Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ποιήματα

Η Καλλιόπη πέθανε τρελή

όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές

ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι

τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις

θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα

φάντασμα το καταμεσήμερο

με τα πολύχρωμα φουστάνια σου

με τα φουσκωτά σου μανίκια

και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς

με τι κύματα και τι φωτιές

ύστερα από τον μεγάλο σεισμό

που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά

και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια

τι να παίξουμε πια

γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα

άλλοι αλλιώτικοι τώρα

κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια

πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο

***

ΕΞΟΧΗ

Έρχεται μια ησυχία

από τ’ αμπέλια τα νιοσκαμμένα κουλουμάκια

γύρω από κάθε κούτσουρο

μια έγνοια ανθρώπινη

πότε να σκάσει το πρώτο φύλλο

έτσι το χόρτο έτσι η λιθιά

έτσι ο μικρός βόλος το χώμα

η γης και το ποτάμι

έτσι σιγά σιγά χωρίς περιπέτειες

εξόν τις μικρές εκείνες με το κύμα

με το απομεσήμερο και το μελτέμι

έτσι να παίρνεις πάλι αέρα

όπου είναι όστρια όστρια

όπου είναι γρέγος γρέγο

και λίγο λίγο ν’ ανασαίνεις

και λίγο λίγο να βλέπεις

και λίγο λίγο να ξαπλώνεσαι και να σωπαίνεις

και να λησμονείς

***

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Πλήρης ημερών

πλήρης νυκτών

ερώτων

λύπης

κόπου

.

Νίκος Μιτζάλης, Το πρόβλημα του αναπόφευκτου

(Προς τον Τ.Π.)

Η βασανιστική αναζήτηση της συνέχειας

μήπως και φτάσεις ως την αιωνιότητα

υποκρύπτει την άρνηση του οριστικού τέλους

και την ψευδαίσθηση τής διαιώνισης τής εξουσίας τής ύπαρξης

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Παρηκμασμένη νύφη

Από τις λέξεις ότι περίσσευε

έτσι με το περίσσευμα και όχι με υστέρημα

φτιάχτηκε το όνειρο

παρατηρήσεις άνευ αξίας

τις σκουπίζουν τα απογεύματα στις πίσω αυλές των σπιτιών

σε αφήνει ο χρόνος να τού ξεφεύγεις

επανέρχεται και διεκδικεί

μικρές περίοδοι χάριτος

με μια σου παλάμη κρύβεις τον ήλιο

σκοτάδι  για έναν

μέσα σου περνάνε εν τούτοις φεγγάρια πολλά

συνοδεύουν κοιλιακά άλγη

το σκοτάδι  έχει  μορφή

το χέρι της σηκώνεται να σε χαιρετήσει 

και βαφτίζει τη μέρα 

το ρούχο της ανασηκώνεται 

και φαίνεται πως η επιθυμία της κουτσαίνει

πριν ήταν νύμφη

μα τώρα ξηλώνεται 

όταν κατεβαίνει τούς λόφους

σκύβει και μαζεύει από χάμω 

λέξεις όπως το “μνήσκω “

και συνώνυμα τους

τα πόδια της στην άμμο 

το κεφάλι της στην άμμο

ώρα ανύπαρκτη 

ώρα θαμμένη πολύ 

ο αέρας που φυσάει 

δεν τολμάει να τής πάρει τίποτε

αν θαφτεί κι άλλο θα γίνει ηρωίδα

πρώτης γραμμής

αν αναρρώσουν οι αμφιβολίες της

Κατερίνα Φλωρά, Σκέψη

Σκέψη βουβή ανομολόγητη, 

κλεισμένη στις ατέλειωτες ώρες προσπάθειας επιβίωσης,

στους ήχους και τη φρενίτιδα της πόλης,

κρυμμένη στα αφλόγιστα βλέμματα 

Σκέψη κουρασμένη και μονότονη,

ταχεία κι αδιάλειπτη, 

της φύσης σου λησμονείς τη ζωτική πνοή, 

της μοναξιάς σου προσπερνάς την αλήθεια

Σκέψη πρωτόγνωρη που φέρεις το μειδίαμα, 

που είδες από τη χαραμάδα τη φωτεινή γραμμή 

βουτηγμένη σε κόκκους σκόνης που χορεύουν 

Σκέψη απορημένη στη θέαση διαφορετικών, 

αταίριαστων χρωμάτων, εγκλωβισμένη στην πολλαπλή τους φωτεινότητα, 

στην ακατανόητή τους ποικιλότητα.

Πώς μπορείς της απαξίωσης να επανέλθεις 

της μικρότητας το θρίαμβο να επιζήσεις

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Ο κύκλος

Υγρά τα μάτια σου το απόγευμα όπως έσκυβες

κοντά κοντά στο πρόσωπό μου κι απορούσες

πώς σ’ εγκατέλειψαν οι λέξεις, πώς σ’ αρνήθηκαν

κι ούτε μια τοσοδά σωστή πια δε νογούσες.

Έμοιαζες άδολο μικρό παιδάκι άβουλο

και πιο μικρός, μωρό γινόσουν κάθε μέρα

πίσω ξανά προς την αρχή ο κύκλος έκλεινε.

Κι ήμουν εγώ πια ο πατέρας σου, πατέρα.

