Θεοδώρα Βαγιώτη, Poet

Σ’ έχω κρυμμένο

στο όνειρο

που βλέπω κάθε βράδυ

ότι είμαι 

μια Ελάιζα Ντούλιτλ του λιμανιού

κι αδύναμη στις ρίμες

μια πεπρωμένη υπομονή

που στα χέρια σου απάνω 

μαθαίνω τι είναι

τα φεγγάρια για τον Κρόνο

τι η απειρότητα 

στου ανθρώπου τη θάλασσα

τι είναι τα ποιήματα

που σου βαραίνουν τον θώρακα

όταν τα λες 

απ’ έξω φωναχτά

και με πεθαίνεις 

από ανάπαιστο έρωτα

κι έτερο χρόνο

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τ’ ωραιότερο τραγούδι αγάπης στον κόσμο

Το στήθος σου

το σχεδόν αγορίστικο στήθος σου

το λευκό σαν τοπίο χιονισμένο στήθος σου

έτσι προβάλλει καθώς ξεκουμπώνεσαι

σα δρόμος της Μόσχας

που 

κουρελής

και στρεκλώντας

μεθυσμένος παλιάτσος

ο Καραντάς

στο ΄να χέρι το στραπατσαρισμένο καπέλο του

στ’ άλλο ένα τριαντάφυλλο

κόκκινο

τριαντάφυλλο της φωτιάς

τριαντάφυλλο του αίματος

τριαντάφυλλο του έρωτα

τριαντάφυλλο της επανάστασης

το

εναποθέτει στο ντεκολτέ σου.

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, Πλανόδιον 2006.

Nicolas Calas, Two poems in English

Narcissus 1934

Now when hope is directed towards the past

when the hour of decisions no longer shall return

the sea-ways the timbered roadways are setting on other horizons

it is to his own body that he returns

on the expanse of stagnant waters he keeps watch for

the image of a wrinkled shrivelled up and repulsive narcissus

the image that narcissus did not wish to give him

*Notebooks (1933-1936)

***

The Ruins of a City

Let us make down the subject of a crime

At noon let us invent stars on the horizon of a journey

Stars and a new ornament for hours with no tomorrow

Disembowelled ships raise anchor

Their blood is heavy with rust

Everything swims in vermin

A cat that can no longer cry eats them

From the top of the Tower of the Winds flames rise up

And down the light

The tower is tall ablaze and has broken loose from Earth

The Earth!

Who condemned it to live like a peeled orange

Or a blue grain of sand

Subject to the perpetual yoke of two equinoxes?

The insistent rhythm

The hideous expectation of eclipses is there

Wherever we go

Athens 1937-Marrakesh 1939.

*The French Poems (1937-1940)

**From the book “Oedipus is Innocent” – Selected poems by Nicolas Calas. Edited and translated by Lena Hoff. Smokestack Books, 2020.

Ted Hughes, Δύο ποιήματα

Καρυάτιδες (1)

Τι στήριζαν αυτές οι Καρυάτιδες;

Ήταν το πρώτο σου ποίημα που είχα δει.

 Ήταν το μοναδικό ποίημα που έγραψες ποτέ 

και το αποδοκίμασα μέσ’ απ’ το βλέμμα ενός ξένου.

Αδύναμο έμοιαζε και ασταθές, στίχοι αδιάφοροι.

Σαν το θεώρημα μιας παγίδας, ενός σκεπασμένου λάκκου.

Το διέκρινα αυτό. Κι η παγίδα άθικτη, άδεια.

Κανένα ενδιαφέρον για μένα. Κανένα προμήνυμα 

έμπνευσης. Εκείνες τις μέρες εξεβίαζα 

μια επιβεβαίωση υπέρ εμού 

από κάθε οιωνό.

Έτσι παρέβλεψα τα πάντα

στα λευκά, καλυμμένα, αυστηρά πρόσωπα

αυτών των γυναικών. Ένιωσα την αδυναμία τους, ναι;

Εύθρυπτο, αλουμίνιο καμένο.

Εύθραυστο, σαν το γυαλί μιας λάμπας πετρελαίου.

