Category Archives: Uncategorized
Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Ὁ ἐπιταγμένος παραμυθάς

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan)
Ὁ ἐπιταγμένος παραμυθάς
(The Conscripted Storyteller)
«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶσαι;» ρώτησα.
«Ὄχι», εἶπε. «Εἶμαι κοριτσάκι. Ποῦ χάθηκες τώρα τελευταῖα, Κύριε;»
Στεκόμουν στὸ τμῆμα λογοτεχνίας τῆς δημοτικῆς βιβλιοθήκης καὶ διάβαζα ἕνα βιβλίο τοῦ Γουότσον Τ. Σμὶθ Μπράουνλι στὸ ὁποῖο διατύπωνε, μὲ ἀπολύτως λογικὸ τρόπο, τὴν ἰδέα ὅτι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς καὶ ποιητὲς θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσουν νὰ γράφουν κι ἀντὶ γι’ αὐτὸ νὰ ἐπιδοθοῦν στὸ χτίσιμο μὲ τοῦβλα. Ἤμουν πάρα πολὺ ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸ βιβλίο, τὴν ὥρα ποὺ κάποιος ἄρχισε νὰ μοῦ χτυπᾶ ἐλαφρά το πόδι. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐνῶ διάβαζα κάποιο βιβλίο στὴ βιβλιοθήκη κάποιος μοῦ χτυποῦσε τὸ πόδι. Ἤμουν περίεργος νὰ δῶ τί συμβαίνει. Κοίταξα πρὸς τὰ κάτω καὶ εἶδα ἕνα κοριτσάκι μὲ ξανθὰ μαλλιά, πράσινο φόρεμα καὶ μπλὲ μάτια νὰ χτυπᾶ ἐλαφρά το πόδι μου μὲ τὸν δείκτη τοῦ χεριοῦ του.
«Ποῦ ’ναι ἡ μητέρα σου, κοριτσάκι;» ρώτησα.
«Γιὰ ψώνια»…
View original post 796 more words
Νο 133 (φωνές)
Δώστο
μου,
δώσε μου γρήγορα το πιτόγυρο,
απόρησα,
γύρισα να κοιτάξω σαν
ιππότης
με πανοπλία
αργά αλλά σταθερά,
δεν είδα
κανένα,
πεινώ σκέφθηκα.
Nορμάλ αν σκεφτείς πώς βαρούσα ένα ξενύχτι στην πασαρέλα της αναμονής.
Έχασα
το τραίνο,
κατάπια την τρέλα αυτών που με μισούν
και βρέθηκαν
όλα σε παράξενες αναλογίες.
Τώρα στα ακουστικά ακούω τζαζ από την πρώην ΛΔΓ,
Έ ψιτ
κωλόγερε,
τώρα η φωνή ακούγεται σαν από ηχοσύστημα του 70.
Και πάλι
γυρνώ,
πάλι με στυλ
και με προσπάθεια να μην τα σκατώσω αυτή τη φορά.
Πάλι δεν
ήταν κανείς.
Τώρα,
δεν πεινώ καθόλου.
(alexmil)

