Γιάννης Δάλλας, από τον “Ζωντανό χρόνο”

Mε γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα

Τρεκλίζοντας

σαν ρύγχος ονείρου 

Ο ήλιος του μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος 

Τού ’γλειφε την καρένα του

Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ένα βήμα κ’ είπε, να τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού 

Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια

Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια

Οι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ η πειρατεία εν δράσει

Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών

Οι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι 

Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους

Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα 

Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ άαμπελόφυτα 

Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι 

Να μάς σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας 

Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος 

Κ’ ύστερα γύρισε με στίγματα αγρίων

Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας 

Παραπατώντας μες στη συντροφική παραζάλη

Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της 

Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα 

Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες 

Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου

Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων

Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της

Το σκαρί τους είναι ήη σιγουριά που την ταξιδεύει 

Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες

Παρά μ’ δση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα

Εκείνα καλπάζοντας κι αυτή σαν το μάτι φάρου 

Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει 

Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη 

Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα 

Και μοίραζε τά εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια 

Με την ίδια έμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της 

Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει 

Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα 

Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων 

Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα

Κι ο ίδιος ερυθρόδερμος με τη γλώσσα του

Να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας

Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα

Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται

Μια αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του

Ένας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου

O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ άμπελόφυτα 

Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ άετονύχι που γυάλισε 

Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου

Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα

Του πιο ρέμπελου Σειληνού

0 ουρανός με τα φύκια του κ’ η γη άστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυό βουναλάκια 

Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι 

Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται 

Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα 

Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*“Ο ζωντανός χρόνος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1985.

Βήμα το βήμα

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Βήμα το βήμα

ας φτάσουμε

στο «μακριά»

Ποτέ

σκεπτόμενοι

το μακριά

Μία ανάσα

πιο κοντά

κάθε φορά.

Σίγουρο βήμα

Ένα

Η πράξη.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English Version

Step by step

let’s go

«far away»

Never

thinking

that «far away»

One breath

closer

every time.

Definite step

One

The act.

© Despina Avgoustinaki

View original post

Κώστας Κουκούλης (15 Ιαν. 1955 – 18 Φεβρ. 2021) – Μικρή επιλογή από την ποίηση του

ΑΣΚΗΣΗ ΣΙΩΠΗΣ

Κάποια πρωινά

σαν να σε βλέπω, αιωρούμενο

για μια στιγμή, πάνω από τη γκρίζα πολιτεία•

σαν να σ’ ακούω να λες:

― Νά ’μαι! Ένας ζωντανός Κυνέγειρος. Τι κι αν

εμήδισαν οι περισσότεροι; Τα κερδισμένα,

κερδισμένα.

Έπειτα, μια κίνηση, όπως θα ’κοβες ένα λουλούδι κόκκινο

το πέτο σου για να στολίσεις.

(Αλήθεια, ποια εποχή θ’ ανθίσει από τ’αρχαίο κοντάρι

που κάποτε βαθιά μέσα στη Νύχτα φύτεψες;)

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Έδειξε τον ποταμό με τ’ αγιόνερο

κι ύστερα έστρεψε

έκανε να μιλήσει μέσ’ από την ψυχή του

μα δεν άρθρωσε λέξη

έδειξε την κορυφή ενός βουνού μακρινού

κι ύστερα στέναξε, πέταξε.

(Σαν να ’ταν άγγελος που επέστρεφε κάπου

χωρίς να ’χει αφήσει το μήνυμα.)

Μόνον αιώνες μετά είχαμε μιαν είδησή του

― πως ασκητεύει, λέει, σε τόπο απρόσιτο

συντροφιά με αγρίμια και ιερείς των σπηλαίων•

πως τότε δεν τον είχε καθόλου νοιάξει 

που η φυγή του θεωρήθηκε μυστηριώδης•

είχε νιώσει, λέει, αιφνίδια μιαν επιθυμία,

να παραδοθεί στην ανία του

και να την τρέφει

με ωσαννά, αλληλούια και Κύριε ελέησον…

ΗΝΙΟΧΟΣ   Ι

Ο Ηνίοχος στέκει ― το βλέμμα του, ευθυτενές.

Απουσία (το τίποτα)

πέρ’ από τα σπασμένα γκέμια που βαστάει.

Τι κύλησε στην άβυσσο;

Τα γκέμια, τι δεν συγκράτησαν;

(Ο Ηνίοχος

πίσω από το αινιγματικό προσωπείο του

χαμογελάει.

Πικραμένος.)

ΗΝΙΟΧΟΣ  ΙΙ

Απόψε νύχτωσε νωρίς

και η σελήνη χλώμιασε, να σβήσει.

Σε ουράνια μαύρη θάλασσα

ένα παλλόμενο φτερό (η καρδιά σου)

περιδινεί τις μέρες τις παλιές,

τους κόπους σου εκείνους. Και ξαφνικά,

ανοίγοντας στα σκοτεινά τών τύψεών σου το κλουβί

μαύρο κομμάτι πέφτει εαυτός

πουλί νεκρό στην αγκαλιά σου.

Φεγγίζει η πληγή. Το αίμα, φεγγερό.

Τι άλλο να εναποθέσεις πια

στον βωμό των στιγμών σου;

Το παρελθόν κρατάει αντίσταση, το μέλλον

κρατάει αντίσταση ― κι εσύ, να στέκεις

τραβώντας διαρκώς προς το μέρος σου

τα δυο άψυχα γκέμια.

ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ

Ελλάδα,

κάθε που χαράζει πάνω από το σώμα σου

καμιόνια παίρνουν τα όνειρά σου στα κρυφά

σε σκουπιδότοπους απρόσιτους για να τα πάνε.

Τα δειλινά σου στέκουν

σαν να μη βαφτίστηκαν ποτέ

        σε κολυμπήθρες ποίησης

κι ευνουχισμένα τα σήμαντρα όπου στο κράμα τους

ο μέλλοντας χρόνος σου αντηχούσε.

Έρρει τα κάλα. Τα μάρμαρα μαύρισαν,

τα αγάλματα μετανάστευσαν

και το φαράγγι στροβιλίζει στο χάσμα του

τη φθίνουσα ηχώ μιας αρχαίας φωνής.

Και τώρα το άγγελμα, ποιο;

Κάτι περιστέρια απόμειναν

ραμφίζοντας τη λίγη ψίχα φως

στον δίσκο τού ήλιου

καθώς πέφτει.

(Μόνο τα δέντρα και το χόρτο ξέρουν:

Η μέρα του Ανθρώπου, η μέρα σου η αληθινή

μυρίζει χώμα. Και βροχή.)

ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ήρωες

           που δεν υπήρξατε αλλού

από τον Ύπνο σας

και τα καχεκτικά μας χρόνια

παιανίζοντας μπήκαν εκείνα τα παιδιά

στην αυλή.

Θα πάρουν τα ξεχασμένα παιχνίδια τους

κι έπειτα

θα γκρεμίσουν τον φράχτη που τα ζώνει.

*Από τη συλλογή του “ΔΥΟ ΚΥΚΛΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (1972-1984)”. 1984. Επιμέλεια Χρήστος Τουμανίδης.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Κάθε φορά

που κλειδώνεις την πόρτα

κάποιος σε αποχαιρετά. Δεν θυμάσαι

ποτέ ποιος ήταν ή αν απλά τον φαντάστηκες να

φεύγει. Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι για να ελέγξεις

αν η πόρτα κλείδωσε, πριν ή αφότου στριφογυρίσεις το

κλειδί, βρίσκεσαι αυτόματα στην λάθος μεριά,

εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πόρτα και

την

ε

λ

ε

υ

θ

ε

ρ

ί

α

σου.

View original post

Ευθύμιος Λέντζας, Σχήμα του Καλοκαιριού

Μένει ακόμα το καλοκαίρι: 

οι γλάροι παίζοντας με τα κύματα.

Το αίμα ψάχνοντας τι καινούριο ετοιμάζουνε 

για μας τα ψάρια.

Ανάσκελη στην άμμο με τα βρεγμένα 

βότσαλα η μυρωδιά του Αυγούστου.

Τα φεγγάρια που έκλεισαν γρήγορα 

για να μη φύγουμε απ’ το χώμα, 

τα χείλια μας αγγίζοντας το νερό, 

ανασαίνοντας το χτύπημα της θάλασσας.

Δεξιά στο μάγουλο το καλοκαίρι 

-εφηβικό κοκκίνισμα- οι γυναίκες που 

αφήσαμε στην επαρχία και στην Αθήνα: 

πενήντα χρόνια, πέντε μήνες, μια ημέρα.

Το ακατοίκητο σπίτι στο Λιδωρίκι.

Σκουριασμένα τα κανόνια στην Αράχωβα 

επιστρέφουν το μπαρούτι, με τις φλέβες 

που τυλίξαμε στη Λιβαδειά, στο κάστρο 

παίζοντας τους νεκρούς με τις σκιές στις πολεμίστρες.

Μένει ακόμα το καλοκαίρι χωρίς εμάς.

Οι κουρτίνες τρέμοντας.

Ένα κομμάτι δέρμα στην ψάθινη καρέκλα με τις 

αμέτρητες υποσχέσεις.

Με την ηλικία της γης μπήκαμε στον Σεπτέμβρη· 

ακόμα κυνηγάμε το ηλιοβασίλεμα.

Το καλοκαίρι με τα σγουρά του μαλλιά σαν μια 

παλιά φωτογραφία ή σαν δυο χέρια -κανείς δεν τα βλέπει. 

Η γάτα νιαουρίζει στο τραπέζι -γυρεύει τα πόδια μας. 

Από ένα θρόισμα στα φύλλα τιναγμένο το φιλί: 

φωτιά πάνω απ’ τα πέντε τέρατα.

Έμεινε μόνο το σχήμα των κλεισμένων βλεφάρων 

κι ο άντρας με την ανοιγμένη ομπρέλα.

*Δημοσιεύτηκε στον “Μανδραγόρα”, Τεύχος 63, Νοέμβρης 2020.

3 ποιήματα | Γιώργος Ιωάννου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Παντού ξεριζωμένος

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα∙
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.

***

Το μόνο

Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.

Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…

***

Δε βρίσκω φωνή

Θέλω να σκάψω και δεν έχω γη.
Να φυτέψω-χώμα δεν υπάρχει
ούτε φυτά, ούτε κάν ένα φτυάρι.
Θέλω να φωνάξω, δε βρίσκω φωνή.
Η ομορφιά δε μ’ αγγίζει
και τόσο θέλω ν’ αγαπήσω.

View original post

Lawrence Ferlinghetti, Τι είναι ποίηση (απόσπασμα)

Ποίηση είναι ό,τι θα κραυγάζαμε όταν θα 

φτάναμε σ’ ένα σκοτεινό δάσος 

στο μέσο του ταξιδιού της ζωής μας.

Τα ποιήματα είναι φλεγόμενα τόξα, 

τα ποιήματα είναι τόξα επιθυμίας, 

η ποίηση δίνει φωνή στην καρδιά. –

Ποίηση είναι η αλήθεια που αποκαλύπτει 

όλα τα ψέματα, το πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ.

Τι είναι ποίηση; Άνεμος λικνίζει τα χορτάρια, 

ουρλιάζει στις στενοποριές.

Φωνή χαμένη και ονειρική, 

πόρτα που αρμενίζει στον ορίζοντα.

Ω μεθυσμένε αυλέ, Ω χρυσό στόμα, 

φιληθείτε σε πέτρινα μπουντουάρ.

Τι είναι ποίηση; Ένας παλιάτσος γελάει, 

ένας παλιάτσος κλαίει, ρίχνοντας τη μάσκα του.

Ποίηση είναι ο Άγνωστος Επισκέπτης στο σπίτι.

Ποίηση είναι η Μεγάλη μνήμη, 

κάθε λέξη μια ζωντανή μεταφορά.

Ποίηση το μάτι της καρδιάς, η καρδιά του μυαλού.

Λέξεις περιμένουν ν’ αναγεννηθούν στη σκιά του 

λαμπτήρα της ποίησης.

Πρώτο φως και ένα σκοτεινό πουλί φτεροκοπά 

— ποίημα.

Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τη νύχτα 

με αγαλλιάζει.

Τα ποιήματα είναι ηλεκτρονικά μηνύματα 

απ’ το άγνωστο πέρα απ’ τον κυβερνοχώρο.

