Gianmario Lucini, Τρία ποιήματα

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.
(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)

*Από τη συλλογή «Επιτομή».

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.
Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.

*Από τη συλλογή «στους εραστές που δεν το ξέρουν».

**Από τον τόμο «Οι καλύτερές μου φλέβες», εκδόσεις 24γράμματα, 2020. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Φυτών και ζώων κατάλογος – Γιώργος Βέης, Βράχια, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σελ. 80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ*

Έργα ανθρώπινα, «όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα», μοιάζουν «ατιμώρητα». Όμως «η καρδιά/ η οργή του αδικημένου» είναι παρούσες και χτυπούν σ’ έναν ιδιότυπο κορυδαλλό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στο συγκρότημα των κεντρικών ελληνικών φυλακών στην Αθήνα αλλά στο ομώνυμο πουλί. Το «Προαύλισμα» του Γιώργου Βέη, εισαγωγικό ποίημα στην ποιητική του συλλογή Βράχια, δεν λαμβάνει χώρα στο προαύλιο των φυλακών αλλά στη μεγάλη αυλή της φύσης, όπου συντρίβονται «τα έργα των τρελών ανθρώπων». Εξαρχής με το προλογικό του ποίημα ο Βέης υποδεικνύει τον κατεξοχήν λυτρωτικό του χώρο, τη φύση· εκεί όπου βρίσκει ανακούφιση η ανθρώπινη ύπαρξη.

Το φυσικό περιβάλλον, είτε ο χώρος εκτείνεται οριζοντίως από τόπο σε τόπο, είτε καθέτως από τα ύψη των σύννεφων μέχρι τα βάθη του Άδη, είτε από τη διάσταση του ύπνου και των ονείρων ως την αφυπνισμένη πραγματικότητα, συνιστά τον κοινό παρονομαστή της λύτρωσης. Όπου, λοιπόν, βαραίνουν τον ποιητή «τα χαλάσματα του κόσμου», με «ένα καλαθάκι/ αερόστατο» αίρεται και τα υπερβαίνει, συναντώντας «στη μέση του προσιτού ουρανού» τα σύννεφα. Κι αν πλησιάσει για τον ποιητικό ήρωα η στιγμή της συνάντησης με τον Χάρο και χρειαστεί «να κατέβει κι αυτός στο/ μη με λησμόνει», η κατάβαση δεν οδηγεί μόνο στην πιθανή λήθη και στην ανάγκη του εξορκισμού της («μη με λησμόνει»), αλλά συναντά, στο πλαίσιο των βεϊκών πολυσημιών, το φυτό μη με λησμόνει, στον γνωστό τού φυσικού περιβάλλοντος λυτρωτικό ρόλο.

Οι διαδρομές του Βέη προετοιμάζονται συστηματικά. Για την κατάβαση στον Άδη ο ποιητής μεταχειρίζεται μια σειρά από προσημάνσεις, όπως τις αναφορές στην πείνα, το περίστροφο, τους επιταφίους, τους θρόμβους, τα εγκαύματα (ποίημα «Προοπτική»). Αντίστοιχα, για την περιδιάβαση από την ονειρική διάσταση στην αφυπνισμένη πραγματικότητα ο ποιητής χρησιμοποιεί εμφαντικά την αντίθεση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Τα ερείπια και το χάος της πραγματικότητας αντιπαραβάλλονται στο λυτρωτικό όνειρο, με την ανακουφιστική λειτουργία να ενεργοποιείται και πάλι χάρη στα στοιχεία της φύσης, τις κατάφορτες, χρυσαφένιες πορτοκαλιές και το «βελούδο των αγρών» (ποίημα «Η πάλη»). Οι οπτικές εικόνες με τα χρώματα της φύσης από τη μια, αλλά και οι ακουστικές με τη «μουσική του κόσμου», όπως αυτή εκπέμπεται διά της συνομιλίας με τον αετό και τον πελεκάνο στο επιλογικό παράθεμα από το συνθετικό ποίημα Φοινικιά του Κωστή Παλαμά, επιβεβαιώνουν εκ νέου τη φιλοσοφία του Βέη.

