Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΣΚΟΠΟΣ

Σκοπός ήταν να τους ελευθερώσουν

απ’ τα σπίτια τους

απ’ τα βουκολικά

ειρηνικά άσματα τους

απ’ τα απογεύματα Σαββάτου

απ’ τους ήρεμους περίπατους στο πάρκο

απ’ τις στιγμές μεσημεριανού διαλογισμού

σκοπός μας ήταν να τους ελευθερώσουμε

απ’ τους εαυτούς τους

είπε ο στρατηγός

κι οι βόμβες έπεσαν χιλιάδες

και μ’ απαράμιλλη ακρίβεια

διαταγή γι’ αντικατάσταση

στάλθηκε στο εργοστάσιο βομβών

μηχανές σε υπερταχύτητα

σχεδιάζουν νέα μοντέλλα

καινούριες εκρυκτικές κατασκευές

σκοπός μας ήταν να τους ελευθερώσουμε

απ’ την απαίσια ειρήνη τους

GOAL

Goal was to set them free

to liberate them from houses

from peaceful bucolic songs

from Saturday matinees

from solemn saunter in the parks

from silent high-noon meditating

our goal was to free them

from themselves

general said whimsically

and thousands of bombs fell

with unprecedented accuracy

replacement order emailed

to bomb factory, machines

in overdrive calibrating

new models, new explosive might

our goal was to liberate them

from…

View original post 3 more words

Σύντομα ποιήματα | Κατερίνα Σικλαφίδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Έρχεται και ’κείνη η στιγμή που ο άνθρωπος
σκοντάφτει σε μια αλήθεια κι ένα δίλημμα!

~

Ό,τι έχεις ανάγκη, αυτό ακούς
και ό,τι φοβάσαι, αυτό έρχεται!

~

Όταν έρχεται η ώρα που δεν έχεις τι να πεις
ξέρεις πως οι αλλαγές στη ζωή σου
είναι πολύ κοντά!

~

Τι είναι ο άνθρωπος μωρέ να τον πονάς
και με μια γόμα να απαιτείς να σβήσεις τα δάκρυα;

~

Οι άνθρωποι κατάντησαν
εφεδρικά κλειδιά!

~

Τα όνειρά μας αστέρια, που καθώς πέφτουν, εκρήγνυνται και σβήνουν…
Είχα ξεχάσει πόσο πονάνε τα όνειρα.

~

Το κλειδί της ευτυχίας το κρατάς στο χέρι σου,
αρκεί να θυμηθείς να κοιτάξεις στην παλάμη σου.

~

Σκοντάψαμε στο όνειρο,
στηριχθήκαμε στ’ ανείπωτο
κι ελπίζουμε στο άπιαστο της φαντασίας μας.

~

Κι όταν αυτός ο ήλιος δύσει,
να έχεις αφήσει πίσω σου μία σκέψη,
μία πράξη κι ένα χάδι…


[αποσπάσματα από την συλλογή Μονοπάτια Ψυχής
της Αφροδίτης Μαργαρίτη και…

View original post 4 more words

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

γ)
Πεδίο ναρκοθετημένο η καρδιά μου
όλοι την παρακάμπτουν.

δ)
Δεν είναι το ύψος από κάτω μου
Αλλά το ύψος από πάνω μου
που με τρομάζει.
Αντίστροφος ίλιγγος.

ε)
Μετά από τόσες ερήμους που διάνυσα,
χωρίς ούτε σταγόνα βροχής,
συνεχίζω να ελπίζω
στην ξαφνική παπαρούνα.

στ)
Μετά από τόσες φορές,
που μέτρησα και ξαναμέτρησα τα δάχτυλά μου,
συνεχίζω να επιμένω
ότι δεν είναι μόνο δέκα .

ζ)
Πάνω στη γη βαδίζω ακόμα κι όμως
μ’ έχουν τυλίξει κι όλας του θανάτου οι ρίζες.

η)
Η σιωπή αποψιλώνει την ψυχή μου
κι εγώ επιμένω να φυσάω δέντρα.
……

ι)
Η αιωνιότητα είναι φτιαγμένη από στάχτη,
ψυχών αποκαΐδια που την ονειρεύτηκαν…
…….

ιγ)
Ελάχιστη φλόγα του σπίρτου.
Κάθε που ανάβεις ένα τσιγάρο,
ονειρεύεσαι δάση, ονειρεύεσαι πόλεις,
ονειρεύεσαι την ίδια την κόλαση.

