Νίκος Σφαμένος, Αν

Στον Θεόδωρο Μπασιάκο

Αν με ρωτούσες
θα σου λεγα
πως θα θελα
να μασταν
σε ένα από τα καφενεία
που σου έγραφα
και να τραγουδάμε
για εκείνα τα όνειρα
που ταξίδεψαν

έπειτα
θα σκορπίζαμε ποιήματα
σε φωτοτυπίες
χορεύοντας
στους έρημους δρόμους

ανοιξιάτικο βράδυ
η πόλη κοιμάται

αγγίζω το βιβλίο
που μου χες στείλει τότε
και χαμογελάω
σίγουρος
πως θα ανοίξουμε μαζί τις σελίδες
και οι μέρες μου θα πάρουν λίγο χρώμα

25/4/2021

Η εκκρεμότητα του τέλους

Γιώργος Δάγλας: «Ταριχευτές πουλιών», Εκδόσεις «Κύμα», 2020, Σελ. 46.

Πέτρος Σ. Στεφανέας*

Η επιλογή της παιδικότητας δεν είναι τυχαία για τον ποιητή και πρόκειται κατ’ ουσίαν για ανάκληση – μέρος της προσέγγισης του χρόνου.

Ο Γιώργος Δάγλας στην τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ταριχευτές πουλιών» επιβεβαιώνει την ποιητική του παρουσία ως ποιητής με κεντρικό άξονα την αποτύπωση της μελαγχολίας και την αναζήτηση της ταυτότητας της ακύρωσης.

Ο θάνατος ως απουσία διατρέχει το σύνολο του βιβλίου –«Οταν φύγω για τα επουράνια, μια παιδική παράσταση θα κλείνει την αυλαία της»– με την παιδικότητα να είναι το κλειδί της μετάβασης στην αθανασία. «Οταν φύγω ένας πικρός κλόουν θα υποκλίνεται στη μέση του τσίρκου, και τα παιδιά θα χειροκροτούν ενθουσιασμένα».

Η αδυναμία του ποιητή να παρακολουθήσει τον χρόνο λειτουργεί εξαγνιστικά και αποδομητικά –«ένας αργοπορημένος επιβάτης θα τρέχει να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο και μισότρελοι ποιητές θα με θάβουν στο βάθος μιας παλιάς ταβέρνας».

O αυτοσαρκασμός και η αποδόμηση του ποιητή είναι παρόντα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής –«με πόσο γάλα και ξύδι να ξεπλυθώ»– αλλά και με αναφορές σε τόπους (Σύρος, Γαλαξίδι). Το ποίημα «Σύρος» συμπυκνώνει τη μελαγχολική ματιά του ποιητή: «Είχα μεγαλώσει γρήγορα. Ερχόμουν από τη στέπα μέσα από άγρια ανεμοθύελλα. Ενα μακρινό ταξίδι χωρίς αποσκευές και πυξίδα».

Η παιδικότητα επιστρέφει και σ’ αυτό το ποίημα ως σημείο αναφοράς: «Λίγα κιτρινισμένα χαρτιά με παράξενες σφραγίδες και ένα παιδικό παιχνίδι στις λυπημένες τσέπες μου». Το παιδί ως νοσταλγική αφετηρία της ζωής αλλά και ως όχημα για την ανακάλυψη της φύσης – ποίημα «Σύρος»: «Ενα γεράνι δίπλα στα ναυπηγεία με τα πλοία που λαχτάρισαν να ανοιχτούν στην απέραντη θάλασσα – ένα γεράνι – ήρθα να δω».

Η επιλογή της παιδικότητας δεν είναι τυχαία για τον ποιητή, πρόκειται κατ’ ουσίαν για ανάκληση – μέρος της προσέγγισης του χρόνου, το ομώνυμο ποίημα είναι χαρακτηριστικό: «Τόση έρημος λες πού χάθηκε; Και τώρα δύο κόκκοι άμμου σε τόση κλεψύδρα. Και τρέχεις έντρομος μέσα στη νύχτα να ψάξεις το ποδήλατο που σου κλέψανε παιδί». Ο χρόνος όμως μπορεί να πλανέψει: «Μα το απόγευμα αυτό ήρθε από κάπου αλλού. Το είδα από μακριά και το γνώρισα σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε και την ακολούθησα σε μια μάταιη ελπίδα». Επιλέγει την ακύρωση στο τέλος της πλάνης.

