Category Archives: Uncategorized

Πολύ προτού ξυπνήσω
να αχρηστέψω λέξεις κι αριθμούς
και τα πρόσωπα να σβήσω
με των προσώπων την απορία.
Να μην χρειαστεί να επιλέξω την μέρα
τον χρόνο και το χώρο της
μήτε καν όποιον κι αν τύχει
στο διάβα της να συναντήσω.
Να μην αναγκαστώ να μάθω
αν οτιδήποτε συμβαίνει
είναι κάποιου η ζωή ή η δική μου.
Να μην είμαι σίγουρος πως ζω.
Έτσι, ίσως καταφέρω να μην σου κάνω κακό.
Ίσως, έτσι, γίνουμε ευτυχισμένοι.
Μαρία Πανούτσου, Κοιτώντας Πλάγια
Vivir qiuero conmigo
Gozar quiero del bien que debo al cielo
A solas sin testigo
Libre de amor, de cello
De odio de esperanzas de recelo
Fray Luis De Leon
Γιορτινός Θάνατος Α΄
μέσα στην χαρά καραδοκείς
και σφηνώνεις σε κάθε στιγμή
του χρόνου, ανομολόγητε,
το μυαλό μου σε εκλιπαρεί
μα δεν υπάρχει έλεος στην αγάπη σου
εσύ αποφασίζεις πότε και που
και όπως ο Ιωάννης του σταυρού
σε πρόσεξε,
έτσι και εγώ, αφέντρα του εαυτού μου
γίνομαι μια περαστική
στην ουρά του βασιλείου σου
—
μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι
και φύλαξε τα πράσινα φύλλα/
ζουμπούλι
και ορχιδέα /σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως
να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/
έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι
μ’ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/
πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα
η ομορφιά δεν κρύβεται/
δεν ζητά/ δεν πεθαίνει/
—
ψάχνω να δω/
πως ζωγραφίζεται η ευτυχία
γράφοντας ένα ποίημα /
για τον άγνωστο Χ
Γιορτινός Θάνατος Β΄
και σαν άπιστος
Θωμάς/ ψάχνω τα σημάδια
στα χέρια σου/ για να πειστώ
κι όμως /
στα τυφλά σε δέχτηκα και
εγώ
* Κοιτώντας Πλάγια 2018
Για τον άνθρωπο || του Rasayana ||
Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Ὁ ἐπιταγμένος παραμυθάς

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan)
Ὁ ἐπιταγμένος παραμυθάς
(The Conscripted Storyteller)
«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶσαι;» ρώτησα.
«Ὄχι», εἶπε. «Εἶμαι κοριτσάκι. Ποῦ χάθηκες τώρα τελευταῖα, Κύριε;»
Στεκόμουν στὸ τμῆμα λογοτεχνίας τῆς δημοτικῆς βιβλιοθήκης καὶ διάβαζα ἕνα βιβλίο τοῦ Γουότσον Τ. Σμὶθ Μπράουνλι στὸ ὁποῖο διατύπωνε, μὲ ἀπολύτως λογικὸ τρόπο, τὴν ἰδέα ὅτι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς καὶ ποιητὲς θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσουν νὰ γράφουν κι ἀντὶ γι’ αὐτὸ νὰ ἐπιδοθοῦν στὸ χτίσιμο μὲ τοῦβλα. Ἤμουν πάρα πολὺ ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸ βιβλίο, τὴν ὥρα ποὺ κάποιος ἄρχισε νὰ μοῦ χτυπᾶ ἐλαφρά το πόδι. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐνῶ διάβαζα κάποιο βιβλίο στὴ βιβλιοθήκη κάποιος μοῦ χτυποῦσε τὸ πόδι. Ἤμουν περίεργος νὰ δῶ τί συμβαίνει. Κοίταξα πρὸς τὰ κάτω καὶ εἶδα ἕνα κοριτσάκι μὲ ξανθὰ μαλλιά, πράσινο φόρεμα καὶ μπλὲ μάτια νὰ χτυπᾶ ἐλαφρά το πόδι μου μὲ τὸν δείκτη τοῦ χεριοῦ του.
«Ποῦ ’ναι ἡ μητέρα σου, κοριτσάκι;» ρώτησα.
«Γιὰ ψώνια»…
View original post 796 more words
Νο 133 (φωνές)
Δώστο
μου,
δώσε μου γρήγορα το πιτόγυρο,
απόρησα,
γύρισα να κοιτάξω σαν
ιππότης
με πανοπλία
αργά αλλά σταθερά,
δεν είδα
κανένα,
πεινώ σκέφθηκα.
Nορμάλ αν σκεφτείς πώς βαρούσα ένα ξενύχτι στην πασαρέλα της αναμονής.
Έχασα
το τραίνο,
κατάπια την τρέλα αυτών που με μισούν
και βρέθηκαν
όλα σε παράξενες αναλογίες.
Τώρα στα ακουστικά ακούω τζαζ από την πρώην ΛΔΓ,
Έ ψιτ
κωλόγερε,
τώρα η φωνή ακούγεται σαν από ηχοσύστημα του 70.
Και πάλι
γυρνώ,
πάλι με στυλ
και με προσπάθεια να μην τα σκατώσω αυτή τη φορά.
Πάλι δεν
ήταν κανείς.
Τώρα,
δεν πεινώ καθόλου.
(alexmil)

Μόλις η ιστορία διαπράξει τον ρόλο της
είτε με την θέλησή μας ή χωρίς αυτήν
έχουμε ήδη προσφέρει στην κρίση μας
κάθε πιθανή της αφήγηση
αδυνατώντας να μην συμπεριληφθούμε
στα πιο ζωτικά της μέρη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κάθε ιστορία
αποτελεί μια διαδοχή προσώπων.
Κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ιστορία
τελειώνει και αρχίζει με σένα.
Ρεθεμνιώτικα Νέα, 13-09-2018
No 132 (ευχαριστώ)
Πήρα
μια τυρόπιτα,
κερασμένη,
όχι δεν έκανα τίποτα,
ούτε βαθιά ούτε πιο μέσα,
απλά τριάντα χρόνια τώρα από το μαγαζί της την αγοράζω.
Αυτή σαν Βατικανό,
μια τελετή:
πλήρωνα,
γυρνούσε τον κώλο για να ρέστα,
ξαναγυρνούσε
για να μου τα δώσει.
Ολόκληρες λίστες εγώ με τα κυλοτάκια της,
μέγεθος,
χρώμα,
ύφασμα.
Τα μάτια μου,
Τούμπα – Βαρδάρη,
τίμια και πρόστυχα.
Και σαν αναπάντητη κλίση
πριν λίγο καιρό,
χαστούκισα ένα γιατρό,
τσίμπησα και μια νοσοκόμα για χάρη της,
να την εξετάσουν πριν να
είναι αργά,
έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό.
Έτυχε να είμαι στο μαγαζί.
Και είναι σήμερα που
μου είπε,
ξέρεις,
από μένα η τυρόπιτα.
Έφυγα τροχάδην,
για γενική αίματος και ούρων τουλάχιστον,
για το κορμί μου;
μπα,
για τη ψυχή μου μόνο.
(alexmil)