Αλλά τίποτα δεν κατάλαβα

απ αυτόν το συμπαγή, άναστρο, μεσοφθινοπωρινό, κατακρημνισμένο 

γρανιτένιο παράδεισο

τον παγωμένο, σαν φωτογραφικό στιγμιότυπο στα μαλλιά τους.

***

Η μηχανή

Το μαύρο σκοτάδι σ’ έτρωγε. Κι ο φόβος

ότι θα συνθλίβεις. «Μια θεόρατη σκοτεινή μηχανή»,

«η αδιάφορη αλεστική 

μυλόπετρα των περιστάσεων». Αφού

παρακολούθησες το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα, αυτές ήταν οι λέξεις

που απόθεσες σε μια σελίδα. Σου είχαν έρθει

όταν απούσιαζα. Όταν προσπάθησες

να με κάνεις ν’ ανέβω τις σκάλες, αυτός ο τρόμος

ανέβηκε αντί για μένα. Ενώ

πιθανότατα απλώς καθόμουν,

ίσως με τον Λούκας, δίχως να ’χω περισσότερους στόχους 

απ’ ό,τι ο σκύλος

που δεν είχα. ‘Ενας αληθινός σκύλος 

ίσως να κοίταζε το κενό 

με τις τρίχες ανασηκωμένες

ενώ το αλλόκοτο προσωπείο της Μούμιας-Πατερούλη σου

μισοξεθαμμένο, μισοάρρωστο, καθ’ ολοκληρίαν

κατεστραμμένο, παραγεμισμένο με τ’ άγραφα ποιήματά σου,

έσκαψε αόρατα προς το μέρος μου μέσα από τις ασάλευτες ιτιές,

μέσα από τον τοίχο του Άνκορ,

στράγγιζε τη μαύρη μου μπίρα με μια γουλιά,

σκοτεινιασμένο με κατάπιε

στην ενδοχώρα του άλλου κόσμου του

όπου θα έβρισκα το σπίτι μου. Τα παιδιά μου. Και τη ζωή μου

πάντα να προσπαθεί να ανέβει τα σκαλιά, τώρα πέτρινα,

προς την πόρτα, τώρα κόκκινη,

που εσύ, διατηρώντας τη δική σου όψη, θα άνοιγες,

έχοντας ακόμα χρόνο για να μιλήσεις.

*Από τη συλλογή “Γράμματα γενεθλίων”. Εκδόσεις Μελάνι, 2005. Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Το επόμενο βήμα

Το επόμενο βήμα,

μετέωρο ή όχι, φυλακίζεται πρώιμα

Δεν ξέρω αν υπάρχει ζωή εδώ

ή αν πρόκειται για ξύπνημα εκτός εποχής

μα τα τραγούδια σκορπάνε φορμόλη

και μυρουδιά από κάρβουνο

Νοιώθω τον χειμώνα στα χείλη μου

και στα κατεβασμένα στόρια

Στο ντιμάρισμα της λάμπας

και στην ανάσα, μπουχτισμένη από νωρίς

με αλκοόλ

Η πραμάτεια του περίπτερά απλωμένη 

πλασάρει θάνατο με κέρδος θάνατο 

Επιστρέφω στον άνεμο και ορκίζομαι στα φύλλα · 

πριν πέσουν

να αποστάξω τις πίκρες μου, 

να θυμάμαι να ζω

***

Συνήθεια

Συνήθεια

τα μάτια που βούλιαξαν σε πύρινη άσφαλτο. 

Κι ο υπέροχος κόσμος του Armstrong 

μια ειρωνεία.

Μορφές στη στιγμή 

μπαινοβγαίνουν αδέξια.

Λυγίζουν τα όρια.

Πληρωμές εφάπαξ, 

προκαταβολές, 

δυο τεκίλες κίτρινες, 

τα όχι σου

και το κοίλο τ’ ουρανού 

(να μας κρατά ζωντανούς).

