Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι γυμνασίου

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.

Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

Τέος Σαλαπασίδης, Δύο ποιήματα

Παιδικό τραίνο

Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο έδειξε.
Ζεις, πεθαίνεις: Έχεις μια στιγμή.
Ο καθένας είναι μια στιγμή κι όλα τ’ άλλα είναι νύκτα.
Κι όταν έρθει το τέλος ανάβεις τσιγάρο (προς θεού! όχι γράμματα).

Αν όμως φοβάσαι διά την πολύτιμον υγείαν σου
Φεύγεις
Και υγείαν έχεις
Υγείαν ποθών και δια ημάς. (Ταύτα
και γράμματα γνωρίζω…) Τι κακό!

Έτυχε όλοι να είσθε εγγράμματοι.

*

Έπειτα πέρασαν όλα.
Έπειτα τα ξεπούλησε όλα στη Γερμανία.
Υπάρχουν ακόμα δυο ή τρεις που τον θυμούνται.
Είναι οι επαγγελματίες της μνήμης και των άλλων συναναστροφών.

Σας έλεγα: προσοχή!
(Είναι αλήθεια πως είπα να προσέχετε και μένα τον ίδιο)
Το σπίτι του είναι ταριχευμένο -προσοχή!

Έπειτα πέρασαν όλα
Ο Έρωτας τον κυνήγησε ακριβώς
Με ύφος αστυφύλακος που κυνηγά μικροπωλητές

Εσείς όμως κάνατε καριέρα τότε δεν αντιληφθήκατε τίποτε.

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

ΠΩΣ ΗΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Θαυμάζω
δυσκολεύομαι να το πιστέψω
πώς γίνεται
μόλις ηχήσει από το στόμα μου
και το πιο άκυρο
πιο λάθος
πιο ζαβό
αμέσως πως γίνεται
σωστό

*

Η ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

“Peace brothers!”, είπε
“ας τα ξεχάσουμε καλύτερα
κάτι μου κάνατε…
κάτι σας έκανα…
παρεξηγήσεις τώρα…”

Κι έτσι έγινε η τρίτη η καλύτερη,
η τελική
Παρουσία.

*Από το βιβλιαράκι “τί αγνοεί ο ποιητής”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Χ.Π. Σοφίας, Πέταγμα

Το πέταγμα σε μια στιγμή
Ενός τοξότη με ανεμώνες

Σε αόρατων ιππέων
Οι σπόνδυλοι της ηχούς

Οι αμμουδιές οι λησμονημένες
Από τα βρεγμένα χείλη της ποίησης

Τα ακατανόητα πουλιά
Παιγμένα στα ζάρια του παρισινού καφενείου

Μιας γυναικός το βύθισμα
Στο λυρικό κύμα του προφήτη

Ουράνια έκταση μελλούμενη προσφορά
Των ντόπιων εικόνων η μέθη

*Από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/07/blog-post.html

Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα

ΑΙΜΑ ΥΠΕΡΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Ινχηλατώντας
Μόνος

Το βάδισμα
Από τη
Γης
Στη μήτρα
Να κυοφορήσω

Δρασκελίζοντας
Πιστός

Το πέταγμα
Από το
Γαλαξιακό
Στο σπέρμα
Να γεννήσω

Ναρκοθετώντας
Ορκισμένος

Το υποβρύχιο
Από τη
Θάλασσα
Στην κολυμβήθρα
Να βαφτίσω

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΡΩΤΟΜΗΝΙΑ

Πέντε πράσινες πιπεριές
Κοιμούνται στο ψυγείο

Στ’ όνειρο
Κυκλοφορούν
Πορτοκάλια

Τα πουλιά
Τρυγούν τα σύκα
Απέναντι

Ιπτάμενη επάρκεια
Συνδαυλίζει το φρικτό

*Από την ενότητα “Ξεκούρδιστος λυγμός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “εν καμίνω (τέσσερις συνένοχοι)”, δηλαδή με τους Κώστα Ρεούση, Μπάμπη Λάσκαρη, Larry Cool και Παναγιώτη Θανασούλη, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αθήνα 2019.