Η σχέση που οραματίζεται ο ποιητής δεν είναι επιφανειακή· είναι βαθιά εσωτερική, η δε εσωτερίκευση και η ουσιαστική της βίωση αποτελούν προϊόν συνειδητοποίησης. Ο Βέης αφουγκράζεται τις αναπνοές της φύσης. Όπου οι «νεοσύλλεκτοι της βάρδιας» νομίζουν ότι «δεν κουνιέται φύλλο», ο ποιητής ψυχανεμίζεται κάθε «θύελλα κι αντάρα». Το βάθος της γνωριμίας επικυρώνεται από την εξομολογητική διαπίστωση «λες και με ξέρουν από παλιά/ όλα αυτά τα δέντρα τα φυτά ο αέρας». Τους δεσμούς ενισχύει η σοφία με την οποία είναι ποτισμένη η χλωρίδα του Βέη, συνιστώντας μάρτυρα των βιωμάτων ολόκληρων γενεών, φορέα παρελθόντος μα συνάμα και εγγυητή του μέλλοντος: «εδώ βλέπουμε το χθες να επιστρέφει ανανεωμένο/ σαν ένας έφηβος». Ο αγρός ταυτίζεται με τον άνθρωπο για το σθένος και την καρτερία του, καθώς διδάσκει «ισότητα, γαλήνη και μουσική», απ’ όπου κι ο τίτλος «Απάνεμο» του ποιήματος. Η κυρίαρχη πραότητα, η γαλήνη που εξασφαλίζει το φυσικό περιβάλλον, αποτελεί τη λύση στο «Αίνιγμα» της χρωματιστής μπίλιας, του μικρού γυαλιού που, όντας ο κόσμος, το καταπίνει το κοτσύφι της αυλής, ενσωματώνοντας εντός του το σύμπαν. Η σχέση είναι τόσο εθιστική, ώστε η διαρκής επιστροφή (ποίημα «Επάνοδος») είναι αναπόφευκτη: «Δεν ήταν μυστικό/ σε περίμεναν με υπομονή/ από το περασμένο καλοκαίρι/ ήξεραν άλλωστε τα πάντα για σένα/ οι βράχοι της παραλίας, οι γλάροι,/ οι ψαραετοί/ […]». Με τον τρόπο αυτό τα βράχια –τίτλος της συλλογής– καθίστανται τα ίδια μορφή εξάρτησης, σε μια σχέση όχι πια θανατηφόρα αλλά ζωική, η οποία συναντά την προγονική φιγούρα του Γιάννη Ρίτσου στο κυκλάμινο που φυτρώνει στου βράχου τη σχισμάδα («Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι»).

Η πνοή την οποία περικλείουν τα προσωποποιημένα βράχια συνιστά ένδειξη της ζωικής ορμής της φύσης. Η ίδια ορμή εμποδίζει τον θάνατο, εξωθώντας σε μεταμορφώσεις προς νέους τύπους ύπαρξης. Το κρασοπούλι στην προηγούμενή του ζωή ήταν ρυάκι. Για την ξινομηλιά που αποκόπτεται από τις υπόλοιπες κι αγνοείται εξαφανισμένη, διανοίγονται δύο προοπτικές: «επιστροφή στην Αρκαδία/ ή/ της μεταμόρφωσης το αίνιγμα;». Είναι πιθανή, συνεπώς, η μεταμόρφωση του δέντρου σε μια διαφορετική ύπαρξη, με τη μεταμορφωτική τούτη δύναμη να διατηρεί τον κόσμο σε κίνηση και στη ζωή. Η έτερη πάλι προοπτική της επιστροφής στην Αρκαδία υποδηλώνει όχι απλώς την επαναφορά στο αγνό και ακμαίο φυσικό περιβάλλον αλλά συνιστά αναμφίβολα κι ένα σχόλιο ποιητικής, καθώς η επιστροφή στη φύση επισυμβαίνει με υφολογική αμεσότητα. Το σχόλιο καθίσταται αυτοαναφορικό για την ποίηση του ίδιου του Βέη.

Οι συνειρμοί του ποιητή, συνεπώς, διασυνδέουν τη φύση με τη γλώσσα και με την τέχνη της ποίησης. Το τοπίο «είναι πλέον το βιβλίο σου/ η ανανέωση των συνειρμών». Γι’ αυτό και το ανοιγμένο φτερό του πουλιού αποδίδεται ως περισπωμένη («του φτερού η απαραίτητη περισπωμένη»). Το λιβάδι πάλι, περικλείοντας τις «συλλαβές των μυστικών μας», παραλληλίζεται με «Αναγνωστικό Δημοτικού», συνδεόμενο όχι μόνο με τα ανθρώπινα εσώψυχα, τις αναμνήσεις και την παιδική αγνότητα, μα και με την εκρηκτική γλώσσα: «Χιροσίμα η γλώσσα μας». Επιπλέον, η δοκιμαζόμενη και διαρκώς αποδεικνυόμενη ανθεκτική γλώσσα κατορθώνει να υπάρχει όσο η νεραντζιά παραμένει άθραυστη, ενώ οι «συλλαβές από τσιμέντο και σίδερο» τού αστικού τοπίου με τις πολυκατοικίες, ενδέχεται με τον πρώτο σεισμό να σκορπίσουν σε κομμάτια.

