Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα

Τό όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά

και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο

κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν              

ακούς τά παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού

χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λές αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών – και

το αναβάλλεις

Μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις

δισκοθήκες

η καρβουνόσκονη μόλις αγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής

σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς

μες στους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα 

μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς 

σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς

η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της

διαδοχής 

η νύχτα πέφτει

***

Δυό χρόνια τριγυρνούσες μόνος

Δυό χρόνια τριγυρνούσες μόνος στα νησιά

Τι σ’ έκανε να τρέμεις έτσι, Πρίγκιπα

σ’ ερημικές ακρογιαλιές αγγίζοντας μόλις την άμμο

και σε θαλασσινά μουσεία εκστατικός λατρεύοντας μια τέχνη

φθινοπωρινή 

η αγάπη για τους ζωντανούς σε οδήγησε 

στα τζαμωτά των άσπλαχνων μοναστηριών
πικρό απόσταγμα μιας εκθαμβωτικής προϊστορίας

Λες είναι ακόμα καιρός να γυρίσω σελίδα 

την ξοδεμένη βασιλεία σου τη θέλεις αιώνια 

Στου ουρανού απάνω τη γαλάζια χλόη την κεντάς

Δυό χρόνια γυρνάς στης Καλύμνου τις γυμνές ράχες 

στα σώματα ηλιοψημένων καπετάνιων 

βλέπεις θάνατο τρέμεις από τον πυρετό

Πρίγκιπα, θλίβομαι βαθιά 

γι’ αυτό που στα βορινά ακρογιάλια κάποτε συνέβη

*Από τη συλλογή “Ωδές στον Πρίγκιπα”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 1991.

Αντώνης Μπουντούρης, Μάρτης του ΄21

Διακόσιες χορδές ο ταμπουράς

που κρέμεται στον τοίχο.

Ήχοι λεπτοί,ήχοι της γής, ήχοι αρματωμένοι

καρφί μεγάλο της σκουριάς, με την υπόσχεση βαθιά μπηγμένη.

Ο Ρήγας πρώτος με σπουδή τους στίχους τραγουδά

κι αντιλαλεί σ΄ολόκληρο τον Αίμο.

Η ερημιά γεμίζει νότες,Νόημα,μελτέμια

με τις φωνές των Αρχαγγέλων Θοδωρή, Οδυσσέα, Κωνσταντή

Νικήτα, Δόμνας και Γιωργή

η μουσική ακούγεται αιώνια.

Διακόσιοι ουρανοί ματώσανε το πέρασμά μας

στις ξώβεργες πιασμένα όνειρά μας

το ερημοκλήσι πουλήθηκε στους ξένους

δυστυχώς.

Είμαστε ακόμα “ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη”

μα οι παλιοί είπανε πως

μένει και μαγιά.

Ζητείται χέρι του λαού

τον ταμπουρά να ξεκρεμάσει.

Αυτόν με τις διακόσιες τις χορδές.

Kenneth Rexroth – Clifford Harper, Από την “Κτηνολογία”

Κουνέλι

Τα κουνέλια είναι αδύναμα

αλλά έχουν το σπίτι τους στα βράχια.

Αν πάρεις μόνο μια πέτρα

υπάρχουν καλύτερα πράγματα να κάνεις μ’ αυτή,

από το να φτιάξεις ένα σπίτι.

***

Ελάφι

Τα ελάφια είναι πράα και ευγενικά

κι έχουν όμορφα μάτια.

Δεν πληγώνουν κανένα πέραν τον εαυτό τους,

τα αρσενικά, και μόνο για τον έρωτα.

Οι άνθρωποι έχουν εφεύρει πολλές

χιλιάδες τρόπους για να τα σκοτώνουν.

***

Τσακάλι

Το όνομα του τσακαλιού χρησιμοποιείται συχνά

για να ορίσει την περιφρόνηση.

Αυτό συμβαίνει γιατί ακολουθεί

παντού το λιοντάρι και ζει

από τα υπολείμματα του κυνηγιού του.

Τα λοντάρια τρομάζουν

τους περισσότερους ανθρώπους

που αγοράζουν κρέας στον χασάπη.

***

Καγκουρώ

Όπως ξέρετε, το καγκουρώ

έχει μια τσέπη, αλλά το μόνο που βάζει εκεί

είναι το μωρό του.

Ποτέ μην κρατάς ένα πορτοφόλι

αν το μόνο που μπορείς να βρεις

για να βάλεις μέσα

είναι λεφτά για πρόσθετα έξοδα.