Γκλόρια Γκέρβιτς, Από τις “Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”

“[…]
και η μητέρα μου φοβάται περισσότερο από μένα
και είναι πιο ορφανή από μένα
κι εγώ κουβαλάω τον φόβο της
και κάνω ό,τι μου ζητήσει
και γίνομαι ό,τι μου ζητήσει
και οι απαγορεύσεις ισχύουν
και οι τιμωρίες ισχύουν
και είναι εκεί που κατοικώ
εκεί βρίσκω καταφύγιο
εκεί βρίσκω γαλήνη
εκεί σ’ εκείνο το κενό σ’ εκείνη τη στέρηση
σ’ εκείνη την τρύπα εκεί

*

και ανθίζουν ρόδα
ρόδα σαν αρτηρίες
ρόδα που ματώνουν
έχω λαβωθεί μαμά
εσύ με λάβωσες μαμά
εσύ με λεηλάτησες μαμά
εσύ με κατέστρεψες μαμά
άσε με να φύγω από σένα
άσε με να φύγω

*

και από ποια μητέρα δραπετεύω;
και ποια μητέρα δραπετεύει από μένα;
ευτυχισμένος είναι εκείνος που δραπετεύει απ’ τη μητέρα του
είπε ο Λεζάμα Λίμα
κι εγώ από ποιον δραπετεύω αν κουβαλάω μέσα μου τη μήτρα
από ποιον αν δεν μπορώ να φύγω απ’ αυτή τη μήτρα
δεν μπορώ να φύγω κι η μητέρα μου
είναι ψυχρή και είναι τελειωμένη
κι εγώ εκεί πεινασμένη για την πείνα της
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που είχα
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που μ’ έπλασε
καταβροχθίζουμε η μία την άλλη
και δεν χορταίνουμε
και η μητέρα επίσης είμαι εγώ
[…]”

*“Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”, Εκδόσεις BookLab. Μετάφραση: Λούνα Σιμάτου.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Λες;…

Gustav Klimt, The Tree of Life

Λες να ’φταναν
λίγες σταγόνες κίτρινου
απ’ το χρωστήρα του Van Gogh,
δύο-τρία ψήγματα χρυσού
κλεμμένα απ’ τον Klimt
για να συνθέσουν τα κονσέρτα τους
οι γαλαξίες;
Τη μελωδία της χαράς
στο πάρτι με τους
άστατους κομήτες;

Κι ο θείος Einstein
τη γλώσσα βγάζοντάς μας πάντα
θα ’παιζε
με το Μικρό τον Πρίγκιπα
κάτω απ’ το τριαντάφυλλό του…

Λες να ’φταναν
να ζαλιστεί τ’ άστρο του Τσε
τρεκλίζοντας να πέσει
απ’ το μαύρο σκούφο του
για να προσγειωθεί
στ’ ακόρντα του “Imagine”;
Κι ο Lennon θα ’γραφε
ένα βαλς
“Της νοσοκόμας και του ναύτη”
που το αιώνιο φιλί τους
μας στοιχειώνει,
ξέρεις…

Ουράνια τόξα
θα εκτόξευε
το “Enola Gay”
ζαχαρωτά και σοκολάτες
στο διηνεκές.
Και τα παιδιά
δεν θα ’τρέχαν γυμνά
ουρλιάζοντας
για να ξεφύγουν απ’ τον όλεθρο.
Ο γύπας
δεν θα παραφύλαγε στη γη
πότε θα πέσει απ’ την πείνα
το κορμάκι…

Η Scheherazade θα διηγούνταν
ιστορίες πάντα
κι ο Armstrong
θα μας έγνεφε απ’ το φεγγάρι…

Λες να ’φταναν λίγες σταγόνες κίτρινου;

*Το ποίημα γράφτηκε για το Φεστιβάλ Ουτοπία που διοργάνωσε η φωτογραφική ομάδα «Διάφραγμα 26» στο Θέατρο «Εμπρός» από τις 2 ως τις 4 Φεβρουαρίου 2018. Εδώ το αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ennepe-moussa.gr