Ο έντονα μεταφορικός λόγος του Βέη απομακρύνεται από το «τσιμέντο» και το «σίδερο» του θρυμματισμένου άστεως, επιμένοντας στα οράματα. Το σκαμμένο από τα γηρατειά πρόσωπο προβάλλεται ως «μια τάφρος από πείσμα και οράματα», ενώ οι ουλές του εκτείνονται ως το «πανωχείλι της καρτερίας», με τα οράματα και την καρτερία να τονίζουν την επιμονή της αντοχής. Ακόμη εμφαντικότερες καθίστανται οι μεταφορές εντασσόμενες σε αναλογίες. Το αναρριχώμενο φυτό γλυσίνα, που κατακαλύπτει τα δέντρα και τα απειλεί με ασφυξία, παραλληλίζεται με παλίμψηστο, κάτω από την επιφάνεια του οποίου είναι σκαλισμένα άλλα γραφόμενα. Σ’ αυτό το παλίμψηστο διαβάζει κανείς το παρελθόν, το μέλλον των βρύων αλλά και «του πλανήτη την τρελή τροχιά/ όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης». Οι εικόνες του Βέη οπτικοποιούν παραστατικά ακόμη και τα μελλούμενα, αλλά και έννοιες αφηρημένες, όπως τον χρόνο: «Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη».

Η οικονομία στην ποίηση του Βέη υπηρετείται συχνά από τη λειτουργία του τίτλου στα ποιήματά του ως ταυτόχρονα του πρώτου τους στίχου: «ΟΙ ΤΣΙΧΛΕΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ// ασίγαστοι μάρτυρες δομής είναι», και μάλιστα όχι μόνο του φυσικού περιβάλλοντος αλλά εντέλει κι αυτού του ποιήματος. Η ίδια οικονομία υπηρετείται από στίχους αποφθεγματικούς, όπως «η απεραντοσύνη συνιστά οικειότητα», των οποίων η στοχαστικότητα άλλοτε εκφέρεται ευθέως ως διαπιστωτική («επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μας άνοιξαν,/ όχι για να τις καθαρίσουμε/ αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες»), κι άλλοτε, μέσα από το υποτιθέμενό της δίλημμα, διατυπώνει πλαγίως τη θέση της. Έτσι, καθώς επικυρώνονται τελικά και τα δύο σκέλη του διλήμματος, απογειώνεται η προαναφερθείσα οικονομία: «Η σταθερή επέτειος του σώματος/ υπόμνηση ή ανακύκληση στιγμών;»· η αποκωδικοποίηση των προθέσεων του ποιητή διαπιστώνει πως ισχύουν αμφότερα τα μέλη της ερώτησης.

Μια ιδιαίτερη πτυχή στη συλλογή του Βέη συνιστούν οι διακριτές της ενότητες που απαρτίζονται από ποιήματα αναφερόμενα σε παραδοσιακές φορεσιές ή σε τόπους, και μάλιστα συχνά αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Το Καρλόβασι ή τα Κουμέικα της Σάμου απηχούν οικογενειακές αναμνήσεις και καθιστούν τον τόπο συνδετικό κρίκο με το παρελθόν, ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι, όπως το Ηραίον Σάμου ή η Αρχαία Θήρα, προσδίδουν στους δεσμούς ακόμη μεγαλύτερο χρονικό βάθος, φιλοξενώντας νέα ζωή μέσα στα χαλάσματα: «μαζί με τους υποψιασμένους γλάρους/ ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του/ το έχουν πει ψυχή». Παράλληλα, ρούχα και κοσμήματα σε παραδοσιακές ενδυμασίες, όπως το «επίχρυσο νυφικό γιορντάνι λαιμού» ή το «κιουστέκι από γιορτινή φορεσιά καραγκούνας», προσδιοριζόμενα με ρητές αναφορές από τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο εντάσσονται, λειτουργούν ως «παιδιά της μνήμης ηχηρά», συνδέονται με όνειρα και καθίστανται φορείς γνησιότητας και συναισθημάτων.