(Η υποδοχή αυτών των λέξεων

μπορεί επίσης να χρησιμεύσει

για να σας προειδοποιήσει:

ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΤΕ ΤΑ ΜΩΡΑ!)

***

Άλογο

Έχει πλάκα να ιππεύεις ένα άλογο.

Αν του δώσεις λίγη ζάχαρη

θα σ’ αγαπήσει. Αλλά ακόμη

και τα καλύτερα άλογα μερικές φορές κλωτσούν.

Ένας θόρυβος που πλανάται στον αέρα

μπορεί να το κάνει να σε σκοτώσει.

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά

έχει το κράτος.

*Έκδοση Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, Δεκέμβρης 1995.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Η σιγουριά στο αίμα

του Μάρκου που το προκάλεσε

γιατί και πάλι δεν ανταποκρίθηκα στην κλήση του;

μ’ ανησυχία χθες μ’ εγκάλεσε ανάμεικτη με οργή

μα χρόνους τώρα περπατώ στον πάγο απάντησα

κι έχω χιλιόμετρα πολλά ακόμη να διασχίσω

μέχρι να φτάσω το μικρό κηπάριο δυο μόλις μέτρα γης

τη μόνη δόξα μου τη μόνη σίγουρα λοξή μου επιθυμία

μάθε λοιπόν ναν το φροντίζεις και σωστά

την αυστηρότητά του εξάντλησεν επάνω μου

στο φύτεμα στο σκάλισμα το κλάδεμα το πότισμα

από τον νου ν’ αρπάξεις την ψυχή και δουλευτής θεριεύει

μονάχα λίγους σπόρους έσπρωχνα ο ταπεινός στο χώμα

κι αν πεις το αίμα τους βοά κι αύριον θα τους ξεχώσουν

δε θα ‘ν’ κυματιστά σπαρτά κιτρινισμένος κάμπος

να βρίθει αγεωμέτρητος χρυσάφι του ο καρπός

μόν’ μια βρυσούλα απρόσμενη δροσιστικό νεράκι

-θα ξεδιψά στα ποιήματα κάθε περαστικός!

*Από την έκδοση “Μικρόν Εγκόλπιον για τον ποιητή Μάρκο Μέσκο”, Εκδόσεις του Φοίνικα 2018.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ

Είπε το νυχτοπούλι: «Πετούν δυό

μαύροι άγιοι». Τ’ άστρα γυρίσανε

να ιδούν «είναι δυό άγιοι

λαμπεροί» είπε η σελήνη

κι ακούστηκε ο κρότος ο μεγάλος

της γης

                 που τσακιζότανε τυφλή

πάνω στον βράχο

***

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Δεν ήτανε φτερά, με τ’ ανοιχτό

παλτό της όλο ανέβαινε.

Αχ ασυλλόγιστο κορμάκι

και πού πας; Θα συναντήσεις τ’ άλογα

της νύχτας.

                 Δεν άκουσε γελούσε

όλο ανέβαινε «μείνε στην άσφαλτο»

μού φώναξε «στους ξένους».

*Από τη συλλογή «Μετά τα μυθικά» (1996), που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Βραχνός προφήτης – Ποιήματα και κριτικά κείμενα 1981-1987», Εκδόσεις Μελάνι, Νοέμβριος 2018.

Κλείτος Κύρου, Τοπίο

Ο παιδιάστικος ήλιος που έπαιζε κρυφτό στη φυλλωσιά 

των δέντρων

Το γόνιμο γρασίδι που ανάδευε κουρασμένη προσπάθεια

Το κορίτσι που ολημέρα έτρεχε στους ήλιους

Κι έριξε το κορμί του με συνέπεια στο πλευρό μας

Οι μπούκλες που μας εξαφάνισαν

Η γρανιτένια σιγή

Η σαγήνη

Θυμίζαν σονέτο

*Από τη συλλογή «Αναζήτηση» που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Έν όλω Συγκομιδή 1943-1997», εκδόσεις Άγρα, 2006.