***

Καθρέφτης

Κοιτάζω τους ανθρώπους 

Στο βλέμμα 

Στα δάχτυλα 

Στα νύχια 

Στα μαλλιά

Στα δόντια κάποτε τους κοιτούσα 

Κοιτάζω καμιά φορά από μακριά, 

αυτούς που επιστρέφουν 

με το υπόλοιπο της μέρας τους πακέτο 

Και ποια ζωή να ζηλέψεις τελικά;

Κι αυτό που λιγάκι φοβάμαι,

πως θα μου μείνει να κοιτάζω ο δρόμος ·

που τόσο με λάτρεψε

*Από τη συλλογή “Αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

Κυκλοφορεί! – Τεφλόν #24 Χειμώνας-Άνοιξη 2021

ΘΕΜΑΤΑ

Miyó Vestrini: Χειροβομβίδα στο στόμα

Σε έναν κόσμο γεμάτο «εφιαλτικές καταιγίδες και σκοτεινές πεδιάδες», η ποιήτρια από τη Βενεζουέλα μιλά –με κυνικότητα, σκωπτικότητα και αυτοσαρκασμό– για τη γυναικεία εμπειρία και τη μνήμη, για την πολιτική ήττα της γενιάς της και τον θάνατο που μπορεί να είναι απλός «σαν κούπα ζεστό γλυκάνισο» ή να «απαιτεί χρόνο κι υπομονή», για το «μυστήριο των ακαθόριστων ωρών» και τον «εξολοθρευτή άγγελο που χορεύει στο ταβάνι». 

Κείμενo: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Kyoko Kishida, Πούθλε

*

Ριγιάντ Αλ Σαλέχ Αλ Χουσεΐν: Σαν κόκαλο ανάμεσα στα δόντια σκύλου

Ένας από τους πιο καινοτόμους ποιητές της γενιάς του, ο Αλ Χουσεΐν επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη συριακή ποίηση, παρά τον σύντομο βίο του. Τα ποιήματά του είναι βαθιά υπαρξιακά και συμβολικά, «απλά σαν νερό, καθάρια σαν σφαίρα», χαρακτηρίζονται από ιμπρεσιονιστικές εικόνες, σπαράγματα ενός παράλογου και βίαιου κόσμου στην «εποχή του νετρονίου/ την εποχή των βιαστικών φιλιών στη μέση του δρόμου/ την εποχή που περπατάμε στους δρόμους ισοπεδωμένοι». 

Κείμενο-Μετάφραση: Jazra Khaleed

*

Zaina Alsous: Η άνοιξη δεν λησμονιέται

Ορμώμενη από μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας και με ελλειπτική γραφή που αντλεί στοιχεία από τον δοκιμιακό λόγο και την πολιτική οικονομία, η Αμερικανο-παλαιστίνια ποιήτρια μάς καλεί να θυμηθούμε, και να ονοματίσουμε, όσα χάθηκαν στις στάχτες που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία, να μην αφήσουμε τη μνήμη «υπό κρατική επιτήρηση». Μας παροτρύνει να αφουγκραστούμε τη γλώσσα των δέντρων και των πουλιών, να επινοήσουμε «μια θεωρία αέναων ξεκινημάτων», μη λησμονώντας ότι η άνοιξη πάντα «έρχεται διασχίζοντας τη χώρα». 

Κείμενο-Μετάφραση: Jazra Khaleed

*

Maud Vanhauwaert: Μια πόλη, πολλές γλώσσες 

«Κατοικούμε σε μια πόλη αλλά ακόμα πιο πολύ/ κατοικούμε σε πολλές γλώσσες που μεταξύ τους/ μπλέκονται συγκρούονται και συνομιλούν/ με παράξενες διαλέκτους», γράφει η Μοντ Φανχάουαρτ. Η Βελγίδα ποιήτρια συνδιαλέγεται με τις πολλαπλές ταυτότητες των ανθρώπων της πόλης αλλά και με τις ρευστές έμφυλες ταυτότητες που την κατοικούν, εστιάζει στο πώς οι ανθρώπινες σχέσεις ανατρέπουν τα στερεότυπα της αστικής αποξένωσης, σε μια πόλη όπου «κάτι ήσυχο κι απροσδιόριστο κρατά κοντά μας την απόσταση». 