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Τα γυμνά φεγγάρια

τρέχουν γυμνά
τα φεγγάρια
της ονειροκριτικής
να προλάβουν
τους ανέμους
τους ούριους
σε μια ύστατη προσπάθεια
ν’ αποφύγουμε
τ’ απάτητα μονοπάτια

*

Ο καθρέπτης

στέκομαι σύγκορμος
απέναντι στο φανοστάτη
της ζωής μου
τη στιγμή που
το παράθυρο
δεν περιέχει τίποτα
κι ο καθρέπτης αναπαράγει
τα μύρια όσα

Czeslaw Milosz, Δύο ποιήματα 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Διασχίζαμε παγωμένους αγρούς μ’ ένα τρένο το χάραμα
Ένα κόκκινο φτερό αναδύθηκε στο σκοτάδι.

Και ξαφνικά ένας λαγός πετάχτηκε στο δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.

Πάει καιρός από τότε. Σήμερα κανένας τους δε ζει,
ούτε ο λαγός ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.

Ω αγάπη μου, που είναι, που πηγαίνουν
Η αναλαμπή ενός χεριού, η αστραπιαία κίνηση, το μουρμουρητό των χαλικιών.
Δε ρωτάω από λύπη, αλλά με απορία.

Βίλνα, 1936

ΦΟΒΟΣ

«Πατέρα, πού είσαι; Το δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, ot θάμνοι σαλεύουν.
Οι ορχιδέες σκορπίζουν δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλες παγίδες καραδοκούν κάτω απ’ τα πόδια μας.

«Πού είσαι, πατέρα·, Η νύχτα δεν έχει τέλος.
Από δω και πέρα το σκοτάδι θα κρατήσει για πάντα.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πάνα,
Το ψωμί μας άναι πικρό και σκληρό σαν πέτρα.

«Η καυτή ανάσα του φοβερού θηρίου
Πλησιάζει, όλο πλησιάζει, ξερνάει την μπόχα του.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν ελεάς
Τα παιδιά σου που έχουν χαθά σ’ αυτό το σκοτεινό δάσος;»