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη, το 1958. Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Η μέρα των φωταγωγών» (Ελεύθερος Τύπος, 1982), «Το μαύρο χιόνι» (Ελλέβορος, 1989, β’ έκδ. Φίλντισι, 2016), «Καντάδες για ένα δαίμονα» (Φίλντισι, 2014) και «Ταριχευτές πουλιών» (Κύμα, 2020). Είναι ψυχή των εκδόσεων «Κύμα» και κοσμήτορας της Πανελλήνιας Ενωσης Λογοτεχνών.

Υπεύθυνος ύλης στο λογοτεχνικό περιοδικό «Κύμα», συνεργάζεται με το ραδιόφωνο, περιοδικά και λογοτεχνικά μπλογκ. Εχει ασχοληθεί με τον στίχο. Πιο συγκεκριμένα, οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Βασίλη Λαγό και ερμηνεύονται από την Ντόρα Βλάσση, τον Λάκη Χαλκιά και τον Γιώργο Ρωμανό, και η πρόζα με τίτλο «Το σίδερο» μελοποιήθηκε από τον Νεκτάριο Καζαντζή και ερμηνεύεται από τον Δημήτρη Ζερβουδάκη. Περισσότερα μπορεί να δει κανείς εδώ.

Η ποίηση του Γιώργου Δάγλα όπως αποτυπώνεται στο τελευταίο βιβλίο του δεν είναι μόνο ποίηση της ακύρωσης, πηγαίνοντας πιο πέρα προτείνει διεξόδους σε απλές εκδοχές του βίου, σαρκάζει τους πάντες και τον ίδιο τον ποιητή. Η ανατροπή ως διέξοδος αποδομείται, ενώ η επανάληψη των μοτίβων οδηγεί σε μια δυστοπία φτιαγμένη με ποιητικό υλικό. Το ποίημα «Ο Βυθός» συνοψίζει αυτή του τη στάση:

«Να ακούω τη μνήμη να έρχεται και να φεύγει μ’ ένα ανυπόμονο βογγητό». «Ν’ ακούω την ίδια ιστορία γι’ αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω». Συνοψίζοντας, στο βιβλίο «Ταριχευτές πουλιών» ο Γιώργος Δάγλας σκηνοθετεί μια μικρή ποιητική παράσταση, γιατί «με έναν άλλο θίασο θα φύγω», για να καταλήξει τελικά «σε αυτά τα στενά δρομάκια συναντώ τους παιδικούς μου έρωτες και μελαγχολώ». Το θέατρο κυριαρχεί και σε παλαιότερα ποιήματα («Η μέρα των φωταγωγών»): «Μ’ άνεργους ηθοποιούς κι αλκοόλ θα τη βρω. Κι έτσι νομίζω χωρίς άγχος με κουβέντες καλές θα πεθάνω».

Ο ποιητής στην πορεία του αναζητά μόνιμα τη σημασία του ίσιου δρόμου: «Κάθε τόσο σταματούσε στη μέση του δρόμου // σκόνταφτε σε μια μνήμη, κι άλλαζε κατεύθυνση. Κάπου μακριά έπαιζε μια ορχήστρα, κι οι φίλοι πίνανε κρασί. Αλλοι είχαν φύγει από καιρό, κι άλλοι τον είχαν ξεχάσει. Και το κορίτσι που χόρεψε, ήρθε και κάθισε δίπλα του, και τον κοίταζε στα μάτια κι αυτός κάθε τόσο σκόνταφτε στον ίσιο δρόμο της ζωής του».

Στο τέλος μια προσωπική έξοδος από τη σκηνή. «Εσκυβε το κεφάλι, έβαζε ξανά το φάκελο στην τσάντα κι έφευγε ήρεμος. Τότε άναβε ξαφνικά ο ξεχασμένος φάρος, χιλιάδες πλοία γέμιζαν το πέλαγος μ’ όλα τα φώτα αναμμένα και τα κύματα χάιδευαν στοργικά τα βράχια». Η Ιθάκη, τόπος γέννησης αλλά και μόνιμης αναφοράς του Γιώργου Δάγλα, διατρέχει συνολικά την ποίησή του ως το σύμβολο της αέναης ανθρώπινης διαδρομής προς ένα άγνωστο τέλος.