Αντιστεκόμενος στη λήθη ο Βέης, και προκρίνοντας το «άπειρο της σοφίας» σώμα, συντάσσει τους διαδοχικούς του «καταλόγους» από ενδυμασίες και τόπους, κυρίως όμως από τη χλωρίδα και την πανίδα τους, με συκομουριές, έλατα, νεραντζιές, σημύδες, πορτοκαλιές ή με κίσσες, γλάρους, μέλισσες, σκίουρους και κάστορες. Έτσι ο ποιητής επανασυστήνει τον σύγχρονο άνθρωπο με το φυσικό περιβάλλον, από το οποίο εκείνος έχει αποξενωθεί. Η γνωριμία επαναπραγματοποιείται με έναν τρόπο που, αν κι απέχει από τις ηρωικές καταγραφές των ομηρικών επών με τις αντίστοιχες καταλογογραφήσεις «νηών», αναδεικνύει ωστόσο τις κινητήριες δυνάμεις στη φιλοσοφική θεώρηση του Βέη, με μία ισορροπημένη λυρική αποτύπωση η οποία αποφεύγει την εκζήτηση και προβάλλει με ανθισμένη απλότητα το θαύμα του φυσικού βίου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Περιοδικό “Πόρφυρας”, Νο 175-176, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2021.

Kalliope X – One month to launch – November 17

We don’t sing to distinguish ourselves, my brother, from other people./ We sing to bring the people together.’
Yiannis Ritsos

Kalliope X consists of Effie Carr, Angela Costi, Hariklia Heristanidis, Dmetri Kakmi, George Mouratidis and Dimitris Troaditis.

We are a collective of authors and poets energised by the work of culturally and linguistically diverse artists in Australia.

We challenge the dominant literary imaginary by building a forum through which we can encourage, engage and exchange with writers of different diasporas and communities.

Through poetry, fiction, reviews, interviews, essays and criticism, and an openness to languages other than English, we aim to show what Australia looks, sounds and reads like.

We acknowledge the first poets and storytellers of this country, and recognise our own implication as migrants and children of migrants in the legacy of the colonisation of First Nations peoples.

It’s a privilege to live on Aboriginal lands.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα σε ένα

Photo: Katia Chauseva

Φιλότης

Σαν νερό

κυλούν

οι λέξεις

στις χούφτες μου

εκ γενετής,

δραγμός∙

ποτέ δεν έχασα

το αντανακλαστικό

της ποίησης

και

Νείκος

Χωράει η σκέψη μου

μέσα στα κρυμμένα μάτια

σπέρνει κι ανθίζει με μιας

στο ποτήρι μου η ανγκοστούρα

χίλιες ιστορίες

για το στήθος της λεγάμενης

που πνίγηκε στον στενό κορσέ της

δέκα σταυρωτά μπρος

και πίσω∙

η απογύμνωση κι αυτή σταυροβελονιά

όσο εκείνος κλέβει στιχάκια

βγαλμένα από τη νυχτερινή λίμπιντο

σημειώνοντας στα χάρτινα σουβέρ

λύρες ολόχρυσες σκαλισμένες με νυχτέρια

ιτιές να κλαίνε πιο περήφανες

και από τις λουλουδιασμένες

πάνω σε νεραϊδόπληκτες πηγές

κι όλο τον κόσμο της

ζωγραφιά που τρέλανε τον άτυχο

τον σερβιτόρο

όταν τον ξεμονάχιασε στην άδεια αποθήκη

/λιμασμένη καρδιά

από ατόφιο ρούμι

που ερωτεύτηκε αγαπώντας τάχα

και παρίστανε τη

νυχτόβια πεταλούδα

σε λίγο στα χέρια μου πεθαίνει

βιβλίο καμένο στη φωτιά

του κόσμου

κι όμως καμαρώνω

Philip Levine (1928-2015), Μόνος

Photo: Kristina Closs

Λιόγερμα, και ο ελαιώνας φλέγεται
στον λόφο μακριά. Τραβάμε κάτω
κει που ξιφίζουν οι σκιές
απ’ τα αιγόχορτα, και ο αέρας
βαθαίνει σαν καπνός.

Εσύ ήσουν πίσω μου, αλλά όταν γύρισα
υπήρχε το αλληλοκράξιμο των κοράκων
και το ψηλό γρασίδι που ανέβαινε στον άνεμο
κι οι φορτωμένες άκριες των σταριών
πού ‘γερναν στο νερό κάτω από έναν μαύρο ουρανό.

