Υπέροχα
Ανακαινισμένοι
Με την πληρότητα
Της αδιαφορίας
Είμαστε
Ο χώρος
Όπου τα πάντα
Συμβαίνουν
Όπως
Για παράδειγμα
Ο επερχόμενος
Θάνατος σου
Category Archives: Uncategorized
3 ποιήματα | Πάνος Παπαπαναγιώτου

Alma mater
έμεινες βουβή να κρύβεσαι
πίσω από κάδους σκουπιδιών
και στοιβαγμένες παλέτες
τ’ Άγια μαλλιά Σου σέρνοντας
να μη Σε βρουν οι ασεβείς
το νέκταρ των ματιών Σου
ν’ αρπάξουν για δικό τους
σήκω Μητέρα, γύρνα στους θεούς
στον κόσμο μην πλανιέσαι
μη τα λιοντάρια που ‘χουν
δόντια μυτερά ή οι μαύροι λύκοι
View original post 143 more words
Μάκης Αποστολάτος (1948-2010), Πέντε ποιήματα
ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Χωρίζουμε στους δρόμους, στα πλάνα, στα συστήματα
κόβουμε τα φτερά του έρωτα και κείνος φεύγει
κρύβεται στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Ξεπλένουμε το αίμα της ιστορίας που ξεχειλίζει
και με το γάλα της μεθάμε.
Χάνουμε στο ζύγι
Χάνουμε το λογαριασμό
το χρόνο
τη ζωή.
(από τη συλλογή Η απεργία των αγγέλων)
***
Δ
Δώμα των λωτών
Τα παράγωγα του έρωτα δισύλλαβα
τα βάφτισα με τ’ όνομά σου
Δε χαιρετάνε πια με νάζι
τα ορμέφυτα.
Έσπασες τα είδωλα της έκστασης
μετενσαρκώνοντας την αποδημία της Αστάρτης
Γίνεσαι κύμα.
Δε συνθέτουν κομμάτια και θρύψαλα τα σύνολα.
Τα μελλούμενα μεσίστιες σημαίες.
Τα λάθη μοιάζουν με τα πάθη
τιμωρούν και κρύβονται στη λήθη
για να επαναληφθούν.
(από τη συλλογή Ολονυχτία ή το Αλφάβητο του Έρωτα)
***
ΑΝΩ ΣΧΩΜΕΝ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Η καρδιά μας σύννεφο στεγνό
στα τσιγκέλια του ήλιου
λουλούδι που δεν άνθισε ποτέ
ταξίδι θανάτου γύρω από τον εαυτό μας
στάση ζωής στα τραγούδια
βουνά χαρτί για μυθικές λειτουργίες
αγρίμι εξουσίας να εξουσιάζεται
κρίνο των πόλεων πριν ξημερώσει
λέξη που καίγεται στο βασίλεμα και την αυγή μας καίει
ό,τι έχει ειπωθεί και δεν αναιρέθηκε
η καρδιά μας ένα ρολόι να παλιώνει
Piazza di Spagna, Ρώμη 28/8/84
(από τη συλλογή Επιβητόρων των Αγίων)
***
ΟΡΘΡΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ ΣΕ ΛΑ ΜΕΙΖΟΝΑ ΦΙΝΑΛΕ
Ο ήλιος χλωμός ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα
σταγόνες άγονες οι λέξεις
θρυμματίζουν τη μουσική της σιωπής
Εξουσιαστές ανεπαίσχυντοι
φοράνε χειροπέδες
στα λουλούδια
Βουδαπέστη 1/5/76
(από τη συλλογή Επιβητόρων των Αγίων)
***
ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
Αυτό το ποτάμι Αξιός και Βαρδάρης
παίρνει μαζί του τη φωνή μας
χύνει τους καημούς στο Αιγαίο
ενώνοντας στην άρμη του τη γύρη των λουλουδιών.
Ταξιδεύει τα βάσανα με τις αποσκευές των ποιητών
γίνονται περιστέρια
πετούν στο Ντουμπρόβνικ, στο Σαράγεβο, στην Κράινα
περνούν τον Αίμο, τις Άλπεις, τα Καρπάθια
αγγίζουν τα υψώματα του Γκολάν,
τον Καύκασο, το Κουέν Λουν, τις Κορδιγιέρες των Άνδεων
με τις ριπές των αστεριών
σβήνουν τις λέξεις του πολέμου.
Το λεξικό της Ειρήνης λέγεται Έρωτας.
(από τη συλλογή Βαλκάνια χώματα και χρώματα)
*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/11/3.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)
RESISTANCE POETRY WALL -100 THOUSAND POETS FOR CHANGE | 100 TPC BLOG
Άιντε ρε | Βάιος Μπαλατσός

