιες φράουλες
τα σκουλήκια αυτής της γης
εκκολάπτονται από τα αυγά τους.

*Δεν γνωρίζω το συγγραφέα του ποιήματος αυτού. Επίσης ο τίτλος είναι επιλογή μου. Το βρήκα στον τοίχο του facebook της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη από τη θεσσαλονίκη. Όποιος/α ξέρει ας μιας διαφωτίσει…

Μαρία Κατσοπούλου, Η γενιά της λακκούβας

black-and-white-portrait-eyes-models-art-fashion-women-light-bw-people-glamour-poses-various-allure-moment-still-rain-lollipop-lonely-missing-y

Ονειρευόμασταν με μάτια ανοιχτά
Παιδιά να μείνουμε για πάντα
Το κοκό ποτέ να μη μας λείψει
Τα χρώματα της φαντασίας μας ζωντανέψαμε
Με βελόνες πλέκαμε κασκόλ
Να μας προστατεύουν από το χιόνι
Μια παρέα
Ένα πάρκο
Όνειρα
Στα παγκάκια ξεχασμένα
Τα αφήσαμε όλα εκεί
Μαζί με το αίμα μας
Ξεραμένο πάνω στα κλαδιά

*Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά», εκδ. Γαβριηλίδης.

Χρίστος Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

images

Θεατή

Διάβασες θεατή την οθόνη και
Φίσκα κουκουλοφόρους και
Έσπασες θεατή βιτρίνες και
Πλιατσικολόγησες αισθήματα
Ό,τι πουλιέται στις αγορές της Αλβανίας
Έσκυψες να περάσει η σφαίρα και
Κράτησες το δοκάρι με τα δυο σου χέρια
Ό,τι οι οικοδόμοι αφήνουν
Στον τεράστιο σκουπιδοτενεκέ
Κατέστρεψες οραγμένα γιωταχί και
Έτσι που το ΕΚΑΒ να φαίνεται λιμουζίνα
Θεατή, πέταξες μολότωφ σε τράπεζες
Έβαλες φωτιά σε κτίρια πολιτισμού και
Ό,τι ελάχιστοι ορέχτηκαν στο διάβα τους
Μέσα στη νύχτα-μέρα και
Μπροστά σε κάμερες εκατομμυρίων και
Στην κόψη του ξυραφιού
Που μιλάει στο γκέτο και
Πριν την απόρριψη
Του κοινωνικού δόγματος και.

Ο καιρός

Και πάλι μουχρώνει ο καιρός
Ώρα όπως οι πολικές αρκούδες
Για χειμέρια νάρκη
Πίσω απ’ τα προσωπικά προβλήματα
Τα γεγονότα του Δεκέμβρη
Τους απεργούς, τις κόκκινες σημαίες
Τα κλομπς,τους τρομονόμους
Θα βρέξει σίγουρα στα ορεινά
Γιατί ο καιρός άγριος όσο ποτέ
Θα κυλήσει πάνω απ’ την πόλη
Σαν ταχυδρόμος ειδήσεων κακών
Σαν πολική αρκούδα
Σαν εμένα
Το αθώο σπουργίτι που τσιμπολογά
Τα ψίχουλα στο περβάζι του παραθύρου.

*Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας. Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Οκτώβρη-Δεκέμβρη 2011.

Κώστας Μπραβάκης, Karajahal

mqdefault

Όσο ξεμακραίνω μ’ ακολουθείς πιστό ελάφι
Θα σου μιλήσω για τον καιρό του παράδεισου
και συ θα κλαις

Πλατειάζουν μέσα μου τα νερά και χύνονται
ποτάμια κοκκινόχρωμα
λαχταρίζουν το σβανά οι κορφές
σπυρί-σπυρί ν’ αναστηθεί ο καρπός
και στα μισά της νύχτας κάτι παλιοί φαντάροι αναστενάζουν

Για σένα μαύρο ελάφι θ’ ανοίξω απόψε
ένα μπουκάλι θάνατο

Και ξεκινάει τη μοιρασιά ο χρόνος
αυτός ο μέγας κλέφτης
ανοίγουν γινωμένα τα θυμητάρια
σιγοπίνω τον πικρό καιρό και χάνω στο μέτρημα
τις λεμονιές με τ’ άγουρα φιλιά
τις κερασιές της λυπημένης Παρασκευής
ένα κοντάρι μαύρες σημαίες
το μερτικό μου ένα φλασκί νερό
που μάζεψα απ’ τα κληματόφυλλα
μουγκανίζουν οι δαμάλες στη θέα του αγριόχοιρου
κατηφορίζουν κουτρουβαλώντας απ’ το λόφο
μπήκε Νοέμβρης κι έπιασε μπούζι
και κοκκίνισαν τα μάγουλά σου
παράτησε ο τελάλης το καμπάνι
και ξάπλωσε βαθιά στο χώμα
κι όπως σηκώθηκε βοριάς
ως τα πάνω τον σκέπασαν φθινόπωρα φύλλα