ιδ)
όσο περνούν τα χρόνια
μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες,
μικραίνουν οι πόρτες.

ιε)

όσο περνούν τα χρόνια
λιγοστεύει η ζωή κάτω απ’τα πόδια σου,
μεγαλώνει ο ορίζοντας μπροστά σου.
……

ιζ)
όσο περνούν τα χρόνια ανακαλύπτεις,
ότι τα σχοινιά που σ’ έδεναν,
δεν ήτανε παρά κλωστές,
κλωστές που δεν μπορείς να σπάσεις πια.
……..

ιθ)
Μην κλαις
δεν είναι τίποτα
δεν είναι τίποτα.
Η ζωή είναι.
Θα περάσει.

*Από το συλλογικό «Η φωνή της σιωπής».

Βασίλης Βασιλειάδης, Naive ποίηση

Η ανοιξιάτικη μπόρα μέ καθήλωσε
νοτισμένο ώς τά κόκκαλα από τήν υγρασία της,
κάτω από τήν τέντα τού καφέ,
δίπλα μου ή γυναίκα κάπνιζε
καί ή περιέργειά της βουβαμένη κοίταζε
τούς ανθρώπους επίμονα,
μετά από αρκετή ώρα τή ρώτησα τί σκέφτεται,
καθόλου σαστισμένη από τό άνευ αδείας θράσος μου μέ κοίταξε,
χαμογέλασε
“είμαι ανθρωποβλεψίας
μέ απασχολούν τά ελάχιστα τών ανθρώπων,
τούς παρατηρώ καί αναρωτιέμαι, πότε θά έρθει ό έρωτας σ αυτή τήν πόλη;”,
πέταξε τό τσιγάρο στά βρεγμένα πλακάκια,
ή φινέτσα της σηκώθηκε
μέ ξανακοίταξε
“αυτό τό ελάχιστο σκέφτομαι”
χάθηκε στό πλήθος.

2019

*

Προσπάθησα πολύ
νά βρώ τούς τρόπους νά χωρέσω σέ κάθε τι κατεστημένο
νά αναδομηθώ ανθρωπομετρικά μέσα στήν άνεση
αλλά απέτυχα οικτρά
είναι πολλές οί γωνίες τής αλήθειας μου
καί δέν τήν αφήνουν νά χωρέσει πουθενά
αυτή τήν καλύτερη εκδοχή τού εαυτού μου
πού μέ σώζει καί έτσι αντέχω νά υπάρχω αλλιώτικος
προσέχοντας οί έντιμες στιγμές απέναντι στή ζωή μου
νά είναι όσο γίνεται πολλές
κάθε στιγμή από αυτές καί μία κάθαρση
γιά τήν παραχαραγμένη ετσιθελικά από τήν καθημερινότητα ύπαρξη μου.

Constantine P. Cavafy-Poems//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου

διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο.

Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα που έμοιαζε

σαν απ’ την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο Έρως—

πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά

υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα

πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο

κι αφίνοντας απ’ των χεριών το άγγιγμα

ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια, και στα χείλη.

AT THE ENTRANCE OF THE CAFE

Something they said at the next table

directed my attention to the café door.

And I saw the beautiful body that looked

like Eros had made it out of his most exquisite experience—

shaping its symmetrical limbs joyfully;

raising its sculptured stature;

transforming the face with emotion

and leaving with the tips of his fingers

a distant nuance on the brow, on the eyes, and on the lips.

View original post

2 ποιήματα | Κώστας Ριτσώνης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Έφυγες
αφήνοντας το άδειο πακέτο απ’ τα τσιγάρα σου

θα προτιμούσα
να είχες αφήσει την καρδιά σου

***

Η μοναξιά μου
δεν παρηγοριέται με τερτίπια
θέλει χάδια ειλικρινά

κι ένα γραμμάριο ψευτιάς φτάνει
για να της χαλάσει το κέφι
που της προκαλούν τσουβάλια
αφοσίωσης και τρυφερότητας


*από την συλλογή Πουλιά και Ψίχουλα (σελ. 22, 31), Ποιήματα των Φίλων, Αθήνα 2001

View original post

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

Η ΚΗΔΕΙΑ

Αγόρι, κορίτσι.
Δώστε –
Στο κορίτσι μια κούκλα.
Στο αγόρι φτυαράκι.
Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή.
Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο
ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του.
Δώστε –
Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο
καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.

