Θεόδωρος Αγγέλης, από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”


Ι

Συναντώντας κάποτε στα ερείπια
μιας ξεχασμένης οικοδομής
ένα δέντρο δειλά να ξεθαρρεύει
στέκω μπροστά του σα να περιμένω
πως αυτό το φτωχό λυχνάρι
με το βουβό του φως
θα προλάβει προτού σβήσει
να με ζεστάνει.

Όταν κόπηκε η φροντίδα
είδα μια σκλήθρα
να πέφτει απ’ τον ουρανό
και να βυθίζεται στη γλώσσα –
είναι όλοι μ’ ένα στόμα
που η απώλεια το ’χει καψαλίσει,
η απελπισία σκορπά τα δίχτυα της
μα κανείς δεν τα μαζεύει.
Η γεύση της σκουριάς
άπλωσε στις λέξεις
σπυριά με την υφή της θλίψης
λάβωσαν την κλεψύδρα
και σβήσαν του πελάγους
τη μουσική.

Σαν χθες ήταν νωπό το μελάνι
που ενώ μας κράτησε συντροφιά
στους χαλεπότερους καιρούς
τώρα μας αντικρίζει ξερό.
Έκτοτε χάσαμε τόσα
που φαντάζει σχεδόν μάταιο
ίχνη έστω ν’ ανασύρω απ’ τη λήθη
το νήμα υπομονετικά να υφάνω.

Πώς αψηφάς τον κίνδυνο
και μέσα σ’ ανάερη βαρυχειμωνιά
στην αγωνία σου κλεισμένος
το μοτέτο αναπολείς
και υπομένεις καρτερικά
τη σιγή γύρω σου χυμένη·
πώς με κόπο ό,τι αφήνει
η ζωή σμιλεύεις –
αυτό που παραδίδει η μοναξιά –
και όταν αναπάντεχα βραδιάζει
όταν μάτια τρυφερά
γλαρώνουν
ήρεμος υποδέχεσαι
και με αγάπη τη σκιά.

* “Η στάχτη στον ουρανίσκο”, εκδόσεις Σμίλη, Ιούλιος 2017.

απ’ το να στόμα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

γη.jpg

Απ’ το να στόμα στ’ άλλο η γλώσσα συρράπτεται με το χαμόγελο της ντροπής. Κανείς δεν διανοείται να υπερασπιστεί το δέος της αιματοβαμμένης του σάρκας, όπως λαμπυρίζει κι οδύρεται πάνω στις δοξασμένες νουθεσίες του τρόμου.

Άρα υπάρχω σαν η αποκρυσταλλωμένη ευχή του θανάτου μου. Εκτιμώ πως σύντομα κι αβίαστα όλα θα πανηγυρίσουν την θέρμη του ολονύκτιου πυρετού της πλάσης. Ευθυτενής και άμορφος ο Κύριος ημών ο εκδορέας μας, ο τερματικός σταθμός της ονειρεμένης μας θλίψης.

Περιμένω όπως ο χρόνος την στιγμή, κι ο βέβηλος την ελπίδα, η ρίζα που καλλιεργείς μες στο δειλό στομάχι σου να συστραφεί κι όλη την πορεία μέχρι την αγάπη σου να διανύσει και δίχως λέξη ή σιωπή να σε εκτοξεύσει μακριά πέρα απ’ τη λήθη του παραμικρού αστεριού.

Διανύει η τρέλα τον ίδιο κύκλο με την σοφία, αναιρώντας σιγά σιγά το αίμα που χάραξε τον δρόμο της. Όταν η αλήθεια σε γυρέψει μην φοβηθείς τον…

View original post 4 more words

Κατερίνα Γώγου: [Ώρε φιλάρα!]

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

11

Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
Θα σου δείξει
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

View original post

Οι καμπάνες | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

sar

Στα χωριά
όταν χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες
κάνει μια στάση η ζωή
για να συλλογιστεί.

Την ώρα εκείνη
δε μιλά κανείς.
Την ώρα εκείνη
πιο πολύ παρών ο απών
από ποτέ.

Σκαφτιάδες γης
οργώνουν τον
αποχαιρετισμό στα χείλη.

View original post

e.e.cummings, Μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,

και ίσως μου αρέσει το ρίγος

του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

*Aπό το [μόνο με την άνοιξη] 44 ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη. Αναημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2018/09/15/soma-mou-cummings/

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Πολύ προτού ξυπνήσω
να αχρηστέψω λέξεις κι αριθμούς
και τα πρόσωπα να σβήσω
με των προσώπων την απορία.

Να μην χρειαστεί να επιλέξω την μέρα
τον χρόνο και το χώρο της
μήτε καν όποιον κι αν τύχει
στο διάβα της να συναντήσω.

Να μην αναγκαστώ να μάθω
αν οτιδήποτε συμβαίνει
είναι κάποιου η ζωή ή η δική μου.
Να μην είμαι σίγουρος πως ζω.

Έτσι, ίσως καταφέρω να μην σου κάνω κακό.
Ίσως, έτσι, γίνουμε ευτυχισμένοι.

View original post

Μαρία Πανούτσου, Κοιτώντας Πλάγια

Vivir qiuero conmigo 

Gozar quiero del bien que debo al cielo

A solas sin testigo

Libre de amor, de cello

De odio de esperanzas de recelo

Fray Luis De Leon

Γιορτινός Θάνατος Α΄



μέσα στην χαρά καραδοκείς 

και σφηνώνεις σε κάθε στιγμή
του χρόνου, ανομολόγητε,

το μυαλό μου σε εκλιπαρεί

μα δεν υπάρχει έλεος στην αγάπη σου 

εσύ αποφασίζεις πότε και που 

και όπως ο Ιωάννης του σταυρού 

σε πρόσεξε, 

έτσι και εγώ, αφέντρα του εαυτού μου

γίνομαι μια περαστική 

στην ουρά του βασιλείου σου 



μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι

και φύλαξε τα πράσινα φύλλα/

ζουμπούλι

και ορχιδέα /σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως 

να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/


έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι

μ’ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/
πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα

η ομορφιά δεν κρύβεται/
δεν ζητά/ δεν πεθαίνει/

ψάχνω να δω/
πως ζωγραφίζεται η ευτυχία 

γράφοντας ένα ποίημα /
για τον άγνωστο Χ

Γιορτινός Θάνατος Β΄

και σαν άπιστος
Θωμάς/ ψάχνω τα σημάδια
στα χέρια σου/ για να πειστώ
κι όμως /
στα τυφλά σε δέχτηκα και
εγώ

*
Κοιτώντας Πλάγια 2018