Μην ξαγρυπνάς μαζί μου
στο λέω, δε βιάζεται ο θάνατος
έφτασαν ως εδώ οι χαιρετισμοί
ανάμεσα απ’ τους θάμνους και τα φυλλώματα
έσκυψα και φίλησα το χέρι της μητέρας
που με περίμενε μ’ όλα της τα μανουάλια αναμμένα
μα δεν υπήρχε ούτε καμπάνα ούτε σκοινί
ούτε προσόψιο κρεμασμένο στη βρύση
γεύση από βρασμένο σιτάρι
κι αλμυρή βροχή στ’ ακροχείλι
έγειρε ο τοίχος κι έπεσαν οι σοβάδες
φάνηκαν οι ρωγμές της μνήμης
λαφιάτες και γκουγκουστέρες
οι συγκάτοικοι εντός μου

Βλέπεις έμαθα να διαβάζω τ’ άστρα
να μη με πιάνει πια το φουσκονέρι
κι άλλα πολλά που καταφέρνουν οι άνθρωποι
μα ‘κείνο που έρχεται από πού
εκείνο που δε βλέπω μα τ’ ακούω
εκείνο το σκουπιδάκι στο βλέφαρο του κόσμου
ακόμα ψάχνω για ένα πέρασμα
κι όλο επιστρέφω γεμάτος αλληλούια και ψέματα

Θα κουράστηκες μικρό ελάφι
σε τόσες ερημιές να περπατάς
στο βάθος μια πομπή θα είναι
ή πανηγύρι με τόσα φώτα και άσματα θορυβώδη
που ολοένα απομακρύνεται
κι αφήνει πίσω αγάλματα θυμητικά
ερείπια κομμάτια

Λίγο ακόμα, ένα λεπτό
αυτός ο χρόνος ο σπαγκοραμμένος
τράβηξε την κουρτίνα
ίσα που άγγιζα τα φύλλα της μουριάς


*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το προσωπικό μπλογκ του ποιητή και μουσικού Κώστα Μπραβάκη στη διεύθυνση http://conbra.blogspot.com.au/2013/03/blog-post_3.html Η εικόνα της ανάρτησης προέρχεται από το βίντεο με την απαγγελία από τον ίδιο του ποιήματος σε δική του μουσική επένδυση στη διεύθυνση http://www.youtube.com/watch?v=kWuNaAbnwCo&feature=player_embedded

Melissa Petrakis, Κουλουριασμένη

Nestled

Ότι θα έμενα μαζί σου
όλη τη μέρα να μη σε αποχωριστώ
όταν τα σώματά μας αποσυνδέονται
όταν ντύνεσαι κι εγκαταλείπεις αυτό το δωμάτιο
όταν μέσ’ στον κόσμο της κίνησης και της εργατικότητας
κινείσαι με ανεξαρτησία και ανάσχεση.

Ότι θα ξάπλωνες δίπλα μου
πριν να φύγεις,
θα μπορούσα να ξεφλουδίσω το εξωτερικό σου κέλυφος
ανοίγοντας διάπλατα το στήθος σου
και να χωθώ μέσα στην απαλή φύση
τραβώντας σε μένα αυτό το κασκόλ
αυτό το κάλυμμα της μυϊκής δύναμης και των φλεβών
τραβώντας το σκέπασμα των πλευρών σου πάνω απ’ το κεφάλι μου.

Έτσι θα μπορούσα να σταθώ
αν όχι πάνω σου, τότε γύρω σου, κάτω από σένα
μέσα στον ονειρότοπο της κορμοστασιάς σου
μέσα στη σωματική σου δύναμη, δίπλα στην καρδιά σου
χουφτώνοντας τα χτυπήματα της ανάσας σου
εισπνέοντας τα ένστικτα και τους κόκκινους χυμούς σου.

Ότι θα μπορούσα να κουλουριαστώ εκεί και να μείνω
ταξιδεύοντας με σένα, σαν όπλο που ταξιδεύει
ακίνητη και μικρή, κουλουριασμένη και άφωνη
ανεπαίσθητη, χωρίς κανένα πρόβλημα
παίρνοντας φωτιά από την αδρεναλίνη μου και τη δική σου
και με μια κοφτερή ένταση γεννημένη από μια απρόθυμη εγκράτεια.

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης