Mόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη με τίτλο ΠΟΙΗΜΑΤΑ 2009-2017.
Πρόκειται για έναν τόμο με επιλεγμένα ποιήματα που δίνουν το στίγμα της ποιητικής της ταυτότητας στο χρονικό πλαίσιο μιας δεκαετίας περίπου.
Περιγραφή (από την εισαγωγή του βιβλίου, της Α.Αφεντουλίδου):
“Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, μέσα στη δεκαετία που ήδη πέρασε και στη δεύτερη την οποία βαδίζει, υπηρετεί την τέχνη του λόγου μέσα από πολλές παράλληλες δράσεις, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη προσήλωση, εργατικότητα και αγάπη. Και της ευχόμαστε ολόψυχα να συνεχίσει με το ίδιο πάθος σε όλα τα πεδία: ποίηση, αφήγηση, μετάφραση, θεατρική συγγραφή, ανθολόγηση, κριτική. Εξάλλου, κανένα από αυτά δεν στεγανοποιείται πλήρως από το άλλο, καθώς το ένα προοικονομεί το άλλο, το ένα προϋποθέτει ή/και ακολουθεί το επόμενο∙ καθώς όλα αλληλοεισδύουν συναιρούμενα, διαμορφώνοντας έναν χώρο δραστικής πραγμάτωσης, όπου ηττάται η απραξία∙ απραξία η οποία δεν μπορεί παρά να είναι παθολογική για ένα πλάσμα τόσο ζωντανό, τόσο γεμάτο δύναμη”.
H Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι θεατρολόγος, φιλόλογος και συγγραφέας. Σπούδασε Υποκριτική στο Θέατρο-Εργαστήριο (Εμπρός). Είναι Μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Διδάσκει Θεατρική Αγωγή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα Γλώσσας και Λογοτεχνίας καθώς και Θεωρίας και Ιστορίας Θεάτρου. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια Υποκριτικής, Σκηνοθεσίας και Θεατρικού Παιχνιδιού. Έχει σκηνοθετήσει και ανεβάσει με τους μαθητές της αρκετά έργα, δικά της και μη. Διατηρεί από το 2009 το λογοτεχνικό ιστολόγιο Varelaki. To βιβλίο της “Εποχή μου είναι η ποίηση “κυκλοφορεί στη Γαλλία σε μετάφραση του Μισέλ Βόλκοβιτς. Ποιήματα, διηγήματα, κριτικές, μεταφράσεις και άρθρα της δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Αγγλικά και Ισπανικά.
«Το ποιητικό μονόφυλλο με τίτλο “Αγία Αναρχία” εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016 και αποτελεί μια ποιητική οφειλή του συγγραφέα στην Αναρχία» διαβάζουμε στη λιτή ανακοίνωση. Δημιουργός ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας (Εκδόσεις «Κουκκίδα»). Από τα περιεχόμενα (οκτώ ποιήματα) μπαίνουμε στο κλίμα του κειμένου: Αλφα, Αναρχικοί, Μαύρος Σπόρος, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, Σεργκέι Γκενάτιεβιτς Νετσάγιεφ, Μαύρη Σημαία, Μητρόπολη, Αγία Αναρχία.
Ιδού η κατακλείς από το ποίημα για τους Μπακούνιν – Νετσάγιεφ: «Στης νύχτας τη χαρά, το χώμα από ενοχή απάντησε/περιμένοντας κι αυτό τον δαίμονα του ανθρώπου./ Εκείνον που αγρυπνά στο πρόσωπό του η ομορφιά της ταραγμένης θάλασσας./Εκείνον που πολεμάει τις λέξεις εμπρός στον καθρέφτη μη αντέχοντας το μοιρολόγι του δούλου./ Εκείνον που στο χείλος της αβύσσου συλλέγει κάθε νύχτα από τη σιωπή των άστρων την αστρόσκονη/χορεύοντας ξυπόλυτος/ σκορπίζοντας την εξέγερση που γεννάει την επανάσταση».
Τα ποιήματα «υπακούουν» στο μότο που κραυγάζει, θα ‘λεγε κανείς: «Πυρπολήστε το παρόν αν θέλετε να έχετε μέλλον». Πώς βλέπει τους αναρχικούς στο ομότιτλο ποίημα; «Είναι έτοιμοι να πυροδοτήσουν τα όνειρά τους/Σκιές με ασημένια φτερά στον αέναο κύκλο/ Ταξιδιώτες του μέλλοντος με το όπλο στο χέρι/Ετοιμοι να παγιδεύσουν τις ήρεμες νύχτες σας/Να διαταράξουν τη λογική της αρχής/Να επιτεθούν στη συνεχή ροή του χρόνου/Είναι ήδη έτοιμοι να κηρύξουν την κοινωνική επανάσταση».