Κείμενο-Μετάφραση: Νάντια Πούλου

*

Nathalie Quintane: Έξω απ’ τη φωλίτσα

Ένα προβοκατόρικο κείμενο για τον κοινωνικό ρόλο των ποιητών, μια κουβεντούλα περί τέχνης και κοινωνικής ευαισθητοποίησης, το πολιτικά προβληματικό άρθρο ενός αριστερού διανοούμενου που χρήζει απάντησης, ένα μέιλ με μια φαιδρή πρόταση παρασημοφόρησης: η ποιητική εργασία της Ναταλί Κιεντάν συνίσταται στην ανα-πλαισίωση, την καταγραφή και το κειμενικό μοντάζ εκείνου που έρχεται από Έξω, από τις ανυπολόγιστες εκτάσεις της ετερότητας. Η πολιτική στράτευσή της ξεκινά μέσα στην ίδια τη γλώσσα και τη δυναμιτίζει, θυμίζοντάς μας ότι «ποίηση σημαίνει εναντίωση». 

Κείμενo: Γιάννης Χονδρός, Μετάφραση: Ελένη Γιώτη, Γιάννης Χονδρός

*

Ποιήματα: Κατερίνα Αγυιώτη, Ελένη Αθανασίου, Αντώνης Αντωνάκος, Όλγα Βερελή, Helen Dimos, L’Étranger, Ράνια Καραχάλιου, Αφροδίτη Κατσαδούρη, Άγγελος κυρίου, Βίκυ Λιούκα, Λυδία Μηλίγκου, Λουκία Μπατσή, Λοΐζος Μπιτσικώκος, Βασιλική Παππά, Πούθλε, Πρόκνη, Τζένιφερ Ντέρλεθ, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Αντιγόνη Τσαγκαροπούλου, Τυφοειδής

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Saynt Molly

Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ:

Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων 

Βιβλιοπωλείο Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22

Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 

Βιβλιοπωλείο Μετεωρίτης, Φωκίωνος Νέγρη 68

Βιβλιοπωλείο Αμόνι, Πλατεία Μερκούρη

Βιβλιοκαφέ Red n’ Noir, Δροσοπούλου 52 

Futura, Χαριλάου Τρικούπη 72 

Σε όλα τα σημεία διανομής υπάρχουν κουτιά οικονομικής ενίσχυσης. 

*Περισσότερα σημεία διανομής θα ανακοινωθούν σύντομα.

e.e.cummings, Στον χρόνο των ασφοδέλων

Στον χρόνο των ασφοδέλων (που γνωρίζουν

Ότι σκοπός της ύπαρξης είναι το να μεγαλώνουμε)

Ξεχνώντας το γιατί, ενθυμούμενοι το πώς

Στον χρόνο των πασχαλιών που κηρύττουν

Ότι ο σκοπός του να ξυπνάς το πρωί είναι για να ονειρεύεσαι,

Ενθυμούμενες κι αυτές (κι ας μοιάζουν να ξεχνάνε)

Στον χρόνο των τριαντάφυλλων (που σαγηνεύουν

Το εδώ και τώρα με παράδεισο)

αν, η λήθη, ναι, η μνήμη

Στον χρόνο πέρα από όλα τα όμορφα πράγματα

Σε οτιδήποτε ο νους μπορεί να αντιληφθεί,

Θυμήσου ό,τι πρέπει να ψάχνεις (και ξέχασε ό,τι πρέπει να βρεις)

Και στο μυστήριο της ύπαρξης

(όταν ο χρόνος μας απελευθερώσει από τον χρόνο)

Ξεχνώντας με, θα με θυμηθεί

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2020/12/14/ston-chrono-ton-asfodelon-e-e-kamingks/

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ένα κι ένα κάνουν δύο

I.

Ένα κι ένα κάνουν δύο –είπες- 

αλλά εδώ είμαι μία που νιώθω μισή

φιλάω γρήγορα κι εσύ αργά

θέλω να χορτάσω πριν τελειώσουν τα όνειρα

ρώτησες γιατί δεν γράφω για εσένα

σου είπα ότι δεν ξέρω να γράφω ποιήματα

και ύστερα σκέφτομαι τα μακριά σου μαλλιά

πόσο θέλω να τα τραβήξω δυνατά

για να φέρω τα χείλια σου στα δικά μου

αν γράψω για σένα θα πρέπει να σου 

ξεσκίσω τους τοίχους σου

για να μάθεις να τους γκρεμίζεις καλύτερα

θα πρέπει να διασχίσω τις γραμμές του εγκεφάλου σου

και να κατέβω στη στάση που μυρίζεις

μία κολόνια που μου θυμίζει κάτι άλλο

αλλά όχι -μόνο εσένα. 