Παντού γύρω μου οι χίλιες
μικρές αρνήσεις της ημέρας
σηκώθηκαν σαν έντομα ως το λαμπάδιασμα
μίας παλιάς αλήθειας, κάποιος μονάχος
που πηγαίνει σ’ ένα κομμένο μονοπάτι από πέτρες
προς τον βαθύ κι άναστρο ποταμό.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Τόμας Μπέρνχαρντ, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ…

Μόνο ένα τοπίο να έχεις, σκέφτομαι, και ένα σπίτι,
Έναν ποταμό και τη θέα προς τα βουνά,
Και πάνω από τους ανέμους, μακριά πάνω από την κοιλάδα
Ένα βασίλειο μεγαλύτερο απ’ αυτήν τη γη.
Δεν θα αρρώσταινα, θα το άντεχα.
Θα μπορούσα τα πιο βαθιά βάθη να δω.
Θα φορούσα τον πόνο και την έσχατη ευτυχία.
Θα έβρισκα πάλι το σημείο εκκίνησης.
Έτσι σκέφτηκα χθες: έναν ποταμό, ένα σπίτι
Όπου η ζωή κυλάει και ξοδεύεται.
Έναν αγρό βαθιά μέσα στο τοπίο ομίχλης,
Ένα αλέτρι οδηγημένο απ’ το χέρι μου –
Μόνο ένα τοπίο, μόνο ένα σπίτι,
Όπου οι τάφοι ορθώνονται κόντρα στον άνεμο,
Μια χώρα πολύ βαθιά από αυτήν τη γη.
Και ζούσα με το σκοτεινό ρεύμα.

ΚΟΡΑΚΙΑ

Σύντομα θα ‘ρθει το φθινόπωρο και θα σώσει τα πουλιά,
σε σκοτεινά δωμάτια αδελφός κι αδελφή μαζεύουν
τα σπόρια για το χειμερινό γεύμα.
Στο μαύρο χωριό είναι αλυσοδεμένο το γουρούνι.
Στον αγρό ψοφάνε τα κοράκια του πόνου.
Πίνουμε την μπίρα της απελπισίας
και σταυρώνουμε τα χέρια εμπρός στην περιφρόνηση του πατέρα.
Η γη γεύεται απ’ τα κορδόνια του κρέατος.
Καπνός ανεβαίνει πάνω απ’ τις αυλές
κι αφήνει πίσω τον φόβο των μεθυσμένων γεωργών.
Η πλευρά του πηγαδιού κραυγάζει μπροστά απ’ το σάπιο παραθύρι…
Εγώ όμως δεν φοβάμαι.

ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Όλοι τους ρωτούσαν για το όνομα του χειμώνα,
τίναζαν τα παπούτσια μπροστά απ’ την εξώπορτα και ορμούσαν
στα τραπέζια,
μεθούσαν
και πλάγιαζαν με μια δούλα,
ώστε τα πουλιά να φτερουγίζουν από τα ζεστά φιλιά τους.
Στα βαρέλια ανάβραζε η πρώτη τους χιλιετία, αυτός τους έκανε
σκεπτικούς σαν ηλίθιες χοντροκοιλιές,
ατένισαν μακριά προς τη χώρα και πέθαναν, άσπροι, γιατί ο θάνατος
τους κατακρήμνισε
όλους με το σφυρί του,
τους σακάτεψε και αδιαφορούσε για τους θρήνους τους,
που σε λίγο, μόνοι παρατημένοι έσβησαν.
Στο έμπα του φεγγαριού, ανακάλυψε ένας ανάμεσά τους τα ίχνη
του βασιλιά των κοράκων
και έτριβε τα χέρια του πάνω από τη φωτιά,
οι άλλοι ήταν εκείνη την ώρα στα κρεβάτια τους,
στην κρεμάλα των ονείρων τους.

*Τόμας Μπέρνχαρντ, “Άπαντα τα ποιήματα”. Εκδόσεις Βακχικόν. Μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

**Σχετικός σύνδεσμος: https://www.culturebook.gr/nees-kyklofories/thomas-bernhard-apanta-ta-poihmata.html?fbclid=IwAR3w_AvbRjPZvCkUzbOYZQA51U2aFR-EZcPTXoHD2F1IG5fYSKW2n9kHoRQ

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Φύλλα το Φθινόπωρο

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

bty

Τί να κάνουν οι ψυχές κάθε φθινόπωρο;
Μπαίνουν σε λήθαργο άραγε
ή ξυπνάνε μεθυσμένες απ’ τα πρωτοβρόχια;
Μιχάλη Γ, Αννίκα Ν , Χαράλαμπε Η,
πού να είστε τώρα και γιατί
Να βυθίζεστε σ’ αιώνια σιωπή

Όταν βλέπω φύλλα ξερά τις Κυριακές στα πεζοδρόμια
Νοσταλγώ αυτά που δεν έζησα
Ερμηνεύω τ’ ανείπωτα
Επικαλούμαι τους νεκρούς μου
Ξορκίζω το πένθος

Οι διαθέσεις μεταμορφώνονται άλλωστε –
(Είναι και ζήτημα εποχής)
Με τα πρωτοβρόχια
Γίνομαι φύλλο κι εγώ
Κίτρινο
Ξερό.

Και μόνο.

