Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

Η ΚΗΔΕΙΑ

Αγόρι, κορίτσι.
Δώστε –
Στο κορίτσι μια κούκλα.
Στο αγόρι φτυαράκι.
Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή.
Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο
ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του.
Δώστε –
Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο
καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.

ΦΟΥΤΜΠΩΛ

Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι
Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν.
Γ κ ο ο ο ο ό λ !
Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα
Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ
Πουλημένος ο ρέφερυ.
Εγώ τώρα πάλι – άουτ!
το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα.
“- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος
τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα.
Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.

ΠΟΛΕΜΟΣ

Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου.
Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν
και παίζουν –
πόλεμο
έναν
πόλεμο αφελή
όμως
καθαρό
παλικαρίσιο
έναν
πόλεμο χωρίς
υποκρισίες
μήτε τις προστυχιές
του
πόλεμου
των μεγάλων.

*Από τον “Πόλεμο” φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.

Γρηγόρης Σακαλής, Νόρμα

Σώμα ζεστό
κρύα καρδιά
σύνηθες φαινόμενο
οι άνθρωποι ζουν
σε μια μαλακή νεύρωση
όχι πολλή χαρά
όχι πολλή λύπη
όχι έντονα συναισθήματα
ένας ψυχισμός πλαδαρός
σε ευθεία γραμμή
όχι σκαμπανεβάσματα
ελεγχόμενη δυστυχία
κι όποιος αδυνατεί
να είναι στον κανόνα
υπάρχουν φάρμακα
που θα τον κρατήσουν
στη νόρμα
χαμογελαστοί ψυχολόγοι
θα τον επαναφέρουν
στον ίσιο δρόμο.

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του Νίκου Δεληγιάννη.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Ιδιωτεία επικλινής

στην Μαρία Ζαγκλαρά — ότι
κατηφές το αστεράκι δεν έφεξε

καιροί σκιαγμένοι τής δειλής σκιάς -θόλοι
βδελώνανε θολές έως βδελυρές στιγμές
σε πέριξ περιγράμματα- κι ώρα δεσπόζεις
φυτευτήν η αδόκητος σιωπή στο στρώμα
σαν λαμπόγυαλου συνεκτικά κομμάτια
μην καυτό φως αγκριφωθείς; τσαλάκωνες
αισθήσεις γοερά περιπλανώμενες μέχρις
το μαρς της προσευχής στη διπλανή πλέον
λέξιν· – και που δεν ήλθες πρόλαβαν προ-
λόγισαν το χθες στου βουλεβάρτου τι γραφές
νά:
μια μπόρα σουλατσάρεις μεν επάνω-κάτω κάθε
αρνί μα έκαστον της θυσίας ποίημα θα σφίγγεται ες αεί

στίγματι εσπέρας βλοσυρόν σε μπορ κατεβασμένο
.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Καρυοθραύστις”, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2020.

Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

μια ιδιαίτερη περίπτωση

Επιμένεις να φοράς στο κεφάλι ροζ μαλλί της γριάς
βλεφαρίδες λουστρίνι με στρας στις άκρες.
Μα, όπως μιλάς ακατάπαυστα,
εγώ διακρίνω στο πηγούνι σου κίτρινο βάλτο
ένα αχαμνό ποτάμι και
κατολισθήσεις από τους κοντινούς λόφους.
Κουράστηκα κι απέστρεψα το πρόσωπό μου
στο βάθος αφέθηκα του ορίζοντα.
Όταν γύρισα ξανά προς το μέρος σου,
είχες χαθεί.
Στη θέση σου, μικρό μαύρο περιστέρι
ανοιγόκλεινε ένα απελπισμένο ράμφος
μπας και φωλιάσει μες στο χέρι μου.

*

το καβούκι

Έβρισκε πάντα τις παρέες σχηματισμένες
δεν ήταν ποτέ εκεί στη σωστή στιγμή
ίσως να ενοχλούσε η συχνή απουσία της
την ξεχνούσαν
στο ντουλάπι με τα πορσελάνινα σερβίτσια
ή στο θηλυκωμένο τσεπάκι απ’ το πουκάμισο
τη θυμούνταν μόνο
στα έκτακτα καιρικά φαινόμενα.
Μια ζωή κλεισμένη στο καβούκι της
τώρα πεσμένη ανάσκελα
κουνάει χέρια πόδια
χωρίς να μπορεί να γυρίσει.
Ένα σκούντηγμα μνήμης
αργεί να φανεί.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.culturebook.gr/grafeion-poihsews/oi-poiites-aftoanthologoyntai/koula-adaloglou-mia-idiaiteri-periptosi-to-kavouki.html?fbclid=IwAR3Q-XM-DzSPOf0t5eRKOx0wJm3pQWXHPShK-pozyexML4KEdYIFxYZtk

Δήμητρα Κουβάτα, Νήπιες λέξεις

Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ,
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Και εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
«Κάθε φορά τα ίδια».