Μόνο εσένα. 

II.

Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, 

είχαμε πει να πάμε για μπίρα κι εγώ ήδη είχα πάρει κρασί

κρυμμένος πίσω από τις αδελφές που δεν δείχνουν έλεος

με τράβηξες στα ανατολικά 

μία ξύλινη πόρτα κάτω από έναν κισσό για να μας 

τραγουδήσει ο τύπος με το ανοιχτό πουκάμισο που βγήκε από το ΄80

το σαν παλιό σινεμά

να φάω το πρώτο μου σαλάμι

και να είσαι εσύ να με κοιτάς από πολύ κοντά.

Λίγο πριν κλείσουν όλα 

κάτσαμε σε ένα παγκάκι για μία μπίρα

μιλώντας αδιάκοπα μέχρι να πάει δώδεκα παρά 

σιχτιρίζοντας την απαγόρευση

παίρνοντας η μία από τον άλλον

μία πρώτη πρόγευση.

III.

Τη δεύτερη μου έφερες ένα βιβλίο για γενναία γαστριμαργικά

ήθελες να κτίσεις γέφυρες μέχρι τότε και ήξερες να το κάνεις καλά

όσο σε περίμενα στο μπαρ με κοιτούσαν άλλα αγόρια

κι όταν ήρθες εσύ ήταν σαν να εξαφανίστηκαν όλα

έλεγα στην εαυτή μου να σε βλέπω φιλικά

για να καταλάβω την ιστορία της μαμάς σου και του θανάτου

του παππού σου διαφορετικά 

μου άρεσε πως έλεγες πως ήξερες αυτόν τον σνομπ μπάρμαν

που μου γέλασε μόνο μαζί σου

ενώ εγώ έγραφα στη μνήμη μου

πώς είναι και πώς ήταν 

το ύφος σου, ο τόνος και η φωνή σου

σε έβγαλα φωτογραφίες στις πολυκατοικίες 

με την καινούργια μηχανή σου

και με ρώτησες τι άλλο μένει να κάνουμε

κι ήθελα να σου πω

όλου του κόσμου τα πράγματα

μα επειδή δεν γίνονται θαύματα

είπαμε γεια

με μία επί τρία

παρατεταμένη αγκαλιά. 

IV.

Την τρίτη φορά έφαγες την καλύτερη μπριζόλα της πόλης

κι εγώ σε κοιτούσα γεμάτη θαυμαστικά

ενώ χόρευες στο αυτοκίνητο δυνατά

και μου έλεγες ιστορίες από παλιά γκοθάδικα 

τι ωραία που περπατήσαμε όσο προλάβαμε μαζί

ώσπου να φτάσουμε

πάλι σε ένα παγκάκι που μας έλουζε το ψύχος διθυραμβικά

ενώ μας πουλούσε αντιανεμικούς αναπτήρες ένας τύπος

στη μέση που είχαμε κρυφτεί του πουθενά

να νιώσουμε λίγο καλύτερα πλάι στη θάλασσα 

στο αυτοκίνητο ακούγαμε τις μουσικές σου

ένιωθα πως είναι όμως μόνο δικιές σου

ακόμα δεν ήταν δίκαιη η μοιρασιά

σε αποχαιρέτισα πριν τις δώδεκα 

και με άρπαξες πνίγοντάς με στα φιλιά

σου είπα έλα σπίτι μου να κοιμηθούμε 

δεν ήθελα γρήγορα να αποχαιρετιστούμε

μετά από αυτό, έτσι απλά.

V.

