Ακούων όρα
Το παράγγελμά μου δελφικό
άκου μετά δες
Άκου τα κλαδιά τα κούτσουρα
τα φρύγανα τις πέτρες που μαυρίζουν
άκου τα ζώα, τα έντομα
και ανάμεσα τους τα πιο μικρά
τιτάνες, άκου κραυγές που βγάζουν
Άκου και μετά δες
πως οι φλόγες υψώνονται ψηλότερα από σένα
και μέσα κοίτα, κοίτα καλά
ποιος από τις φλόγες κάηκε
ποιος να καεί θα έπρεπε
και ποιος από της φλόγας τον χαμό μένει μακριά
και όρθιος στέκει και περήφανος
πιστεύοντας κάθε φορά πιο έξυπνος πως είναι από σένα
Άκου μετά δες
Category Archives: Uncategorized
Gary Snyder, Θυμός, αγελάδες και Αχιλλεύς
Δυο από τους καλύτερους φίλους μου σταμάτησαν να μιλούν μεταξύ τους
ο ένας τους είπε ότι η οργή του ήταν σαν εκείνη του Αχιλλέα.
Οι τρεις μας είχαμε ταξιδέψει στην έρημο,
ξυπνημένοι από το κελάηδισμα των πουλιών και το φως του ήλιου κάτω από σιδερόδενδρα
σ’ ένα ξεροπόταμο νότια απ’ τα σύνορα.
Και οι δυο τους ήταν βοσκοί. Ο ένας με αγελάδες και ποιήματα,
ο άλλος με επιχειρήσεις και βιβλία.
Ο ένας ίσα που γλύτωσε απ’ το θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα αλλά ανέρρωσε σιγά-σιγά
ο άλλος παράτησε όλους τους φίλους του,
κατέφυγε σε μια πόλη
και μελέτησε τις ανεπαίσθητες αποχρώσεις της ισχύος.
Έχω χρόνια να δω τον ένα τους,
όμως πρόσφατα συνάντησα τον άλλο στην αντίπερα άκρη ενός μπαρ,
κάποιοι μουσικοί έπαιζαν κοντά στο παράθυρο και
τρυφερά μου λέει «άκουσε προσεκτικά αυτή τη μουσική.
Ο εαυτός στον οποίο γαντζωνόμαστε τόσο απεγνωσμένα σύντομα θα απέλθει.»
*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.poeticanet.gr/thymos-agelades-axilleys-a-2235.html
Μετάφραση: Βασίλης Σταυρόπουλος
Πέτρος Σκυθιώτης, Τρία ποιήματα
20.
Ακόμα κι αν οι κόκκοι άμμου
μετατραπούν
σε ανθρώπους
η έρημος παραμένει έρημος
21.
Μάθαμε να πίνουμε και να καπνίζουμε
σαν απλοί άνθρωποι
φτάνει να κουρδίσουμε τον εαυτό μας
έτσι όταν είναι να παίξει χαρά
ν’ ακούγεται
σαν χαρά
κι όταν είναι να παίξει λύπη
ν’ ακούγεται
σαν λύπη
όταν υπάρχει κοινό γίνεται γρήγορα
απαιτητικό
σαν απλοί άνθρωποι
22.
Κι η Ευρώπη προσκύνησε
απ’ τα δεκαοχτώ αντικαταθλιπτικά
σύγχρονες ασθένειες
σου λέει
τι μας λείπει τι μας λείπει τι μας λείπει
εμένα τίποτα απάντησε
εγώ είμαι ελεύθερος απ’ όλες τις εξαρτήσεις
έκοψα το κάπνισμα το αλκοόλ τον τζόγο
και πήγε ο ηλίθιος
κι έγραψε άλλο ένα ερωτικό γράμμα
*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις θράκα, Φεβρουάριος 2014.
Γιώργος Κοζίας, Της μοίρας το αμαξάκι
Την μοίρα μου την κάθισα στη σέλα
Σαν έφηβος θα τρέχω συνεχώς και τώρα και στο μέλλον
Όρθιος πάνω στους αναβολείς.
Αρσένι Ταρκόφσκι
Ανάποδα ιππεύουν τα άλογά τους οι γενναίοι
κι ακούγονται οπλές
σημαίνοντας σαν νόμισμα
που σκάει σε αρχαίο παζάρι
Πόσες φορές υπάρχουμε και
πόσες δεν υπάρχουμε
όταν περνάει
της μοίρας τ’ αμαξάκι
κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει
για λίγα παλιοσκούδα την ζωή μας;
Κουτσό της μοίρας αμαξάκι
που μας πηγαίνεις
κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας
φριχτά καρούλια στα χέρια των θεών
…VIVE LA FUITE!