φέρσου και συ σα να μη συνέβη τίποτα
Τίναξε τη στάχτη σου βαριά
Άσε το αμπελόφυλλο να τυλίξει τα σκατά σου
Είμαστε όλοι βρώμικοι και μεθυσμένοι
Άστο το πούστικο να σου κάψει τα πάντα
Να γεννήσει μέσα σου έναν Άνθρωπο
μονάχα αυτή την ιδιότητα
που ξέρει να λιώνει και να μαγνητίζει
όχι να βλέπει και να συστήνεται
Ο πόνος είναι λευκή τουλίπα
Φίλα τον με ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο
Μη ψάχνεις για ουλές
ούτε για ευαίσθητα σημεία
στο κέντρο φλέγεται η σάρκα
Εκεί στα άγνωστα χωράφια της καρδιάς
που νιώθεις σαν κάτι να τη γρατζουνάει
Είναι η αίθουσα της πίκρας
οι ιδρωμένες παλάμες
το τρέμουλο και ο κόμπος στο στομάχι
Σε διαπερνά δόρυ αρχαίου πολεμιστή
και το δάκρυ που χύνεται
παλεύει με το χρόνο
και στεγνώνει πριν τη Δύση
[εικόνα]
Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα
Να βοτανίσω
Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών
***
Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία
Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία
διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων
Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα
Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα
Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια
*Από το “Απόγευμα των μύρων” (1977).
***
Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι
Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε
και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του
Γενικών καθηκόντων | Γιώργος Σαράτσης

[όπως γυρίζει ο ήλιος κι η μέρα σβήνει νωρίς
όπως λογαριάζουμε μ’ επιθυμίες και βλέμματα
κι όπως η Ελλάδα φθινοπωριάζει
μαζί με τα πουλιά και τα δέντρα της]
Αν ακούσεις για επαναστάσεις και τέτοια
καμιά ομοιότητα με τον καιρό σου
Μεταλλασσόμαστε σ’ ό,τι επιθυμήσαμε
όχι με την ψυχή
αλλά με τον φόβο μας
Να προχωρά ο άνθρωπος
χωρίς να βλέπει εμπρός του
και να ‘ναι γοητευτικό το σταυροδρόμι
η ανώνυμη ανάσα
το επιθετικό φως του Νοέμβρη
View original post 42 more words
Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Κραυγή δέκατη πέμπτη
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη…
View original post 32 more words
τα τανκς στο μουσείο
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Με τα δανεικά σου φώτα
όχημα εσύ,
της νιότης περιστέρι,
πού χάθηκες;
στα χέρια που εξεγέρθηκαν
αγκαλιασμένα,
στις θάλασσες που σου δίδαξα την άνωση,
το κενό σου πως αναπαράχθηκε πάνω τους,
μυκητιακά;
πως άντεξες τους συναυτουργούς σου
πλέοντες,
σε μια θαμπή φωτιά
που πάγωσε,
σπειρί το σπειρί της μνήμης
την κλεψύδρα;
λησμόνησες που σε κάλεσα να πλάσεις,
την εφηβική μου απόγνωση;
λησμόνησες που υπήρξες,
μια κορδέλα στα μαλλιά,
η αφή των ξωτικών
και το βραχύ τραγούδι των λαβωμένων γλάρων;
Ποιός θα ζωγραφίζει πια στο στέρνο μου,
την αγωνία της πόλης για το ζευγάρωμα
των βράχων;
Ποιός θα βγεί εκεί έξω, να διδάξει τα παιδιά μας
ζωή;
Φορώντας – για πάντα – τούτα τα μεταμφιεσμένα όπλα
στα όργανά μας,
πόσο ελάχιστο έχει καταντήσει πια το φύλο μας!
Στα γαλάζια μας πλούτη
βυθισμένοι,
μα πένητες κι άστεγοι και ημιθανείς,
δεν έχουμε πια καμιάν ανάγκη,
μήτε χειραγώγησης, μήτε καταστολής/
για αυτό τα τανκς τους, εγκαταλείφθηκαν,
στο…
View original post 20 more words
Argiris Chionis: The joy of knowledge
.
.
Argiris Chionis
The joy of knowledge
HEN THE FIRST PUZZLEMENT went away, he tried to understand what was happening. Despite the biting, intolerable pain he felt in the middle of his back, he strived to turn his head to see what that ferocious vice that was cutting his body in two was.
He kept losing and regaining his senses and kept trying, until eventually he stopped and remained still looking that strangely woven wire in front of him and that piece of cheese he so desired a while ago but now was looking at it indifferently and considered it distant.
Time was passing and the vice was penetrating even deeper into his body, as his flesh and bones were surrendering slowly to its tight grip. He felt his entrails sticking together and he had the taste of vomit and blood in his mouth.
He was losing…
View original post 612 more words