Τι κάνει η Αγία Αναρχία; «Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει να πέφτει/Αγκαλιάζει τα παιδιά της/ Τους μιλά για την Αγία Αναρχία/Το οπλισμένο χέρι της/Τη νεανική της φλόγα/Την περπατησιά της/Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις μισές λέξεις/Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν στο φως της ψυχής».
Μια πραγματικά αυστηρή ματιά μέσα από έναν εσωτερικό κόσμο που εκρήγνυται και φωτίζει τις νύχτες και τα «αγόρια και τα κορίτσια με μαύρα ρούχα, που μοιράζονται τη χαρά στους δρόμους καίγοντας είδωλα» (Μητρόπολη). Ασημοφέγγαρο, σύμβολο της αναρχίας το θέλει ο ποιητής: «Ανθίζουν μαύρα λουλούδια στον ουρανό/Ενα ασημένιο φεγγάρι ανατέλλει και μέσα του ένα Αλφα».
Μαύρη Σημαία: «Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δεν σωπάσαμε/Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης/Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς/Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου/Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους/Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία/Ετσι φτάσαμε πολύ ψηλά ώς τα άστρα/Δεν αφανιστήκαμε μέσα στης νύχτας τη σκοτεινή βλάστηση».
Ι. Τρέχει η νύχτα να ξεφύγει από φτηνά όνειρα που στον ύπνο σου αναπαράγουν την αλλοτρίωση της μέρας
ΙΙ. Τρέχει η νύχτα κρύβεται από ανθρώπους δειλούς που στη ζωή τους ποτέ δεν τόλμησαν ένα φιλί να δώσουν μια αγκαλιά
Προϊόν
Όμορφη θα σε απεικονίσω μέσα στα μάτια να κοιτάς το θεατή απλόχερα να προσφέρεις το κορμί σου στις ορέξεις του. Όχι, δεν είμαι ο εραστής αλλά ο διαφημιστής σου κι εσύ είσαι ένα προϊόν σε προσφορά και ζήτηση.
Παράπονο
Όλα στη ζωή μας έγιναν ηλεκτρονικά τα φιλιά, τα πάθη, ο έρωτας. Ακόμα και το τσιγάρο Έχασε τη γεύση του, ποτέ πια στο χώμα Δε θα σβήσει που πότισαν η βροχή και τα δάκρυα.
*Από τη συλλογή “Όλα είναι όπλα”, Εκδόσεις Ατέχνως, 2021.
Η ανοιξιάτικη μπόρα μέ καθήλωσε νοτισμένο ώς τά κόκκαλα από τήν υγρασία της, κάτω από τήν τέντα τού καφέ, δίπλα μου ή γυναίκα κάπνιζε καί ή περιέργειά της βουβαμένη κοίταζε τούς ανθρώπους επίμονα, μετά από αρκετή ώρα τή ρώτησα τί σκέφτεται, καθόλου σαστισμένη από τό άνευ αδείας θράσος μου μέ κοίταξε, χαμογέλασε “είμαι ανθρωποβλεψίας μέ απασχολούν τά ελάχιστα τών ανθρώπων, τούς παρατηρώ καί αναρωτιέμαι, πότε θά έρθει ό έρωτας σ αυτή τήν πόλη;”, πέταξε τό τσιγάρο στά βρεγμένα πλακάκια, ή φινέτσα της σηκώθηκε μέ ξανακοίταξε “αυτό τό ελάχιστο σκέφτομαι” χάθηκε στό πλήθος.
2019
*
Προσπάθησα πολύ νά βρώ τούς τρόπους νά χωρέσω σέ κάθε τι κατεστημένο νά αναδομηθώ ανθρωπομετρικά μέσα στήν άνεση αλλά απέτυχα οικτρά είναι πολλές οί γωνίες τής αλήθειας μου καί δέν τήν αφήνουν νά χωρέσει πουθενά αυτή τήν καλύτερη εκδοχή τού εαυτού μου πού μέ σώζει καί έτσι αντέχω νά υπάρχω αλλιώτικος προσέχοντας οί έντιμες στιγμές απέναντι στή ζωή μου νά είναι όσο γίνεται πολλές κάθε στιγμή από αυτές καί μία κάθαρση γιά τήν παραχαραγμένη ετσιθελικά από τήν καθημερινότητα ύπαρξη μου.