Επωδός
Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ
Χαίρε άγριο άτι πολεμικό
Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό
Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες.
*Από τη συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.
Γιώργος Δομιανός, Από την “Πάσα ανάσα”
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ / αυτός
σου μιλώ αγάπη μου, αγάπη μου που όταν ξεγλιστράς από τα χέρια μου, που όταν καταργείς την τριβή των δερμάτων μας, όταν κάνεις πως σου είναι αδύνατη η κοινή μας σιωπή, καταργείς το σύνολο, με κάνεις να επιβάλλομαι στην αναπνοή μου για να συνεχίσω να θέλω να ξεκοιλιάσω όλα τα τραγούδια, όλων των καημών, άντε γαμήσου λαμπερή μου αγάπη, πού είναι η άνοιξη; πού είναι τα άνθη; με φοβάται η οργή μου, το μέλλον απαγχονίζεται από το ένα του λάμδα, θα τους βρω, θα τους σκοτωσω όλους όσους σε αγγίζουνε αγάπη μου, δε θα ξαναδουνε ήλιο, μήτε θα νοιώσουνε δροσιά τ’ απόγευμα, απλωμένους σε ένα σύρμα χοντρό θα τους έχω, στην αυλή του κόσμου μας και κλαίγοντας θα ακουμπώ καθε νεκρό σημείο τους που τρίφτηκε πάνω σε εσένα αγάπη μου, άντε γαμήσου, με φοβούνται τα έντομα, όπου κοιτάω πετάνε αντίθετα, πονάω, τα κόκαλά μου διστάζουν να προχωρήσουν μαζί μου, εκεί που πάω, στο χιόνι θα χωθώ, θα λιώσω, ρυάκι θα γίνω, χείμαρρος θα γίνω, ποτάμι, ο αμαζόνιος θα γίνω, ανήμπορος να πνίξω τις ώρες απουσίας που με τάισες τόσο ευλαβικά, με χόρτασες ουρανό και παραπέταγμα, γιατί αγάπη μου, εγώ σε έφτιαξα, κι εσύ εμένα, το όλον είμαστε, δε στέκουμε στο χώμα χωρίς εμάς, θα τινάξω το κεφάλι μου, θα βγεις από τα μάτια μου, καμία ανάσταση δε θα σε σώσει, δε θα έχεις ταυτιστεί με την ύλη ποτέ, θα σε ξεχάσουν οι πατεράδες σου και οι μανάδες σου, -θυμούνται οι ξεκοιλιασμένοι;- δε θα με κάνεις εσύ άνθρωπο, άντε γαμήσου
(σκηνική οδηγία) τη σκοτώνεις
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ / αυτή
με σκοτώνεις καλέ μου;
η σκέψη μου λιβάδι που τρέχεις μέσα του άντρα μου
και από κάτω λάσπη
λέρωσες τα παπούτσια σου; θα σου τα καθαρίσω
μη λησμονάς τη λεπτομέρεια: η λάσπη δεν είναι νεκρή γη νεκρή γη είναι εκεί που δεν πατάς καλέ μου
θα σκάψουμε μαζί να ανασύρουμε μια θάλασσα από κάτω
κλαίω, με έχεις δει να κλαίω; μπορώ, στ’ αλήθεια
στη λάσπη αναπαύονται
τα ξεχασμένα πλάσματα
από τους περασμένους αιώνες
εκεί σε τήξη ανάστροφη κι ένα παιδί δικό
ο ιππόκαμπος από το αύριο
άντρα μου δεν αντέχω καλέ μου
δε μου μιλάς; πάρε μερικά γράμματα
πλέξε τα μια λέξη
και ύστερα πέταξέ τη μου
κρατάω τη σφαγμένη κοιλιά μου κύματα στο στήθος μου
που δένουν τα μεγαλύτερα καράβια μέσα στο λαιμό μου
γύρνα, τσακίζω τα γόνατά μου και στο ζητώ καλέ μου
τίποτα δεν είναι οι πόλεμοι σε εμάς αντίκρυ
μήτε οι λίμνες με το αίμα που κοχλάζει μήτε οι νεκροί κι οι τραυματίες μήτε ο πόνος
ούτε ένα βραδάκι μας στη σταδίου δεν είναι
ένα δάσος μπροστά μου κάθε δέντρο και μία ψαλμωδία και όλα μαζί ενα βογγητό
κλαίω, με έχεις δει να κλαίω; μπορώ, αλήθεια
δες με
μη με δεις, καλέ μου
*”Πάσα ανάσα”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.
William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

To τραγούδι του τρελού
(The Fool’s Song, 1913)
Πήγα να βάλω ένα πουλί σ’ ένα κλουβί.