View original post

Arzu Toker, “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή έχω την τιμή κυρία!” (απόσπασμα)

Από 3.000 χιλιόμετρα μακριά είχαν έρθει γυναίκες.
Η τιμή δεν ήταν εμπόδιο,
δεν ήταν θέμα η θρησκεία ακόμη.
Οι γυναίκες δεν ξέραν Γερμανικά ούτε λέξη,
μα είχαν θάρρος,
είχαν κουράγιο,
να βγουν στον πηγαιμό για τον μεγάλο κόσμο,
για να ζήσουν τη φαμελιά τους.
Άγνωστο σ’ αυτές πως όφειλαν
να ‘ναι η τιμή των άντρων τους,
άγνωστο στους Γερμανούς
ούτε συνειδητό στις γυναίκες.
Η μετανάστευση κατήργησε τα δεσμά τους
και συνέρρεαν στις ταβέρνες, στις πλατείες.
Πασίγνωστες ήσαν
οι εστίες γυναικών της Ζίμενς
μακριές ουρές οι θαυμαστές τους
που περιμέναν στον δρόμο.

Namus, η τιμή, μια λέξη μικρή πιστοποιεί
πως ο άντρας αποφασίζει για της γυναίκας το σώμα,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας, ποιον αυτή να παντρευτεί,
για χάρη της δικής του τιμής.
αποφασίζει ο άντρας αν θα βγει η γυναίκα απ’ το σπίτι,
για χάρη της δικής του τιμής,
Αποφασίζει ο άντρας πότε πρέπει να επιστρέφει
η γυναίκα σπίτι,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας πώς η γυναίκα θα ντύνεται,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας αν εκείνη θα επισκεφθεί τους φίλους της,
για χάρη της δικής του τιμής
αποφασίζει ο άντρας αν θα βάλει το ένα πόδι της πάνω στ’ άλλο,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας αν η γυναίκα μπορεί ν’ αποφασίσει.
Τα μέτρα αξιολόγησης είναι διάφορα.
Ίδια παραμένει μόνον η αντρική λογική,
που ορίζει για ζωή και θάνατο.
Έτσι το θέλει ο λόγος εκεινού του θεού:
Και μόνον η εντύπωση του άντρα
πως εκείνη αντιδρά
αρκεί,
η υποψία του άντρα
πως εκείνη πάτησε τους κανόνες
αρκεί,
όχι μια απόδειξη
πως τους πάτησε πράγματι.

*“Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή έχω την τιμή κυρία!”, Εκδόσεις Ένεκεν, Σεπτέμβρης 2016. (Ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση: Νίκη Eideneier.

Άρης Αλεξάνδρου: τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος

Δέσποινα Παπαστάθη*

«Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών» δήλωνε ο Άρης Αλεξάνδρου σε συνέντευξή του το 1975 στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, αρνούμενος τόσο τις κομματικές, όσο και τις λογοτεχνικές ταυτότητες, απορρίπτοντας κάθε θεσμική αναγνώριση για τα γραπτά του, είτε αυτή προερχόταν από τις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, είτε από τις δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις του ελεύθερου κόσμου.[1] Ανυπότακτος και αντισυμβατικός στον ποιητικό και δοκιμιακό λόγο του, ο Αλεξάνδρου στην ερώτηση του Δημήτρη Ραυτόπουλου «Σε ποιο κόμμα ανήκεις;» απαντά αφοπλιστικά:

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων». [2]

Το ελεύθερο αυτό πνεύμα, αδέσμευτο από κάθε μορφής δογματισμό διαπνέει το βιβλίο του Αλεξάνδρου με τίτλο Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937-1975, που κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Πατάκη σε επιμέλεια Ελένης Κεχαγιόγλου.[3] Στον τόμο περιλαμβάνονται δεκατρία κείμενα του Αλεξάνδρου, τα οποία είναι κυρίως δοκίμια, με εξαίρεση ένα δράμα, ένα σενάριο και μία συνέντευξη. Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά από το 1937 έως το 1975 σε μείζονα περιοδικά λόγου και τέχνης, όπως Νεοελληνικά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Επιθεώρηση Τέχνης, Ηριδανός, κ.α. Στο προλογικό σημείωμα η επιμελήτρια της έκδοσης δίνει σαφείς και έγκυρες πληροφορίες για την εκδοτική των κειμένων –όπως τίτλος τόμου, διαφοροποιήσεις στους τίτλους των δοκιμίων ανάμεσα στην αρχική και τις μετέπειτα δημοσιεύσεις τους, ορθογραφία, κτλ– ενώ στο τέλος καθενός αναφέρονται τα στοιχεία της αρχικής έκδοσης.