Ο ποιητής δεν μας προτείνει συγκεκριμένο τέλος, θρηνεί όμως την ύπαρξή του. Ο θρήνος του είναι προσωπικός με στοιχεία αυτοσαρκασμού –«Ελάσσων Ιθακήσιος ποιητής». Επιζητά την εκκρεμότητα του τέλους και την αποδέχεται ως πιθανά τον βεβαιότερο νόμο της ζωής.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/290289_i-ekkremotita-toy-teloys

Raoul Vaneigem: Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται

H ζωή περνά, η ζωή χάνεται
Οι μέρες πορεύονται με το βήμα της πλήξης
Το Κόμμα των Κόκκινων, το Κόμμα των Γκρίζων
Οι επαναστάσεις μας προδίδονται

Η εργασία σκοτώνει, η εργασία πληρώνει
Ο χρόνος εξαγοράζεται στο σουπερμάρκετ
Ο πληρωμένος χρόνος δεν επιστρέφει
Η νεότητα θανατώνεται από τον χαμένο χρόνο

Τα μάτια, που φτιάχτηκαν για την αγάπη
Είναι οι αντανακλάσεις ενός κόσμου αντικειμένων
Χωρίς όνειρα και χωρίς πραγματικότητα
Είμαστε καταδικασμένοι σε εικόνες

Εκείνοι που σκοτώθηκαν, εκείνοι που πέθαναν από την πείνα
Έρχονται προς το μέρος μας από τα βάθη του παρελθόντος
Τίποτα δεν άλλαξε, αλλά τα πάντα ξεκινούν
Και ωριμάζουν στη βία

Καείτε, κρησφύγετα των παπάδων
Φωλιές των εμπόρων, των αστυνομικών
Στον άνεμο που μεταδίδει τη θύελλα
Οι γιορτινές μέρες δρέπουν τους καρπούς τους

Τα όπλα στρέφονται εναντίον μας
Θα στραφούν ενάντια στα αφεντικά
Όχι πια ηγέτες, όχι πια Κράτος
Για να κερδίζουν από τους δικούς μας αγώνες.

Στίχοι: Raoul Vaneigem, 1961
Μουσική: Francis Lemonnier
Μετάφραση από τα γαλλικά στα αγγλικά: NOT BORED! Οκτώβριος 2006.
Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι, Δεκέμβριος 2006.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Jacques Herold, La Recontre (1936)

ΤΥΨΕΙΣ

Άργησα πολύ να σε συναντήσω
Με ξεπέρασαν οι επαναστάσεις
Θώρακες στρατιωτών περιμένουν
Να πληγωθούν απ’ το χέρι σου
Μπαίνεις ξυπόλητη στον τάφο
Βγαίνεις ζωντανή μα πιο μόνη
Τοπία αλκοολικών σ’ ακολουθούν
Αμπέλια μεθυσμένων συνειρμών
Ζωγράφοι υπερθετικού βαθμού
Του σώματος που σπαρταράει.

Κι εγώ πνιγμένος απ’ τις τύψεις
Θα φασκιώνω νεογέννητες λέξεις
Μ’ ένα κατάλευκο κομμάτι χαρτί.

*

ΣΚΕΨΕΙΣ

Στο πιάτο απορρίμματα σκέψεων
Βγαλμένες από δοκιμαστικό σωλήνα
Έφαγα βιαστικά μερικές πιρουνιές
Τις υπόλοιπες δώρο στα περιστέρια
Τότε αυτά άρχισαν να αρρωσταίνουν
Πέθαναν σε μια μέρα περίπου είκοσι
Ασθενοφόρα μάζευαν τα πτώματα
Πρώτα τα άσπρα και μετά τα γκρίζα
Ρατσισμός ακόμη και στον θάνατο
Οι φωτογράφοι έβγαζαν μεροκάματο
Γελούσαν τα δόντια των ρεπόρτερς
Μεταφυσική στη μέση του δρόμου
Επιχειρήματα με ισχνές προκείμενες
Ρουκέτες αναπόδεικτων ισχυρισμών.

Όταν χώνεψα καλά όλες τις σκέψεις
Ξάπλωσα στον ίσκιο του πλάτανου
Και αναλήφθηκα στους ουρανούς.

*Από τη συλλογή “Ο Εισπράκτορας”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.

Λεωνίδας Καζάσης, Υμνωδία

Πιστεύω εις ένα Θεό,
Αντίθεο, αναρχικό,
Δήμιο κρατών, εξουσιών,
διώκτη πολέμων, θρησκειών.

Σε έναν πλάνη θηρευτή
αρκαδική-ζωή ηδονική,
μύρτα αρίφνητα σκορπά,
κνούτο, φωτιά στον Μαμμωνά.