*Από τη συλλογή “Μνήμες της ρίζας”

**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: 

https://mail.google.com/mail/u/0/#trash/FMfcgxwKjwtzLhkVNQdxlHrGsLkRXRhW στη σειρά “Το ποίημα της Δευτέρας”.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Η Πόλις / Constantine Cavafy, The City

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

*Αγγλική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / English translation: Manolis Aligizakis

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ / The poem is taken from here: https://authormanolis.wordpress.com/2013/05/05/κωνσταντίνος-καβάφης-constantine-cavafy/

Ηρώ Νικοπούλου, Δύο ποιήματα

ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ να γίνω ισότιμη 

καθρεφτάκι ο χρόνος που φόβισα 

ολοστρόγγυλο σαν τις φωνές 

που αφήνω στα χέρια σου 

να οργώνουν βαθιά τη σιωπή.

Αεράκι απ’ τα μέσα η φωνή σου 

κι ονόμασε

— Πώς να μιλήσω; —

***

ΓίΝΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΤΕ απάτητες κορυφές τα σώματα

όταν τα όρια σκεπάζονται

που ήξερες μ’ ομίχλες

κι από τις παιδικές μας ιστορίες

γλιστρούν φαντάσματα τα γέλια

που όλο έρχονται

και αφοπλιστικά σού κατοικούν τα μάτια.

Δεν υπάρχει ύστερα χώρος αρκετός για έρωτα, 

η πόλη με τις σκιές της όλες ταξιδεύει 

αφήνοντας σπαράγματα κολόνες οριζόντιες 

αετώματα καφενείου τραπεζάκια.

Χαλάσματα Θησείο απόγευμα 

κι ο Κολωνός αλλού.

Το σάλεμα της ρίζας 

και το όργωμα 

σε πέτρας σπλάχνο.

*Από τη συλλογή “Ανέμου”, Εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Τρεις Τούρκοι ποιητές

Α. Καντίρ, Απαγόρευση κυκλοφορίας

Τι δουλειά έχουμε εμείς με σας, φαντάροι, 

Κυριακάτικα από μας τι ζητάτε, 

γιατί δε μας αφήνετε να βγούμε στο δρόμο, 

μείναμε στις πόρτες, στα παράθυρα, 

πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε, 

γιατί ήρθατε φαντάροι στο μαχαλά μας;

Σήμερα δεν έχει χαρταετούς, χαλβά, γλυφιτζούρια, στραγάλια, κοκοράκια, ζαχαρωτά, 

κρυφτό, σχοινάκι κι άλλα παιχνίδια, 

ούτε και στο γείτονα μας τον Ομέρ μπορώ να πάω, 

φαντάροι, γιατί φαρμακώσατε αυτή την Κυριακή μας;

Το σπίτι μας είναι κλειστό κουτί, 

πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε, 

φευγάτε γρήγορα απ’ εδώ, γρήγορα φευγάτε [… ]

***

Σουάτ Τασέρ, Ο φόβος

Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας

να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε, 

τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας, 

το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του, 

το λουλούδι μας στη γλάστρα, 

το είδωλο  μας στον καθρέφτη. 

Τελειώνει η μέρα, ατελείωτος ο φόβος

σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος. 

Κοιμάται η θάλασσα, τ’ αστέρια σβήνουν

πάνε κι έρχονται τα σύννεφα

ο φόβος έρχεται δε φεύγει. 

***

Ορχάν Βελή Κανίκ, Γράμμα

Ανταμώσαμε χτες

Απ’ την τσέπη μου

Έβγαζα ένα ποίημα πουχα γράψει για σένα

Να στο διαβάσω

Όταν με ρώτησες τι ειν’ αυτό 

Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση

Ψάχνω το σπίτι του

*Πηγή: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου.

Γιάννης Ρίτσος, Ο πικρός χρόνος / Yannis Ritsos, Bitter time

Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translation: Manolis Aligizakis 

Ο ΠΙΚΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Γέροι και γέροι, με τη μεγάλη αργόπρεπη πανσέληνο,

με τους ψηλούς φανοστάτες πλάι στη θάλασσα. Να φύγουν

δε θα `ταν τόσο δύσκολο άν κάποιος τους ρωτούσε,

άν κάποιος τους κρατούσε να φορέσουν το παλτό τους, άν

ένα παιδί στεκόταν λίγο πλάι τους να κοιτάξει μαζί τους

το πλοίο που απομακρύνεται με τα ήσυχα φώτα του. Οι νέοι

αλλού συχνάζουν, θορυβούν σε κόκκινα ημίφωτα, δεν ξέρουν

το χάρισμα της ίδιας τους της νεότητας, όταν η ωραία γυναίκα

πέφτει απ’ τον έβδομο όροφο στον κήπο, ντυμένη μονάχα

την άσπρη νυχτικιά της ολοκέντητη με μώβ πανσέδες.

BITTER TIME

Old men and old men, with the big waning full-moon,

with the tall lampposts next to the sea. It wouldn’t

have been hard for them to leave if one asked them,

if one helped them put on their heavy coat, if

a child stood next to them for a while to look

at the ship with its serene lights weaning away. But

the young men frequent other places, noisy places

under dimmed red lights, they don’t know

the charisma of their own youth, when the beautiful woman

falls off the seventh floor to the garden, dressed only

in her white nightgown embroidered with purple pansies.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ / The poem republished from here: https://authormanolis.wordpress.com/2017/06/15/yannis-ritsos-translated-by-manolis-aligizakis-3/

Βύρων Λεοντάρης (1932-2014), Σεσημασμένος είμαι

Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα

μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με

διαβάσετε ούτε να με διαβείτε

Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε

Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε

κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα

κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.

Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης

ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει

μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.

Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν

*Από τη συλλογή “Έως…”, Εκδόσεις “Νεφέλη” 2003.