Μόλις η ιστορία διαπράξει τον ρόλο της
είτε με την θέλησή μας ή χωρίς αυτήν
έχουμε ήδη προσφέρει στην κρίση μας
κάθε πιθανή της αφήγηση
αδυνατώντας να μην συμπεριληφθούμε
στα πιο ζωτικά της μέρη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κάθε ιστορία
αποτελεί μια διαδοχή προσώπων.
Κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ιστορία
τελειώνει και αρχίζει με σένα.
Ρεθεμνιώτικα Νέα, 13-09-2018
No 132 (ευχαριστώ)
Πήρα
μια τυρόπιτα,
κερασμένη,
όχι δεν έκανα τίποτα,
ούτε βαθιά ούτε πιο μέσα,
απλά τριάντα χρόνια τώρα από το μαγαζί της την αγοράζω.
Αυτή σαν Βατικανό,
μια τελετή:
πλήρωνα,
γυρνούσε τον κώλο για να ρέστα,
ξαναγυρνούσε
για να μου τα δώσει.
Ολόκληρες λίστες εγώ με τα κυλοτάκια της,
μέγεθος,
χρώμα,
ύφασμα.
Τα μάτια μου,
Τούμπα – Βαρδάρη,
τίμια και πρόστυχα.
Και σαν αναπάντητη κλίση
πριν λίγο καιρό,
χαστούκισα ένα γιατρό,
τσίμπησα και μια νοσοκόμα για χάρη της,
να την εξετάσουν πριν να
είναι αργά,
έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό.
Έτυχε να είμαι στο μαγαζί.
Και είναι σήμερα που
μου είπε,
ξέρεις,
από μένα η τυρόπιτα.
Έφυγα τροχάδην,
για γενική αίματος και ούρων τουλάχιστον,
για το κορμί μου;
μπα,
για τη ψυχή μου μόνο.
(alexmil)
Neo-Hellene Poets an Anthology
6 ποιήματα, Jim Potts | μτφρ. Βασίλης Πανδής

Χθόνια αύρα
Ο Ναός του Καρδακίου∙
Οι Νύμφες να χορεύουνε σε κύκλο
Κι ο γερο-Ποσειδώνας να στενάζει.
***
Σολωμός
Αντιλαμβάνομαι γιατί ο Σολωμός
Το έριξε στο πιοτό∙
Η θέα απ’ τα Μουράγια.
Ένα βαρέλι βερντέας.
Ένα φλασκί ουίσκυ
Για τα βόλτα.
Τον βοηθάει να ξεχάσει τη δίκη∙
Πως οι Βρετανοί
Εγίναν φίλοι του.
Σκαρώνει στίχους στο μυαλό του.
Σπανίως
Τους αποθέτει στο χαρτί.
Αφηρημένος φαίνεται
στη Σπιανάδα.
Είναι και πάλι πίσω στο λόφο του Στράνη.
View original post 242 more words

1.
Στην απολογία δεν επέστρεψε κανείς.
Ούτε κανείς ερωτεύτηκε στην ανάμνηση.
Από ότι κόπηκε πετάξτε μακριά τις κλωστές.
2.
Η μνήμη διατηρούσε τον πλανήτη σε τροχιά.
Όλα είχαν ξανασυμβεί.
3.
Κι όσο περίμενες το χρόνο να φανεί
η αιωνιότητα σε προσπέρασε.
Vladimir Mayakovsky: Μ’ όλη μου τη φωνή
Αξιοσέβαστοι
Απόγονοι συντρόφοι!
Καθώς θα σκάβετε
την απολιθωμένη
σημερινή κοπριά,
των ημερών μας μελετώντας τα σκότη,
μπορεί
και να ρωτήσετε
για με καμμιά φορά.
Και τότες ο σοφός σας
ίσως και να πει,
καλύπτοντας με την πολυμάθειά του
πλήθος ερωτηματικά μεγάλα,
για κάποιον, λέει, που ζούσε κάποτε
του βραστού νερού τραγουδιστή,
που τ’ άβραστο νερό εχτρευότανε τα μάλα.
……
Ένας βοθροκαθαριστής
και νερουλάς μαζί ‘ναι η αφεντιά μου,
που εκλήθηκα
κι επιστρατεύτηκα από την επανάσταση.
Από των αφεντάδων τους ανθώνες έφυγα
και στο μέτωπο τράβηξα.
. . .
Σύντροφοι απόγονοι,
ακούστε με καλά,
εμέ τον αγκιτάτορα
τον αρχιφωνακλά.
Εγώ, βουβαίνοντας
της ποίησης τους κελαριστούς κρουνούς,
τα λυρικά τομίδια
θα δρασκελήσω
κι ως ζωντανός προς ζωντανούς
θα σας μιλήσω.
. . .
Ο στίχος μου
τον όγκο των ετών
θα σκίσει
και θα προβάλει
βαρύς,
τραχύς,
μα κι ορατός ακόμη,
ως έφτασε μέχρι τις μέρες μας
View original post 265 more words