Καλωσορίζω τον Μεσσία,
Ερωτανάσταση, λαγνεία.
Νάμα θα στάξει και κρασί
να ξεδιψάσει όλ’η γη.

Μεσ’το ανείπωτο γιορτάσι,
μεθά, εγείρεται η πλάση.
Οινοχόος ο Χριστός
αναρχικός παλιός κι αυτός.

Ξάφνου, ακούγεται βροντή, ορυμαγδός!
Ράσο επωμίδα και φλουρί
είν’όπως πάντα ο αυτουργός.
Ασπαίρει κατά γης ο Οινοχόος,
έφυγε ξανά αθώος.

Λίνα Βαταντζή, Ρίγη

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Σιγανά βήματα
σε παλιοκαιρισμένες σανίδες
τρίζουν
δραματικά κραυγάζουν
μόχθο και πόνο –
συριγμοί εφιαλτικοί

οι ελπίδες που ματαιώθηκαν
τα όνειρα που μάτωσαν –

σαπίζει ο χρόνος τα υλικά
μας κατατρώει
αργά και επίμονα
διαβρώνει τις σκέψεις
φθείρει τη χαρά –

σκληρά τριξίματα
στα βαδίσματα μας,
πνιγμένη ηχώ ενοχών

τα απλήρωτα όνειρα

μας διαφεντεύουν –
οξείς ήχοι επιδιώκουν
να ενθυμίσουν
να μας ξυπνήσουν.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποιήματα 2009-2017, Εκδόσεις Βακχικόν 2021

Mόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη με τίτλο ΠΟΙΗΜΑΤΑ 2009-2017.

Πρόκειται για έναν τόμο με επιλεγμένα ποιήματα που δίνουν το στίγμα της ποιητικής της ταυτότητας στο χρονικό πλαίσιο μιας δεκαετίας περίπου.

Περιγραφή (από την εισαγωγή του βιβλίου, της Α.Αφεντουλίδου):

“Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, μέσα στη δεκαετία που ήδη πέρασε και στη δεύτερη την οποία βαδίζει, υπηρετεί την τέχνη του λόγου μέσα από πολλές παράλληλες δράσεις, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη προσήλωση, εργατικότητα και αγάπη. Και της ευχόμαστε ολόψυχα να συνεχίσει με το ίδιο πάθος σε όλα τα πεδία: ποίηση, αφήγηση, μετάφραση, θεατρική συγγραφή, ανθολόγηση, κριτική. Εξάλλου, κανένα από αυτά δεν στεγανοποιείται πλήρως από το άλλο, καθώς το ένα προοικονομεί το άλλο, το ένα προϋποθέτει ή/και ακολουθεί το επόμενο∙ καθώς όλα αλληλοεισδύουν συναιρούμενα, διαμορφώνοντας έναν χώρο δραστικής πραγμάτωσης, όπου ηττάται η απραξία∙ απραξία η οποία δεν μπορεί παρά να είναι παθολογική για ένα πλάσμα τόσο ζωντανό, τόσο γεμάτο δύναμη”.

H Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι θεατρολόγος, φιλόλογος και συγγραφέας. Σπούδασε Υποκριτική στο Θέατρο-Εργαστήριο (Εμπρός). Είναι Μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Διδάσκει Θεατρική Αγωγή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα Γλώσσας και Λογοτεχνίας καθώς και Θεωρίας και Ιστορίας Θεάτρου. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια Υποκριτικής, Σκηνοθεσίας και Θεατρικού Παιχνιδιού. Έχει σκηνοθετήσει και ανεβάσει με τους μαθητές της αρκετά έργα, δικά της και μη. Διατηρεί από το 2009 το λογοτεχνικό ιστολόγιο Varelaki. To βιβλίο της “Εποχή μου είναι η ποίηση “κυκλοφορεί στη Γαλλία σε μετάφραση του Μισέλ Βόλκοβιτς. Ποιήματα, διηγήματα, κριτικές, μεταφράσεις και άρθρα της δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Αγγλικά και Ισπανικά.

Ποιητική οφειλή στην Αναρχία

«Το ποιητικό μονόφυλλο με τίτλο “Αγία Αναρχία” εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016 και αποτελεί μια ποιητική οφειλή του συγγραφέα στην Αναρχία» διαβάζουμε στη λιτή ανακοίνωση. Δημιουργός ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας (Εκδόσεις «Κουκκίδα»). Από τα περιεχόμενα (οκτώ ποιήματα) μπαίνουμε στο κλίμα του κειμένου: Αλφα, Αναρχικοί, Μαύρος Σπόρος, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, Σεργκέι Γκενάτιεβιτς Νετσάγιεφ, Μαύρη Σημαία, Μητρόπολη, Αγία Αναρχία.