Ποίηση το υπέρτατο εσωτερικό καταφύγιο.

Τα ποιήματα φωτοβολούν, εκπέμποντας φως.

Η ποίηση σαν άγκυρα στη ζωή σου 

είναι τόσο καλή όσο τα βάθη όπου φτάνει.

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή 

ακόμα τραγουδά εντός μας, μια βουβή μουσική, 

μια αδιαμόρφωτη μουσική.

Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στο νου 

είναι καθ’ εαυτή τέχνη.

Ποιήματα σαν σκόροι 

συνωστίζονται στο παράθυρο, 

προσπαθώντας να φτάσουν 

τη φλόγα.

Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει 

αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.

Η ποίηση είναι τα λευκά γράμματα στο μαύρο, 

τα μαύρα γράμματα στο λευκό.

Ποιήματα κρύβονται,σε νυχτερινούς ουρανούς, 

σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά 

φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και 

ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…

Ποίηση μπορεί να είναι το γρασίδι της 

λογοτεχνίας, που μας θυμίζει τις ταπεινές 

απαρχές μας.

Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού 

και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.

Ποίηση μια γυμνή γυναίκα,

ένας γυμνός άνδρας,

και η απόσταση αναμεταξύ τους.

Ποίηση το υπέρτατο αποκύημα.

Ποίηση είναι τα νέα απ’ τα όρια

που ολοένα διευρύνονται

στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.

Ποίηση μια βουβή μελωδία στο κεφάλι 

κάθε άλαλου ζώου.

Ποίηση ένα ντισκάντο που αναδύεται 

απ’ τη βουβή καρδιά της σκοτεινιάς.

Ιδιωτική μοναξιά που έγινε δημόσια.

Το φως στο τέλος του τούνελ 

και το σκοτάδι εντός του.

Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί 

για τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει 

την κραυγή της καρδιάς.

Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.

Η ποίηση δεν είναι μόνο ηρωίνη και Ρεμπώ.

Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές 

των επιβατών αεροπλάνων που δένουν 

τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.

Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και 

τους ξαναδίνουνε ζωή.

Ποίηση η μικρότερη απόσταση ανάμεσα 

σε δυο ανθρώπους.

Κάθε πουλί λέξη, κάθε λέξη πουλί.

Και κάθε ποίημα υπερβολή, μετριασμένη.

Ποίηση μια προπόρευση υδρόβιων πτηνών 

σε πτήση συνδυασμένη με ατυχήματα μηχανών.

Ποίηση είναι πουλιά που ακολουθούν μια βάρκα 

καθώς δύει ο ήλιος στις κορυφές 

των δέντρων τζακαράντα στην παραλία 

του Σαν Μιγκέλ ντε Αλιέντε.

Και όλα τα πουλιά του σύμπαντος 

που κινούνται μαζί 

σ’ ένα πελώριο βιβλίο.

Ένα ποίημα είναι ένα φωσφορίζον δευτερόλεπτο 

που καταυγάζει το χρόνο.

Η ποίηση είναι περισσότερα από ηλιόφως 

που βάφει μια πλευρά του σπιτιού.

Η αδύνατη λειτουργία της ποίησης είναι

να εξιχνιάσει του ανθρώπου το πεπρωμένο 

και να το υπερβεί.

Ποίηση είναι του Βαν Γκογκ το αυτί 

όπου αντηχεί όλο το αίμα του κόσμου.

Ποίηση ο πρώτος μαέστρος του συναισθήματος.

Αλεξικέραυνο που μεταδίδει επιφοιτήσεις.

Δεν είναι ξοδεμένο φως, καμένος λαμπτήρας, 

lume sperrto.

Είναι λιβελλούλα που παίρνει φωτιά.

Πυγολαμπίδα της φαντασίας.

Είναι η θάλασσα και το φως της Ελλάδας, 

το διαμαντένιο φως της Ελλάδας.

Ποίηση είναι ένα φωτεινό όραμα

που συσκοτίστηκε,

ένα συσκοτισμένο όραμα που φωτίστηκε.

……………………………………………….