Ζωή Καραπατάκη, Η βροχή

Μίλα μου σαν τη βροχή

και γω θα μείνω εδώ ξαπλωμένος

και θ’ ακούω

Τ. Ουίλλιαμς

Σα δυο δένδρα και μεις

που οι κορμοί τους είναι κοντά ο ένας στον άλλο

στεκόμαστε στο άδειο πάρκο

ενώ η βροχή μας μουσκεύει

Το αυτί σου πλάι στο δικό μου για μυστικές ακροάσεις

και το νερό πάνω στο αδιάβροχο να πέφτει

σε ρυθμό εννέα όγδοα

Βρέχει βρέχει βρέχει

Είναι παμπάλαια η βροχή και

καλύτερη από κάθε μουσική

είτε με ήχο χαμηλό και απόκοσμο

είτε σαν υψίφωνος σε χώρο με δυό μοναχικούς ακροατές

αιχμαλωτίζει ανεξήγητα τις ψυχές

Μην μου το πεις πάλι , ξέρω

έρωτας είναι

που σε ξαφνιάζει 

ξανά και ξανά

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Δύο ποιήματα

Σκοτεινά και υγρά μπιτ με δοξάρια

Νέρωνε το κρασί

Γύμνασε το ένστικτο

               Νέρωνε

               Γύμνασε

               Νέρωνε

               Γύμνασε

               Νέρωνε

Ολοκλήρωσε την Ιστορία

Εξασφάλισέ τα αρκετά

Μην μεταλλάσσεσαι

               Γέμιζε

               Γέμιζε

Προχώρα.

***

Πρόβλημα από τ΄ άλυτα

Το νερό

εκτινάσσεται από το τηλέφωνο

το κορμί

βυθίζεται

η κεφαλή

βαφτίζεται

στην υγρή κολυμπήθρα

και περιμένει

τη στιγμή

που θα ξεχειλίσει η μπανιέρα

προβλέποντας λεπτό το λεπτό

πώς θα νιώσει αυτή η καταστροφή.

*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

Artwork: Maurice Sapiro

Επιστροφή στη ζωή

Άκουσμα άρπας περίτεχνο και μαγικό.

Γοργόνας έμβρυο πετιέται από τα σπλάχνα της.

Αίμα, το κόκκινο κρασί που δεν μεθάει, ποτάμι.

Παλμός της θάλασσας στα στήθη.

Πύρινη λάβα χαϊδεύει τις φλέβες.

Φαντάσματα του μυαλού πετούν τριγύρω.

Η ανάσα σκοντάφτει στο ρυθμό της.

Μια χαραμάδα φως, μα καταχνιά!

Πικρό το στόμα, γεμάτο δάκρυα.

Υπόκουφες κραυγές ακούγονται τριγύρω.

Ξυπνάει, συνέρχεται, ξυπνάει!

***

Νυχτερινή μυσταγωγία

Θεσπέσια μυρωδιά η υγρή ανάσα του δάσους.

Άκουσμα, η απέραντη ορχήστρα των τριζονιών.

Παράσταση του δράκου που βρυχάται, δίνουν

οι κορυφές των δέντρων στον ορίζοντα.

Η γλώσσα του, στραμμένη στη μεγάλη άρκτο,

λες και θα την ακουμπήσει.

Από κάτω χορεύουν μπαλαρίνες και πολεμιστές.

Αλυχτίσματα σκυλιών!

Νυχτερίδες σκίζουν το φως του φεγγαριού.

Ξαφνικά ένα αστέρι πέφτει!

Όλα κάνουν πίσω με μια σύσπαση από δέος!

Ο δράκος, ξερνάει φωτιές για αντιπερισπασμό.

Η ώρα περνάει, ο φωτισμός του μεγάλου

σκηνοθέτη αλλάζει.

Σε λίγο, θα προβάλουν όλα γυμνά!.-

*Διάκριση στους Ποιητικούς Αγώνες Δελφών 2013, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

**Από τη συλλογή “Μυσταγωγία”, εκδ. Ποιήματα των Φίλων, Νοέμβριος 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Έμπνευση

Την έμπνευσή μου

δε τη θέλω εύκολη

ρηχή και ανούσια

ρομαντικά και τρυφερά να με θωπεύει.

Τη θέλω άγρια και απρόσιτη.

Να της γυρεύω ένα φιλί

και να περνώ χίλιες φωτιές

μήπως και το κερδίσω.

Να της ζητώ να υποταχτεί 

κι αυτή να κάνει αντάρτικο.

***

Το λάθος

Το γράμμα ήταν έτοιμο.

Έριξε μια ματιά στα πεταχτά 

κανένα λάθος.

Μόνο η ημερομηνία

δυο μέρες πριν.

Σε άλλο γράμμα

το ίδιο λάθος.

Σα να ‘χε μείνει

ο χρόνος στάσιμος

σ’ αυτή την πιο γλυκιά στιγμή.

***

Διαφήμιση

Τεράστια διαφήμιση

το βλέμμα μαγνητίζει.

Σαστίζει ο νους

μπερδεύεται

κι άλογες σκέψεις κάνει.

Φυσά ο λίβας δυνατά

με μιας την κουρελιάζει

κι αποκαλύπτεται στο νου

απαίσια, κούφια κι άδεια.

*Από τη συλλογή “Μεταμοντέρνες αυταπάτες”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2021.