Βαρσοβία, 1943

Βίκυ Λιούκα, Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης

Μήτρες κυοφορούν τα εγκαίνια της (ν)τροπής
Μωρά ζεσταίνουν τα κλιτσιά τους στις λάσπες βυζαίνοντας τις σταγόνες της βροχής
Η μπανιέρα χαράχτηκε στα χρώματα του χάρτη (το ξεραμένο κόκκινο χωρίζει τη ζωή από τη ζωή των γύρω μας)
Οι τύχες του κόσμου χορεύουν με παραδοσιακά φουρό
Τα τσιμπλιασμένα μάτια του σκύλου θυμίζουν το ζητιάνο των παραμυθιών (μια άγνωστη μέρα σε άγνωστο τόπο έφυγε κρατώντας στο βλέμμα του την ελπίδα για λίγο ψωμί κι ένα χάδι)
Στις ρίζες των μαλλιών μας χάσκουν σα νεογέννητα κουτάβια οι ιδέες (από ένα παρελθόν που δεν ζήσαμε μα θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια)
Ανάμεσα στα απολεσθέντα βρέθηκαν μια ασημένια αλυσιδίτσα, ένα μπλοκ με μουτζούρες από μολύβι και το σπασμένο χαμόγελο μιας χελώνας
Στα μάτια σκιαγραφείται η ρότα της ζωής
Έξω από τα βιβλιοπωλεία –φορώντας ακριβά αρώματα και πρόχειρο πρόσωπο– ατενίζουν το μέλλον
Αιμορραγούν οι κύστες του φιλότιμου
Πλήττονται οι ανώνυμοι φαύνοι της αισιόδοξης μυρωμένης πλάνης
Παιδιά ρίχνουν τα κεφαλάκια τους πίσω στην πλάτη σαν να ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν τα άγουρα –με τα σκαμμένα γερασμένα πρόσωπα– όνειρά τους
Οι καλοί τρόποι δεν ταιριάζουν σε έναν κόσμο μη πραγματικό
Το βράδυ η φαντασία θα δειπνήσει με τα μελαγχολικά πόδια (δεν πρόλαβαν να βουλιάξουν τα πέλματά τους στην υγρή άμμο)
Πώς είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι σε μια πόλη βρώμικη και παραμελημένη;
Συμβουλές (οι): σαν ετοιμόρροπα κτήρια έτοιμα προς κατεδάφιση
Μηχανικοί άνθρωποι –με άκρα από σάρκα και οστά– σου δίνουν την αίσθηση πως θέλουν να πετάξουν από πάνω τους κάθε έγνοια (σφίγγουν τις γροθιές τους κρατώντας το βλέμμα χαμηλό: ίσως η γη τους λυπηθεί, ανοίξει το στόμα της και καταπιεί τη μορφή τους (μαζί με τις έννοιες τους)
[Το επόμενο χρώμα θα είναι το «κλουβί»]
Η σοφία έχει θρονιαστεί στα πεσμένα στήθη της γηραιάς συνήθειας
(Τελευταία φορά που εθεάθη η δικαιοσύνη φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως)
Ένας ανυπόμονος κόσμος τρέχει να κόψει το νήμα
Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας)
Με άδειες κοιλιές στέκουμε με σαρκασμό απέναντι στο τέρας της σήψης
Οι άθλ(ι)οι των βατόμουρων
Πλέκουμε τα χέρια μας και προσευχόμαστε προς ένδειξη διαμαρτυρίας για το άγνωστο
Φέτος θα φορεθεί πολύ το αδιάφορο –πλην– νοικοκυρεμένο ύφος
Από τα καμένα πρόσωπα των ζώων στάζει το πύον της κοινωνίας, της υποταγής και της ανοχής μας στην ασθένεια της υπεροχής
Μια χούφτα αμύγδαλα ανταμείβει τα παγωμένα δάχτυλα
Οι τοίχοι της πόλης βαραίνουν από θλίψη και μονοτονία
Ο ιός της αμφιβολίας μεταλλάχθηκε σε ιό της απραξίας
Οι ανάσες των αστέγων θαμπώνουν τα τζάμια της βιτρίνας
Βουβά σχήματα παραπέμπουν σε πίνακα ελέγχου
Ιδρωμένες μασχάλες, ζεστό σπέρμα, μυοκτονίες, αποφράξεις αποχετεύσεων, υγρά, λιπαρά, στερεά κι αέρια, υποδείξεις, μια πόλη από στρας και καθόλου υγεία
Αγκαλιασμένοι οι εραστές πνίγουν στο σκοτάδι την αηδία της καθημερινότητας
Οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμότητες
Αποξενωμένα κορμιά αποζητούν τρυφερότητα εξουσιάζοντας το ένα το άλλο μέχρι τελικής πτώσης
(είναι ο έρωτας η αρχή και το τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου; Και πότε κάποιος αρχίζει ή τελειώνει τη ζωή του;)
Σπαρμένοι οι δρόμοι με κύκλους, τρίγωνα αμφισβητήσεις, κλοπές
(ανέκαθεν το αγοραστικό κοινό απέφερε κέρδος: και δυστυχία)
(Δι)εκδικείστε τη ζωή
Με θεωρίες και ευαγγέλια δανείζουμε τα φονικά μας όπλα (με τις ευλογίες και την αρωγή του ίδιου μήκους κύματος)
Στα δύο δωμάτια του διαμερίσματος αναπαύονται οι φλυαρίες των κατοίκων
Τις νύχτες καραδοκούν οι εφιάλτες των παιδικών μας χρόνων
Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης
Εκεί που τελειώνει το όραμα αρχίζει η εξουσία

*Από εδώ: http://vickyliouka.blogspot.com/2021/01/blog-post.html