Κάθε επόμενη φορά σε περίμενα

να ανοίξεις μία νέα σελίδα

να μου κάνεις τράκα ένα τσιγάρο

να πούμε για όλα εκτός από τον χάρο

και να είμαστε μαζί από τις εννιά το βράδυ

ως της επόμενης το μεσημέρι

περίμενα να με αγκαλιάσεις στο κρεβάτι

να με κοροϊδεύεις για να γελάω

να με φιλάς για να σταματάω

να βλέπουμε ταινίες μαζί ως το χάραμα

είναι πιο ωραίο να μένουμε παρέα έκθαμβοι

αφού μας αρέσουν τα ίδια

στο είχα πει ότι έχουμε κοινά

κι εσύ τα έβλεπες καλά κακά 

κι όμως τόσο δύσκολο είναι μία άκρη να βρεθεί

σε αυτόν τον αυτόχειρα κόσμο 

που οδεύει σταδιακά προς την αυτοκαταστροφή

μα στο λέω, μωρό μου, κάνε υπομονή

ας είναι όλα κόκκινα και διακοπτόμενα 

κι αποσπασματικά

τις ιστορίες μας μόνο να λέμε κι αυτό αρκεί

για να κάνουμε όσο έρωτα θέλουμε

και λίγο παραπάνω 

στα κρυφά.

VI.

Μου αρέσει που δεν είσαι απλός

που είσαι κλειστός και ανοιχτός

μα μέσα σου καίγεσαι να με ακουμπήσεις

και φοβάσαι να με αφήσεις 

που κάνεις τη συζήτηση χαοτική

που με δαγκώνεις εκεί κι εκεί

που με στοιχειώνεις με σκέψεις

και που κάνεις λογικές προβλέψεις

που δεν σε παίρνει η φασαρία

που εκτιμάς τη φλωριά και την αλητεία

που είσαι είρωνας κι ωμός

μέχρι να σε φιλήσω και να σε 

λυγίσω ολοσχερώς.

Μου αρέσει που μου μαγείρεψες 

που σκούπισες για να είναι όλα πιο καθαρά

που θέλεις τα μαλλιά σου λαμπερά

που με φωνάζεις πού και πού αντιγονάκι

που σιάζεις τα παπούτσια μου στο πατάκι

που μοιάζεις με του χιούμορ αστυνόμο

που μετράς τις κινήσεις σου με μετρονόμο

μου αρέσει που αγαπάς αυτό που κάνεις 

που τα κακά αστεία μου τα παραπιάνεις

που με φιλάς μέσα στα ρουθούνια και στα αυτιά

που με αφήνεις να κοιμάμαι στα ντοκιμαντέρ πάνω σου

και να ακουμπάω τη δεξιά σου πλευρά

γιατί ξέρεις εσύ,

ένα κι ένα κάνουν δύο

κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ είσαι εκεί. 

Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ποιήματα

Η Καλλιόπη πέθανε τρελή

όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές

ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι

τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις

θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα

φάντασμα το καταμεσήμερο

με τα πολύχρωμα φουστάνια σου

με τα φουσκωτά σου μανίκια

και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς

με τι κύματα και τι φωτιές

ύστερα από τον μεγάλο σεισμό

που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά

και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια

τι να παίξουμε πια

γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα

άλλοι αλλιώτικοι τώρα

κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια

πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο

***

ΕΞΟΧΗ

Έρχεται μια ησυχία

από τ’ αμπέλια τα νιοσκαμμένα κουλουμάκια

γύρω από κάθε κούτσουρο

μια έγνοια ανθρώπινη

πότε να σκάσει το πρώτο φύλλο

έτσι το χόρτο έτσι η λιθιά

έτσι ο μικρός βόλος το χώμα

η γης και το ποτάμι

έτσι σιγά σιγά χωρίς περιπέτειες

εξόν τις μικρές εκείνες με το κύμα

με το απομεσήμερο και το μελτέμι

έτσι να παίρνεις πάλι αέρα

όπου είναι όστρια όστρια

όπου είναι γρέγος γρέγο

και λίγο λίγο ν’ ανασαίνεις

και λίγο λίγο να βλέπεις

και λίγο λίγο να ξαπλώνεσαι και να σωπαίνεις

και να λησμονείς

***

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Πλήρης ημερών

πλήρης νυκτών

ερώτων

λύπης

κόπου

.