Τρελός που είμαι, ω!
Ήταν η Αλήθεια το πουλί.
Τραγούδα χαρωπά, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!
Και το πουλί σαν είχα στο κλουβί,
τρελός που είμαι, ω!,
μου το’σπάσε το ωραίο κλουβί.
Τραγούδα χαρωπα, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!
Σαν πέταξε πια το πουλί απ’ το κλουβί,
τρελός που είμαι, ω!,
δεν είχα ούτε πουλί ούτε κλουβί.
Τραγούδα χαρωπά, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!
Έι, ωπ! Την Αλήθεια σε κλουβί!
Η δοκιμασία
(The Ordeal, 1913)
Σαλαμάνδρα κρεμεζιά,
για της αγάπης το καπρίτσιο,
μαγική!
Κολύμπα μέσα
στη φλόγα τη φιδογυριστή
που ’χει σκοπό τον ανδρισμό να του αφανίσει
και φέρ’ τονε σπίτι το φίλο μας ξανά.
Κολύμπα αγκαλιά με του νερού το δόντι,
ροκάνισε μια μια και πνίξε
τις ρίζες της φωτιάς που τον κυκλώνουν
ώσπου να μαραθεί της Κόλασης το άνθος
και ξαναρθεί αυτός στο σπίτι.
Ναι, φέρ’ τον σπίτι,
σαλαμάνδρα κρεμεζιά,
πρώτα να σιγουρέψω πως έμεινε απ’ το κάψιμο
άθικτος –
κι ύστερα κάνε μαζί του ό,τι σου κάνει κέφι,
σαλαμάνδρα κρεμεζιά.
*Από το βιβλίο “William Carlos Williams, Η κόρη στην κόλαση και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Printa, Φεβρουάριος 2021. Μετάφραση: Γιάννης Ζέρβας.
Στέλιος Δώδης, Πτώχευση
Κηρύττω πτώχευση στην αγάπη
και δίχως χρονοτριβή
σε εκποίηση συναισθημάτων
οι δανειστές μου προτρέχουν
Γιατί τελικά δανειστές αποδείχτηκαν
Κηρύττω πτώχευση στον έρωτα
γιατί όσο μεγαλώνω τούτος
όλο και πιο πολύ παραμύθι παιδικό
φαντάζει
Κηρύττω πτώχευση όπως διακρίνατε
Μια εκκαθάριση αν θέλετε
Ίσως πείτε, πράξη περίφοβη
πράξη επιζήμια
Μα κι’ απολύτως τελεσφόρα
αν μου επιτρέπετε
Γιάννης Σγουρούδης, Τρία ποιήματα
ΕΧΕΙ ΚΟΠΟ ΝΑ ΜΑΖΕΨΕΙΣ ΤΟΣΑ ΔΑΚΡΥΑ
ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΑΞΙΑ ΤΟΣΑ ΔΑΚΡΥΑ ΝΑ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΣΕΝΑ
Το βράδυ στον κήπο
Βρέθηκα περιπλανώμενος
Μέσα σε κυρτά λουλούδια
Τύλιγαν τα βήματά μου
σαν κισσός
Τα παιδικά χρόνια
Έπνιγαν τη φωνή μου
Φωτογραφίες ξεθωριασμένες
Πρόβαλαν μέσα από τη λογική
Και μέσα σ’ αυτές
Στις χορδές ενός λυράρη
Είδα το μυαλό μου τσακισμένο
*
Υπάρχει
Η σκιά μας σκοτώνει το σώμα μας
Για να επιβληθεί
Τα βράδια
Που το μισοσκότεινο δωμάτιο
Βουλιάζει στην ησυχία
Εκεί που τα χνώτα μας
Διψάνε για συντροφιά
Εκεί
Ακριβώς
Μένουμε μόνοι
*
Στον φωτιζόμενο κήπο
Τα μάτια μου συνάντησαν την μορφή σου
Αόρατη σε κάθε τι το ορατό
Οι ήχοι του μορφέα σε συνοδεύουν
Σε ένα ατέλειωτο μονοπάτι
*Από τη συλλογή “η σκάλα δίπλα στη θάλασσα”, εκδόσεις Θράκα, 2015.
D. H. Lawrence, Από το “Πλοίο του Θανάτου”

VII
Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, τώρα τό μόνο πού μας μένει
είναι τό θάνατο ν’ άποζητοΰμε, καί τό πλοίο τοΰ θανάτου
νά ετοιμάσουμε, νά συνοδεύσει τήν ψυχή στό πιό μακρύ ταξίδι.