Η ιστορική ορθογραφία, η σχέση τέχνης και ζωής, ο υπερρεαλισμός και η ανάγκη έκφρασης του ονείρου, ο σχολαστικισμός και ο δογματισμός της σοβιετικής σκέψης, η άρνηση κάθε μορφής αυθεντίας, τα λογοτεχνικά βραβεία και εν γένει ο ρόλος και η θέση του ποιητή μέσα στην κοινωνία είναι οι θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους κινούνται τα δοκίμια του τόμου, αναδεικνύοντας σταθερές του ποιητή και στοχαστή Άρη Αλεξάνδρου.

Η «κουταμάρα της ορθογραφίας», η εκμάθηση της οποίας ανήκει σε όσους είχαν καιρό για χάσιμο, πρέπει να καταργηθεί δηλώνει με ορμή και παρρησία ο Αλεξάνδρου στο νεανικό δοκίμιό του με τίτλο «Περί ορθογραφίας», συμφωνώντας με την πρόταση του Κ. Μαρίνη σε άρθρο του στην εφημ. Πρωία.[4] Η τέχνη εκφράζει μιαν εποχή, υποστηρίζει ο Αλεξάνδρου, καθώς είτε ζωντανεύει «την αντικειμενική πραγματικότητα […] όπως τη βλέπει ένας ευαίσθητος παρατηρητής», είτε «εξωτερικεύει […] τον εσωτερικό κόσμο ενός ευαίσθητου δέκτη των εξωτερικών γεγονότων», η επίδραση της ζωής πάνω στην τέχνη είναι απολύτως αναγκαία, μιας και «η ίδια η ζωή θα καθορίσει και το θέμα και την έκφραση που θα προτιμηθεί».[5] Ο προβληματισμός του Αλεξάνδρου για τη σχέση της κοινωνικής πραγματικότητας, της έξω ζωής με την έσω ζωή της τέχνης είναι διαρκής στα δοκίμια του τόμου, μιας και «ο κυριότερος παράγοντας της λογοτεχνικής ενασχόλησης είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να εκφραστεί».[6] Υπερασπίζεται μαχητικά το δικαίωμα στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, τονίζοντας, για παράδειγμα, τα πλεονεκτήματα του υπερρεαλισμού, όταν οι Νέοι Πρωτοπόροι, το επίσημο περιοδικό της Αριστεράς, τον καταδίκαζε ως «παθολογική κατάσταση […] που δεν μπορεί να είναι τέχνη».[7] Στο στόχαστρο του Αλεξάνδρου μπαίνει και ο σχολαστικισμός της σοβιετικής σκέψης, ο οποίος «γεννιέται και προκόβει σε εποχές ανελευθερίας»[8] και ωθεί τις κριτικές να είναι σφαγιαστικές σε κάθε καλλιτεχνική έκφραση που αντιτίθεται στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, εμποδίζοντας τόσο τους καλλιτέχνες, όσο και τους επιστήμονες να τολμούν να θέσουν καινούρια και άλυτα προβλήματα. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στο βιβλίο του με τίτλο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος[9] έχει καταγράψει υποδειγματικά την πάλη του ποιητή έναντι σε κάθε ιδεολογικό καταναγκασμό, σε κομματικές στενώσεις και ορθοδοξίες.

Ο ποιητής είναι : «άνθρωπος προικισμένος με μια ιδιαίτερη ευαισθησία και άνθρωπος που έχει την ικανότητα να βρίσκει την κατάλληλη, την καίρια λέξη, για να εκφράσει την ευαισθησία του, άνθρωπος που μπορεί, εξομολογούμενος δημοσία και λέγοντας ολόκληρη την προσωπική του αλήθεια, αδιαφορώντας για τις όποιες σκοπιμότητες, να βοηθήσει τους άλλους να καταλάβουν πληρέστερα τον κόσμο και τον εαυτό τους».[10]

Για να πετύχει στην αποστολή του, ο ποιητής Αλεξάνδρου παροτρύνει τους ομότεχνούς του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του:

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.

Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς

ουρανό και φύκια

πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

(Άρης Αλεξάνδρου, «Γύμνασμα», Ευθύτης οδών, 1959)

Ο ποιητής ως άλλος γεωμέτρης του πνευματικού χώρου δεν προβλέπεται από κομματικά καταστατικά, δεν λογοκρίνεται, δεν σιωπά, γιατί «τι άλλο είναι η σιωπή για έναν συγγραφέα αν όχι αυτοκτονία»;[11] Ο ποιητής «είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα»,[12] αρνούμενος να υποταχθεί στη σκοπιμότητα της πολιτικής, επιλέγοντας τον δρόμο της ποιητικής ανυποταξίας, όσο δύσκολος κι αν είναι αυτός, αρνούμενος διακρίσεις και λογοτεχνικά βραβεία.