ΦΟΥΤΜΠΩΛ

Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι
Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν.
Γ κ ο ο ο ο ό λ !
Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα
Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ
Πουλημένος ο ρέφερυ.
Εγώ τώρα πάλι – άουτ!
το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα.
“- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος
τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα.
Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.

ΠΟΛΕΜΟΣ

Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου.
Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν
και παίζουν –
πόλεμο
έναν
πόλεμο αφελή
όμως
καθαρό
παλικαρίσιο
έναν
πόλεμο χωρίς
υποκρισίες
μήτε τις προστυχιές
του
πόλεμου
των μεγάλων.

*Από τον “Πόλεμο” φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.

Γρηγόρης Σακαλής, Νόρμα

Σώμα ζεστό
κρύα καρδιά
σύνηθες φαινόμενο
οι άνθρωποι ζουν
σε μια μαλακή νεύρωση
όχι πολλή χαρά
όχι πολλή λύπη
όχι έντονα συναισθήματα
ένας ψυχισμός πλαδαρός
σε ευθεία γραμμή
όχι σκαμπανεβάσματα
ελεγχόμενη δυστυχία
κι όποιος αδυνατεί
να είναι στον κανόνα
υπάρχουν φάρμακα
που θα τον κρατήσουν
στη νόρμα
χαμογελαστοί ψυχολόγοι
θα τον επαναφέρουν
στον ίσιο δρόμο.

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του Νίκου Δεληγιάννη.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Ιδιωτεία επικλινής

στην Μαρία Ζαγκλαρά — ότι
κατηφές το αστεράκι δεν έφεξε

καιροί σκιαγμένοι τής δειλής σκιάς -θόλοι
βδελώνανε θολές έως βδελυρές στιγμές
σε πέριξ περιγράμματα- κι ώρα δεσπόζεις
φυτευτήν η αδόκητος σιωπή στο στρώμα
σαν λαμπόγυαλου συνεκτικά κομμάτια
μην καυτό φως αγκριφωθείς; τσαλάκωνες
αισθήσεις γοερά περιπλανώμενες μέχρις
το μαρς της προσευχής στη διπλανή πλέον
λέξιν· – και που δεν ήλθες πρόλαβαν προ-
λόγισαν το χθες στου βουλεβάρτου τι γραφές
νά:
μια μπόρα σουλατσάρεις μεν επάνω-κάτω κάθε
αρνί μα έκαστον της θυσίας ποίημα θα σφίγγεται ες αεί

στίγματι εσπέρας βλοσυρόν σε μπορ κατεβασμένο
.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Καρυοθραύστις”, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2020.

Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

μια ιδιαίτερη περίπτωση

Επιμένεις να φοράς στο κεφάλι ροζ μαλλί της γριάς
βλεφαρίδες λουστρίνι με στρας στις άκρες.
Μα, όπως μιλάς ακατάπαυστα,
εγώ διακρίνω στο πηγούνι σου κίτρινο βάλτο
ένα αχαμνό ποτάμι και
κατολισθήσεις από τους κοντινούς λόφους.
Κουράστηκα κι απέστρεψα το πρόσωπό μου
στο βάθος αφέθηκα του ορίζοντα.
Όταν γύρισα ξανά προς το μέρος σου,
είχες χαθεί.
Στη θέση σου, μικρό μαύρο περιστέρι
ανοιγόκλεινε ένα απελπισμένο ράμφος
μπας και φωλιάσει μες στο χέρι μου.

*

το καβούκι

Έβρισκε πάντα τις παρέες σχηματισμένες
δεν ήταν ποτέ εκεί στη σωστή στιγμή
ίσως να ενοχλούσε η συχνή απουσία της
την ξεχνούσαν
στο ντουλάπι με τα πορσελάνινα σερβίτσια
ή στο θηλυκωμένο τσεπάκι απ’ το πουκάμισο
τη θυμούνταν μόνο
στα έκτακτα καιρικά φαινόμενα.
Μια ζωή κλεισμένη στο καβούκι της
τώρα πεσμένη ανάσκελα
κουνάει χέρια πόδια
χωρίς να μπορεί να γυρίσει.
Ένα σκούντηγμα μνήμης
αργεί να φανεί.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.culturebook.gr/grafeion-poihsews/oi-poiites-aftoanthologoyntai/koula-adaloglou-mia-idiaiteri-periptosi-to-kavouki.html?fbclid=IwAR3Q-XM-DzSPOf0t5eRKOx0wJm3pQWXHPShK-pozyexML4KEdYIFxYZtk