*Από τη συλλογή «Σκυλί δεμένο», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

Χρίστος Κασσιανής, Δεν θα πάρεις την άδεια

δεν θα πάρεις καμία άδεια
να τσαλαβουτάς ελεύθερος
στα ποτάμια και στις θάλασσες

να ρίχνεις βότσαλα στη λίμνη με τους δρυοκολάπτες
να παίζεις χιονόμπαλες με τα σπουργίτια
και τον κοκκινολαίμη

Να καταργείς τους ληθαργους
που ξυπνάς απότομα
δεν θα πάρεις την άδεια

Φλεβάρης 2021
[της Καραντίνας]

Fernando Pessoa, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΛΕΝΤΕΖΟΥ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΕΝΟ
Το τίποτα στου τίποτα την πέτρα
Μονάχα λίγα δέντρα
Όλα γυμνά και γκρίζα.
Εδώ ποτάμι δεν κυλά
Και δεν φυτρώνει άνθους ρίζα.
Βρήκα την κόλαση στ’ αληθινά,
Γιατί αν δεν είν’ εδώ, δεν είναι πουθενά.
1907

ΩΔΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Γιατί είσαι δυο – γυναίκα και Θεός
Μυστήριο η δική σου παρουσία
Και πνεύμα η σάρκα σου τερπνό
Στην εξορία της όρασης την κρύα.
Το καθ’ εμπόδιο δρόμος ορατός
Στου αοράτου απείρου την ουσία.
23/2/1914

ΗΡΘΕ Η ΘΛΙΨΗ ΚΙ ΕΚΛΑΨΕ
Ήρθε η θλίψη κι έκλαψε
Στο πλευρό μου.
Αργά τα βήματα έγραψε
Στη θεϊκή πορεία
Στο πλευρό μου.
Αλλά δεν βλέπω την Μεγάλη κατοικία.
Σκοτεινιά στην κάθοδό μου.
5/5/1915

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Καρυοθραύστις”, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2020. Μετάφραση: Βασίλης Πανδής.

Crime Poetry, Βόλτα

Πήρα εκείνο τον ήσυχο δρόμο…
Μ’ άρεσε πάντα όταν περνούσε
ο ήλιος στη Δύση του από κει.
Τα μπαλκόνια
είχαν πολύχρωμες κορδέλες
που τις χόρευε ο άνεμος
σαν εραστής
που με δύο νότες
έκλεβε το χαμόγελο των κοριτσιών.
Πίσω από τα παντζούρια
κρυφοκοίταζαν οι νοικοκυρές
όσο στη κατσαρόλα πίσω τους
κόχλαζαν τα νεκρά τους όνειρα.
Ο αχνός στο τζάμι πρόδιδε
τα όρια μιας φυλακής
που ποτέ δεν έπρεπε
να συνειδητοποιήσεις.
Τα πουλιά
πετούσαν βιαστικά για τη φωλιά
και το σκοτάδι έπεσε…
Τα φώτα άναψαν…
Δε μπορεί ποτέ ο άνθρωπος
ήρεμος στην αγκαλιά σου
να πέσει, νύχτα.
Είναι γεμάτος φόβους κι ενοχές
που σε μια χούφτα φως
κοιτάει να τις κρύψει.
Στου δρόμου το τέλος…
Μια γάτα
μια κουκουβάγια
κι ένας τρελός.
Η γάτα, αθόρυβα πατούσε
και περνούσε
ανάμεσα απ’ του χρόνου τις ρωγμές.
Η κουκουβάγια ασάλευτη
το θάνατο κατάματα κοιτούσε
σαν το καλύτερο της φίλο.
Κι ο τρελός σε ρωτούσε!
Μιλάς με το Θεό;
αν απαντούσες όχι
σ’ άφηνε να περάσεις.

Λεωνίδας Καζάσης, Έγερση ευλαβής

Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβια σύνθεση Β`, 1958-1962

Θύρες λυτές ο ερχομός,
μοίρες βαρύθυμες το διάβα,
άχθος, βλαστήμια ο πηγαιμός,
στης ρούγας της αδιάβατης
το τέρμα τράβα.

Οι υποσχέσεις τους πολλές,
σαν στωικό της μάνας χάδι,
τα εξαπτέρυγα θηλιές,
στις φλόγες έζωσα ένα βράδυ.

Κι εισέβαλα στο ιερό
με φλάμπουρα καθημαγμένα,
σάρκα κοινώνησα,σταυρό
με νέκταρ του οργασμού αγιασμένα.

Την κοινωνία σας ξερνώ,
κτισμένη στων ευνούχων το σκοτάδι,
με το δαδί της σκέψης πυρπολώ,
ψάχνω τον Έρωτα στον Άδη.

Κωνσταντίνος Καβάφης, Τα άλογα του Αχιλλέως / Constantine Cavafy, The horses of Achilles

Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,
πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος
άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.
Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν
τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν
τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—
μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—
ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—
εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.
Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων
αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»
είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω
καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.
Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των
σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των
γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή
τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

The horses of Achilles

When they saw Patroklos dead,
who was so brave, and strong, and young,
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up, and tossed their long manes,
they stamped the ground with their hooves, and mourned
Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—
lifeless flesh now—his spirit gone—
defenseless—without breath—
returned from life to the great Nothing.
Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away,
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, who will never grow old,
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.”—But

for the endless calamity of death,
those two noble animals shed their tears.

*English Translation by Manolis Aligizakis
**From here: https://authormanolis.wordpress.com/2013/05/05/κωνσταντίνος-καβάφης-constantine-cavafy/