Στον τόμο περιλαμβάνονται, επίσης, ένα δράμα και ένα κινηματογραφικό σενάριο. Ο Αλεξάνδρου γράφει την «Αντιγόνη» το 1951 στον Αϊ-Στράτη και την πρωτοδημοσιεύει στο περιοδικό Καινούρια Εποχή το καλοκαίρι του 1960. Την ίδια εποχή που ο Μπρεχτ επιχειρεί τη δική του Αντιγόνη, ο Αλεξάνδρου τοποθετεί την τραγική ηρωίδα κατά την Πρώτη Πράξη στα ελληνικά βουνά της Κατοχής και κατά τη Δεύτερη στα δίσεχτα χρόνια του Εμφυλίου, αντιστρέφοντας χαρακτήρες, συνειδήσεις και καταστάσεις, σαν να είναι ιδωμένες μέσα από ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο. Ο συγγραφέας θέτει επί σκηνής το αιώνιο ζήτημα της αυτοθυσίας σε αντιηρωικούς και δυσοίωνους καιρούς, δραματοποιώντας με ευθύβολο και συγκινητικό τρόπο τον Άνθρωπο σε κρίση, υποταγμένο στις επιταγές της ζοφερής, πολεμικής και πολιτικής, εξωτερικής κατάστασης, αλλοτριωμένο από τους αγώνες που δίνονται στο όνομά του, αλλά ερήμην του. Κείμενο και παρακείμενο, χώρος και χρόνος, πρόσωπα, ονόματα, έργα και λόγια αναδεικνύουν μια άρτια δομημένη μίμηση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Στην «Αντιγόνη» ο αναγνώστης αναγνωρίζει τα θέματα που θα αναπτύξει δεξιοτεχνικά λίγα χρόνια αργότερα ο Αλεξάνδρου στο Κιβώτιο, το οποίο έμελλε να τον καθορίσει ως συγγραφέα.

Η κριτική στάση του Αλεξάνδρου απέναντι στην ανθρώπινη παθολογία σε σκοτεινούς καιρούς, στην επιθυμία της εξουσίας να επιβληθεί βίαια στον ανθρωπισμό βρίσκει θαυμαστή έκφραση στο κείμενό του με τίτλο «Ο καθηγητής Βαρχάιτ», το οποίο είναι γραμμένο με τη μορφή σεναρίου. «Όλοι κυνηγάνε τους ανατροπείς» βεβαιώνει τον βραβευμένο και δημοφιλή επιστήμονα, καθηγητή κ. Βαρχάιτ, η Γριά οικονόμος του, [13] αφού το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα κατορθώνει πάντοτε να παραμείνει αδιασάλευτο, έστω κι αν αυτό σημαίνει τη θυσία της ευζωίας των μελών του.

Το έργο του Άρη Αλεξάνδρου, ποιητικό και πεζό, παραμένει ακλόνητο σημείο αναφοράς για την αγωνία του δημιουργού απέναντι στον ολοκληρωτισμό, απ’ όπου κι αν αυτός προέρχεται, καθιστώντας το αδιάλειπτα επίκαιρο. Η επανέκδοση των δοκιμίων του φέρνει στο προσκήνιο έναν από τους πιο σημαντικούς ποιητές και στοχαστές της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας, του οποίου το δόγμα της ζωής και του έργου θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής δικά του λόγια:

«Κι αν κατόρθωνα να ρίξω και τον ελάχιστο κόκκο τσιμέντου για να στρωθεί ο δρόμος απ’ τον homo sapiens στον homo humanus, θα έλεγα πως η ζωή μου δεν πήγε του κάκου».[14]

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.oanagnostis.gr/aris-alexandroy-tois-endon-rimasi-peithomenos-tis-despoinas-papastathi/

Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΡΕΣ ΜΟΥ

σαν αγριόχορτο λέω
θρασύ
και απότιστο
δεν θα αντέξεις.

όμως
στις εκδορές που γλείφω
θα φυτρώνεις,
εκεί που δεν σε σπέρνουν.

εκεί,

όταν όλοι κοιμούνται.

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Χειμωνιάτικο φρούτο
στη φλούδα σου
να ‘μαι.

Με το νύχι
αν πιέσεις τη σάρκα.

Παντού
να πετούν πουλιά πορτοκαλιά.

SMS

στου ήλιου το φως
λέξη
δεν παίρνω πίσω

από την πρωινή νοτιά
σε προστατεύει ο ιδρώτας
και το σάλιο μου

κοιμήσου

*Από τη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.