Ιδού η κατακλείς από το ποίημα για τους Μπακούνιν – Νετσάγιεφ: «Στης νύχτας τη χαρά, το χώμα από ενοχή απάντησε/περιμένοντας κι αυτό τον δαίμονα του ανθρώπου./ Εκείνον που αγρυπνά στο πρόσωπό του η ομορφιά της ταραγμένης θάλασσας./Εκείνον που πολεμάει τις λέξεις εμπρός στον καθρέφτη μη αντέχοντας το μοιρολόγι του δούλου./ Εκείνον που στο χείλος της αβύσσου συλλέγει κάθε νύχτα από τη σιωπή των άστρων την αστρόσκονη/χορεύοντας ξυπόλυτος/ σκορπίζοντας την εξέγερση που γεννάει την επανάσταση».

Τα ποιήματα «υπακούουν» στο μότο που κραυγάζει, θα ‘λεγε κανείς: «Πυρπολήστε το παρόν αν θέλετε να έχετε μέλλον». Πώς βλέπει τους αναρχικούς στο ομότιτλο ποίημα; «Είναι έτοιμοι να πυροδοτήσουν τα όνειρά τους/Σκιές με ασημένια φτερά στον αέναο κύκλο/ Ταξιδιώτες του μέλλοντος με το όπλο στο χέρι/Ετοιμοι να παγιδεύσουν τις ήρεμες νύχτες σας/Να διαταράξουν τη λογική της αρχής/Να επιτεθούν στη συνεχή ροή του χρόνου/Είναι ήδη έτοιμοι να κηρύξουν την κοινωνική επανάσταση».

Τι κάνει η Αγία Αναρχία; «Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει να πέφτει/Αγκαλιάζει τα παιδιά της/ Τους μιλά για την Αγία Αναρχία/Το οπλισμένο χέρι της/Τη νεανική της φλόγα/Την περπατησιά της/Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις μισές λέξεις/Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν στο φως της ψυχής».

Μια πραγματικά αυστηρή ματιά μέσα από έναν εσωτερικό κόσμο που εκρήγνυται και φωτίζει τις νύχτες και τα «αγόρια και τα κορίτσια με μαύρα ρούχα, που μοιράζονται τη χαρά στους δρόμους καίγοντας είδωλα» (Μητρόπολη). Ασημοφέγγαρο, σύμβολο της αναρχίας το θέλει ο ποιητής: «Ανθίζουν μαύρα λουλούδια στον ουρανό/Ενα ασημένιο φεγγάρι ανατέλλει και μέσα του ένα Αλφα».

Μαύρη Σημαία: «Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δεν σωπάσαμε/Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης/Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς/Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου/Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους/Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία/Ετσι φτάσαμε πολύ ψηλά ώς τα άστρα/Δεν αφανιστήκαμε μέσα στης νύχτας τη σκοτεινή βλάστηση».

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
https://www.efsyn.gr/arthro/i-viosi-mias-xenitias

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

Αλλοτρίωση

στη Ν.Κ.

Ι.
Τρέχει η νύχτα
να ξεφύγει
από φτηνά όνειρα
που στον ύπνο σου
αναπαράγουν
την αλλοτρίωση
της μέρας

ΙΙ.
Τρέχει η νύχτα
κρύβεται
από ανθρώπους δειλούς
που στη ζωή τους
ποτέ δεν τόλμησαν
ένα φιλί να δώσουν
μια αγκαλιά

Προϊόν

Όμορφη θα σε απεικονίσω
μέσα στα μάτια
να κοιτάς το θεατή
απλόχερα να προσφέρεις
το κορμί σου
στις ορέξεις του.
Όχι, δεν είμαι ο εραστής
αλλά ο διαφημιστής σου
κι εσύ είσαι ένα προϊόν
σε προσφορά και ζήτηση.

Παράπονο

Όλα στη ζωή μας
έγιναν ηλεκτρονικά
τα φιλιά, τα πάθη, ο έρωτας.
Ακόμα και το τσιγάρο
Έχασε τη γεύση του,
ποτέ πια στο χώμα
Δε θα σβήσει
που πότισαν η βροχή
και τα δάκρυα.

*Από τη συλλογή “Όλα είναι όπλα”, Εκδόσεις Ατέχνως, 2021.