Ένα μικρό καράβι, μέ τά κουπιά του καί τά τρόφιμα
μέ λίγα πιάτα κι δλα τά εφόδια
έτοιμο καί ταιριαστό γιά τήν ψυχή πού φεύγει.
Ρίξτε στή θάλασσα τό μικρό καράβι,
τώρα πού τό κορμί πεθαίνει κι ή ψυχή άναχωρεί
ρίξτε τήν τρυφερή ψυχή στό εΰθραστο πλοιάριο τοΰ θάρρους,
τήν κιβωτό τής πίστης μέ τά σκεύη καί τίς προμήθειες τροφίμων
καί τήν άλλαξιά των ρούχων,
ρίξτε την πάνω στην πλημμύρα τής μαύρης έρημιάς
πάνω στά ΰδατα τής συντέλειας
πάνω στό πέλαγος τοΰ θανάτου, δπου άρμενίζουμε
στά σκοτεινά ακόμα, αδυνατώντας νά κυβερνήσουμε
τό πλοίο, καί μή βρίσκοντας λιμάνι.
Λιμάνι δέν υπάρχει, προορισμό δέν έχει
μονάχα τό κατάμαυρο σκοτάδι πού βαθαίνει
πιό μαϋρο πάνω στή σιωπή, γαλήνια πλημμύρα σκότους
σ’ αρμονία μ’ άλλο σκότος, πάνω – κάτω
καί πλαγίως εντελώς σκοτάδι, έτσι ρότα πιά δέν υπάρχει
καί τό καραβάκι ειν’ έκεΐ· μά έκείνη έχει φύγει.
Δέν τή βλέπεις, δέν ύπάρχει κάτι απ’ αύτήν νά δεις.
Έφυγε έκείνη ! έχει φύγει ! κι δμως
κάπου έκεΐ υπάρχει.
Πουθενά!
*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.
Ρογήρος Δέξτερ, De memoria Et reminiscentia
• κλοπ• κλοπ• κλοπ• κλοπ• πέταλα αλόγου• στη δημοσιά• που χλιμιντρίζει μες στην ομίχλη• και πουλιά• ίσως γλάροι• που κρώζουν κάτω απ’ τά σύννεφα• μάλλον στα ψηλά βράχια• που μοιάζουν με σύννεφα• πάνω από το γιαλό• και ύστερα το κουδούνισμα από ένα κοπάδι• μακρινό στη μνήμη• που όμως έρχεται πάλι μπροστά μου• να κατεβαίνει τις ράχες• μεθυσμένο από χρώματα• και τη δροσιά τής χλόης• θα ήταν παράδεισος• αν ήσουν εδώ• να τραγουδάς με τ’ αηδόνια στο ρέμα• νεράιδα που χάθηκες• την ώρα που γέρνεις• με τη στάμνα για νερό• ή χορεύεις στα ξέφωτα• ενώ το κοπάδι βελάζει• φωνές βοσκών στο στάλισμα• όπως και οι ζωές των ανθρώπων• που μαζεύονται ο ένας• δίπλα στον άλλον• μόνο λίγο πριν πέσει κεραυνός• σαν τιμωρία• [ θα πουν ]• και γίνουν στάχτη όσα υπήρξαν• άραγε να χάνονται όλα• και τίποτα να μην απομένει• που να θυμίζει ότι ζήσαμε• μια πνοή έστω παλιού τραγουδιού• αλησμονώ και χαίρομαι• θυμούμαι και λυπούμαι• που μονομιάς στη λήθη θα βουλιάξουμε• δεν ακούτε• βλέπω• ενώ άλλοι• έρμαια στις μεγάλες πολιτείες• χτυπούν τα ξένα κουδούνια• γυρεύοντας τα χαράματα• τη φθορά που κουβαλούν στο μυαλό τους• χρόνια πολλά• λοιπόν• και χρόνια αμέτρητα• σου στέλνω μήλο σέπεται• κυδώνι μαραγκιάζει• ωστόσο• λένε• πώς [ η άνω τελεία ] είναι η ψευδαίσθηση μιας συνέχειας• ότι τίποτα δε σταματάει τελικά• η αυταπάτη ότι• έστω και ως σκιές• θα υπάρχουμε• σαν αεράκι στη σάρκα• τη δική σου• που ήθελα με το στόμα να γυμνώσω• και δε θέλω να ξέρω ότι γερνάει• ή να φαντάζομαι πάνω της άλλα χέρια• τούτη τη νύχτα που κάθισα• κι έγραψα λίγα• σα θυμητάρια• ενώ έχω καλή γνώση• ότι αύριο θα ξεχαστούν σ’ ένα συρτάρι• που θα κάνω• χρόνους και καιρούς να το ανοίξω•