*Η σύνθεση “Τι Είναι Ποίηση;” περιλαμβάνεται στο ποιητικό βιβλίο του Lawrence Ferlinghetti “Poetry as Insurgent Act” (New Directions, 2007). Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ είναι από την έκδοση της Bibliotheque, 2019, σε μετάφραση Χρήστου Αγγελακόπουλου.

Πουπερμίνα, Δύο ποιήματα

Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Το γένος Manis

Κουρνιάζω
σαν κυνηγημένος
παγκολίνος
στη νύχτα σου∙
μεσ’ το σκοτάδι
πολλούς τους ξεγελώ
για αγκινάρα
χθες ξύπνησα
με χιόνι
μέσα μου
κρεμάστηκα
ψηλά
να αγναντέψω
τα μελλούμενα∙
ως αρμαντίλλο
θα έλπιζα
στο κράτημα
των χορδών ενός
βολιβιανού
τσαράνγκο
θα είχα
τέλος πάντων
μια προοπτική
τώρα τίποτα
δεν με συγκρατεί
το παραξήλωσα πάλι
με τα μυρμήγκια
κολυμπούν
στο αίμα μου παντού
οι Άνδεις
μακρυά

***

Απολυτήριο

Κι όπως μοιράστηκαν οι κόλλες
Οι εκφωνήσεις της ζωής δείξαν βατές
Και όμως! Να που έκανε τις λάθος πράξεις
Δεν υπολόγισε σωστά
Το άθροισμα των γονεϊκών επιταγών
Τη διαίρεση της επιθυμίας
Τον πολλαπλασιασμό των ορμονών
Το υπόλοιπο μιας φρούδας έλλειψης
Το όριο κάθε πλέριας ολοκλήρωσης
Ατόμων τις εφαπτομενικές τροχιές
Τις χωροχρονικά ασύμβατες συντεταγμένες∙

Στράφηκε αισιόδοξα στα θεωρητικά
Αλλά κι εκεί παραπλανήθηκε με λάθος λέξεις
Έτσι έμειναν κενά κουτάκια πολλαπλών επιλογών
Κυρίως αυτών των κεφαλαίων ερμηνείας των ονείρων
Δεν άφησε κόλλα λευκή
Παρέδωσε μουτζουρωμένα πρόχειρα
Κι ίσα που πέρασε με τους πολλούς τη βάση

*Παρμένα από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/01/%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1/

Κώστας Κρεμμύδας, Τρία ποιήματα

Σχεδίασμα αυτοκτονίας

Σελίδα άλφα των σημειώσεων

σκόρπιες γραμμές

-στα σχήματα υστερώ

Μία αγχόνη

με αγχώνει δια δηλώσεων

υπερτερώ

στην προσπάθεια την πρώτη

*

Στα εννέα όγδοα

Ηχώ εγώ ως ήχος

ακούω την ηχώ

των παρηχήσεων

ηχόμετρο στο απέναντι

μπακάλικο

μετρά, ηχολογεί και ψάλλει

στων παραισθήσεων τη ζάλη

χορεύοντας ζεϊμπέκικο

απτάλικο

*

Μεταπτώσεις

Πενήντα κομπάρσοι

στο κόκκινο

Και το φεγγάρι δίσκος στον ουρανό

Στη θάλασσα καθρέφτης

Εμείς εκεί

απ’ την αρχή κορνίζα

κάδρο κατόπιν

σε τρεις σκηνές

και χρόνους έξι

και μια Ελένη

να επιστρέψει

την ώρα που αναχωρείς

ως είθισται

σε εποχές, σε πολιτείες,

σε αγορές

και στα προάστια

*Από το βιβλίο «Κάπα όπως μακάβριο», εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2019.

Kenneth Rexroth (1905-1982), Δύο ποιήματα

Όταν κάνω έρωτα μαζί σου

είναι σαν να πίνω θαλασσινό νερό.

Όσο περισσότερο πίνω τόσο περισσότερο διψώ.

Ώσπου δεν γίνεται πια να ξεδιψάσω

αν δεν πιω την θάλασσα όλη.

***

Έλα, όπως πάντα σιγά, απαλά

στη ρόδινη φωλιά της φωτιάς μου.

Έλα κι άστραψε μέσα στη νύχτα

τη βαθιά δασωμένη.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.